Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

ΛΕΧΤΙΚΟ ΟΙΔΗΜΑ




ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


ΛΕΧΤΙΚΟ ΟΙΔΗΜΑ

Φύρερ Πογκλάβνικ απαράμιλλε στην ιταμότητα Ντούτσε
  Κοντουκατόρ Καουντίλιο
θεριά από τσιγαρόχαρτο που φάγατε
  μηδέν ασυνήθιστο
με βουλιμία μεγάλης αμαξοστοιχίας
αν και αγνοούσατε συλλήβδην την ταχύτητα
  σκυλόδοντα της Ιστορίας
τενεκέδες από μιλιταριστικά /ας πω κ’ εγώ την ψευτολέξη/
  απωθημένα
  ο θάνατος ωστόσο σας απαλαίνει
με παράσημα-λειχήνες απάνω στο στήθος σας από Στραβίνσκυ
  διωγμένους από έμορφους στίχους και παρηχήσεις
με λάθη παχύδερμα καρφωμένα στην παρεγκεφαλίδα σας
  κι ωστόσο μοιραζόσαστε την ανυπαρξία
με άλαλον Ιησού με Βούδδα με Σωκράτη με όλους
  τους ακράτητους πεθαμένους
ψηλαφώντας ανήξερα μάρμαρα στα γιγαντόσωμα.
  Η μουσική σας υπήρξε υδροπλάνο
νεκρώσιμη ακρίδα οπού ασθμαίνει ακόμη
  στα μετεωρολογικά δελτία.
Σοπράνο η φιλοδοξία στο σημαιοστόλιστο σεργιάνι.
Σήμερα είναι ήδη χτες του πληχτικού σας μέλλοντος
  ναυτίλος η ενόραση και οι τένοντες
τα ανατομικά πεντάγραμμα του αρθριτικού μου απείρου.



Από την ποιητική συλλογή: «Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα» (1980).
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα, Β΄ (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνα 1994, σελ. 84.

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΣΚΙΑ




ΜΑΡΙΑ ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗ


Η ΣΚΙΑ

Πώς να σε ντύσω
Πώς να σε βάψω
Να σου φορέσω ψηλά τακούνια,
ψηλόλιγνη φιγούρα
Πώς τα μαλλιά σου να χτενίσω
να γράψουν λέξεις να τις δω

Σου ζήτησα να φέρεις χρώματα,
Του καραβιού σου τα πανιά να ζωγραφίσω.

Άσπρα τα θέλεις τα πανιά σου



Από το βιβλίο: Μαρία Γερογιάννη, «Φωνή φωνηέντων», Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2017, σελ. 44.


Ο ΕΚΑΤΟΣ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΓΕΡΕΥΕ ΝΟΣΤΙΜΑ ΦΑΓΗΤΑ




ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ


[Ο ΕΚΑΤΟΣ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΓΕΡΕΥΕ ΝΟΣΤΙΜΑ ΦΑΓΗΤΑ]

Ο Έκατος χρόνια μαγέρευε νόστιμα φαγητά
και το κρασί του έρρεε σπιθίζοντας.
Μα για τον εαυτό του κρατούσε μόνο τη φωτιά.
του τά ’τρωγαν οι καλεσμένοι.



Από το βιβλίο: Μιχάλης Κατσαρός, «Σύγγραμμα», Κέδρος, Αθήνα 1975, σ. 72.

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ




GONZALO ROJAS


Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Όταν ανοίγω στα πράγματα την πόρτα του εαυτού μου:
ποιός μου κλέβει το αίμα, το είναι, την πραγματικότητά μου;
Ποιός με σπρώχνει στο κενό
όταν ανασαίνω; Ποιος είναι
ο δήμιός μου που μένει μάλιστα μέσα μου;

Ω Χρόνε! Ω όψη εσύ πολλαπλή.
Όψη πολλαπλάσια του εαυτού μου.
Βγες έξω από τις ρίζες της μουσικής. Βγες έξω
από τον θρήνο μου. Ύψωσε το γελαστό σου προσωπείο.
Περίμενέ με να σε φιλήσω, κάλλος εσύ σπασμωδικό.
Περίμενέ με στην πύλη της θάλασσας. Περίμενέ με
στο πράγμα εκείνο που αιώνια αγαπάω.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΦΙΓΟΥΡΑ




GIAMPIERO NERI


ΦΙΓΟΥΡΑ

Στο αποδώ κομμάτι του χωραφιού
δίπλα από την ξυλαποθήκη
ανέβαινε ψηλά μια φιγούρα αδιευκρίνιστη,
κάτι σαν κηλίδα μαύρη, σκοτεινότερη όμως
μες στης εσπέρας το μούχρωμα,
κι έμοιαζε σκυλί που πάνω από τις στέγες πέταγε.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.