Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

ΜΕΙΛΙΧΙΟ ΞΟΡΚΙ



MACEDONIO FERNÁNDEZ


ΜΕΙΛΙΧΙΟ ΞΟΡΚΙ

Βαθιές και πλήρεις
Εκείνες οι δύο αβρές μικρούλες απεραντοσύνες
κατοικούν τα μάτια σου στην όψη σου
σαν ιδιοκτήτριες·
όταν βλέπω στο βάθος τους
να παίζει, ν’ ανεβαίνει
η φλόγα μιας ψυχής ακτινοβόλας, τότε
φαίνεται πως το πρωί αποκτάει σώμα
φωτεινό, εκεί μεταξύ θαλάσσης και ουρανού,
πάνω απ’ τη γραμμή που λικνίζεται στον ύπνο της
ανάμεσα σε δυό βασίλεια γαλανά,
πάνω απ’ τη  γραμμή όπου σταματά η καρδιά μας
για να τη χαϊδέψουν οι ελπίδες της
και τη φιλάει το βλέμμα μας·
όταν το «είναι» μας σκέφτεται
σκουπίζοντας τα δάκρυά του
και, σιωπηλά,
ανοίγεται σε όλες της Ζωής τις αύρες·
όταν κοιτάζουμε
τις στάχτες των ημερών που ήσαν κάποτε
και πλέοντας επέρασαν στο Παρελθόν
όπως κι η σκόνη στο βάθος του δρόμου
απ’ τα ταξίδια που κάναμε προσκυνητές.
Μάτια που ανοίγουν σαν τα χαράματα
και που κλείνοντας αφήνουνε να πέσει το δείλι.

(1904)



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Η ΚΟΙΜΩΜÉΝΗ



PAUL VALÉRY


Η ΚΟΙΜΩΜÉΝΗ

Τί μυστικά μού ανάβει η φίλη μου μες στης καρδιάς το βύθος; –
με τη γλυκιά της μάσκα εδώ η ψυχή της άνθη, ιδού, μυρίζει…
Ποιά μάταιη τροφή το ξάναμμά της το αφελές ταΐζει
και φτιάχνει μιας γυναίκας κοιμωμένης λάμψεις νά ’ναι ως μύθος;

Ανάσες, όνειρα, σιωπή, κατευνασμός με ανίκητο ήθος –
κατάγεις θρίαμβο, ω γαλήνη, κι ο λυγμός σε αναγνωρίζει,
όταν σ’ αυτόν τον γλαφυρό ύπνο κύμα ασήκωτο στηρίζει
συνωμοσίες σε μιάς ανυπέρβλητης εχθράς το στήθος;

Ω κοιμωμένη, με ίσκιους και με μισεμούς ω χρυσωμένη,
η επίφοβή σου ανασαιμιά με τέτοια είν’ δώρα φορτωμένη…
ω εσύ ελαφίνα, επιποθείς τον πλούτο που έβγαλε το κλήμα,

και, μ’ όλο που ’χεις χίλια την ψυχή στην κόλαση κομμάτια,
πες ποιό ρευστό έχεις χέρι στην κοιλιά αγκαλιά, στο σχήμα ντύμα,
ποιός αγρυπνά; Η μορφή σου είν’ άγρυπνη, και τ’ άσβεστά μου μάτια.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Σ’ ΕΝΑΝ ΑΧΡΗΣΤΟ ΚΑΙ ΑΛΗΤΑΡΑ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


Σ’ ΕΝΑΝ ΑΧΡΗΣΤΟ ΚΑΙ ΑΛΗΤΑΡΑ

Σπυράκη, μιας και λες πως ξέρεις μπάσκετ, έλα
με την παλιόμπαλά σου, που ’χεις, τη σπυριάρα,
να παίξουμε μονάκι, για να δεις η φάρα
των παιχταράδων με τί κόλπα και τί τρέλα

σε πόντους μεταφράζει αυτά που έχει μάθει
στις προπονήσεις. Είσαι σάπιο ψαροκάικο,
κι εγώ ’μαι υπερωκεάνειο. Και, ω, σε κάνει σάικο

της ασχετίλας σου, που σε τρυπάει, τ’ αγκάθι.
Μα κι αν ως παίχτης είσαι ο πρώτος των χειρίστων,

καλάθι σού ’χω φυλαγμένο: των αχρήστων.

TRIO SCATOLOGICO LTD




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


TRIO SCATOLOGICO LTD

Ιδού ο Χαρόγιαννος, ο Πίπης και η Μαρίτσα
–ο Πίγκυ, ο Πόγκυ και η Πέγκυ μ’ εγχειρίδια–
να γρούζουν τσαμπουνώντας τα ίδια και τα ίδια
και να βουρκολογιούνται πάντα μες στη γλίτσα

που στ’ άδεια καύκαλά τους χρόνια πια λιμνάζει.
Αυτοχαρακτηρίζονται με κούφια λόγια
και κριτικοί και λόγιοι, μα είν’ απλώς λαμόγια

αγράμματα, ανελλήνιστα. Τους κάνει χάζι
το Μέγα Πανελλήνιον και τους τρεις να βράζουν

στα λασποζούμια τους, σκατά ν’ αναχαράζουν

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΜΟΛΑΟΙ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΜΟΛΑΟΙ

Το ρέμα πια είναι μ’ επιχωματώσεις
λεωφόρος, μα οι ελικοειδείς στροφές σας
ανηφορίζουν με όλες τις ζωές σας
σ’ ένα ύψος ιστορίας ενεστώσης.

Σπερδούκλια και ανεμώνες κι ένας κάμπος
με γράμματα και ανέμων ευκρασία
θερίζουν κάλλος, φως και αθανασία.

Κι αν τ’ όνομά σας σέρνει σ’ ένα θάμπος
το σκοτεινό του έτυμον εδώ και αιώνες,

σημαίνεται στους αμυγδαλεώνες.