Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

ΕΞΟΧΗ



PIERRE REVERDY


ΕΞΟΧΗ

Ο κάμπος όλος κλείνει προς το φως καθώς ζυγώνει
Στο χαμηλό και πιο ήρεμο γλαυκό του ουράνιου θόλου
Ο δρόμος ξετυλίγεται και τρέχει μες στη σκόνη
Πλην όμως ήλιος τώρα εδώ δεν ωφελεί καθόλου

Υψώνεται η φωνή μα δίχως αίγλη δίχως λάμψη
Χαρούμενο ρεφραίν μες στ’ αυτοκίνητό μας τα ίδια
Λέει πάντοτε και στον ορίζοντα να επανακάμψει
Ζητά με τους χρυσούς τροχούς του πάνω απ’ τα γρασίδια
Η μάντρα όλο μακραίνει κάποιου τοίχου και κοιτάει
Τα μάτια μου που της μυλόπετρας γυρνούν τα δόντια
Μι’ αχτίδα τελευταία ιλιγγιά παραπατάει
Σε μίσχων τρυφερών τα χάλκινα θα πέσει ακόντια

Η μέρα έχει καταρρεύσει πίσω από το σπίτι
Μια τρύπα μοναχά έχει μείνει κάτω από τη λάμπα
Οι μέριμνές μας και οι ελπίδες πήγαν πλέον πέρα
Και κατεβαίνουν κάνοντας τσουλήθρα σε μια ράμπα
Όταν το τζάμι μας ανάβει φως μες στην εσπέρα



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

[ΣΤΑ ΓΑΛΗΝΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ]

 


MAX DAUTHENDEY

 

[ΣΤΑ ΓΑΛΗΝΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ]

 

Στα γαλήνια μάτια σου να ξαποστάσω άσε με·

η ματιά σου είναι ό,τι πιο ήσυχο υπάρχει στη γη.

 

Είναι ωραία μες στο σκοτεινό σου βλέμμα·

το βλέμμα σου την καλοσύνη έχει της απαλής εσπέρας.

 

Από τον σκοτεινό της γης ορίζοντα

ένα βήμα μόνο απέχει ο παράδεισος –

η δική μου η γη τελειώνει στα μάτια σου.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


 

 

ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 


ALFRED LICHTENSTEIN



ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

Χώρες φωτεινές είναι τα μάτια σου.

Μικρά πουλιά τα βλέμματά σου,

Γνέματα μαντηλιών του αποχαιρετισμού χαριτωμένα.

 

Στο χαμόγελό σου ξεκουράζομαι

σαν νά ’μαι σε βάρκα που λικνίζεται.

Από μετάξι είναι οι μικρές σου ιστορίες.

 

Και πάντοτε να σ’ έχω στα μάτια μου πρέπει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


 

 

Ο ΖΗΛΟΦΘΟΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

 


RAFAEL ALBERTI

 

Ο ΖΗΛΟΦΘΟΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

 

Υλοτόμων είναι –φυλάξου!–

τα τσεκούρια τούτα που σφυρίζοντας

τη γλώσσα μου κινούνε.

 

Δρεπάνια των κακών ανέμων

–τον νου σου!–

που την ψυχή μου δαγκώνουν.

 

Καχυποψίας πύργε,

εσύ.

Εσύ, πύργε χρυσέ, φιλάργυρε.

Τις κουρτίνες τράβα, τύφλωσε τα παράθυρα.

 

Αλλά όχι, κοίτα.

 

Άνθρωποι τσακισμένοι, λειωμένοι, ασάλευτοι

στις υλοτομημένες πόλεις.

Ρώτα τους.

 

Αλλά όχι, άκου.

 

Ουρανός, από φθόνο πράσινος,

ξεχειλίζει από το στόμα μου και τραγουδάει.

Εγώ, ουρανός…

 

Μην ακούς, μην κοιτάζεις. Εγώ…

Τις κουρτίνες τράβα, τύφλωσε τα παράθυρα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 



 

 

ΦΕΤΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ


 ΦΕΤΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ!

ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΛΟΥΜΠΕΣ



PIERRE REVERDY


ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΛΟΥΜΠΕΣ

Ανάμεσα στα άνευ αξίας και εντελώς ανώφελα πράγματα που έχουν καταμετρηθεί, η ποίηση είναι ασφαλώς ένα από εκείνα που προκαλούν τη μεγαλύτερη εντύπωση. Πώς να εξηγήσω τ’ ότι είναι ακριβώς κοίτασμα που από μιας αρχής ο άνθρωπος –πάνω στις πρώτες-πρώτες λαχτάρες της ακάθεκτης νιότης του– ονειρεύεται τρόπους να το  εκμεταλλευτεί; Και από την άλλη τη μεριά πώς να σκεφτούμε την ιδέα (χωρίς μάλιστα να διαγράφεται στα χείλη μας κάποιο θλιμμένο χαμόγελο) ότι μπορεί να γεράσουμε αναμασώντας και αναμασώντας συνέχεια στίχους; Με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα και ακαμψία απ’ όση διαθέτουν οι ταγγισμένοι στρατηγοί θά ’πρεπε να πιάνει τους ποιητές το όριο ηλικίας. Στη ζωή υπάρχουν πράγματα πολύ πιο μάταια απ’ όλα τούτα τα κάλλη που πιάσαμε κάποια μέρα και τους δώσαμε τόσο μεγάλη σπουδαιότητα, τόσο αποκλειστική σημασία. Αφού διασχίσαμε, χωρίς να πάθουμε τίποτα, την εποχή των ονείρων, την εποχή της εικόνας και των στοχασμών, να που φτάνει τώρα η εποχή του χρυσού και εκείνη του λίθου. Οι άλλοι άνθρωποι είναι προς το παρόν και δη με άκρα επιμέλεια ταξινομημένοι σε φακέλους και πατικωμένοι σε κιβώτια. Τα κιβώτια τούτα είναι ερμητικά κλειστά, καρφωμένα, σφραγισμένα και προορίζονται για πολύ μακριά. Τά ’χουνε φορτώσει ήδη σε πλοία που ’χουν σαλπάρει. Πελιδνός τα  βουτάει ορίζοντας και τα καταβροχθίζει με χαμόγελο διφορούμενο. Τα πλοία τούτα εγώ δεν τα βλέπω πια, δεν βλέπω πια τους ανθρώπους, κι ούτε βλέπω πια και τα κιβώτια. Ό,τι βλέπω –το μόνο– είναι ποίηση μεταξύ των γραμμών. Κι εκείνη δεν είναι πια για μένα, ποτέ της δεν ήτανε μες στα βιβλία για μένα. Πλέχει στο δρόμο, στον ουρανό, στα δυσοίωνα εργαστήρια, πάνω από την πόλη. Ζυγιάζεται μεγαλόπρεπα πάνω από τη ζωή που, κατά καιρούς, την παραμορφώνει. Ο δε ουρανός, βασανισμένος και μεταλλασσόμενος, όπως αντικατοπτρίζεται στους δρόμους –τους μόλις και μετά βίας σχεδιασμένους– του μέλλοντος, μες στις λακκούβες και στις λούμπες, αυτός λοιπόν ο ουρανός που γοητεύει τα χέρια μας, αυτός ο μεταξένιος ουρανός, που τον χαϊδέψαμε τόσες και τόσες φορές σαν νά ’τανε ύφασμα πίσω απ’ τα σπασμένα τζάμια, η ποίηση, να τος τώρα φανερώνεται, ιδού αποκαλύπτεται έρημος από λέξεις και από ιδέες πεντάρφανος.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.