Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

ΟΤΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΙΘΕΤΑΙ ΕΝ ΑΜΦΙΒΟΛΩ




JOAQUÍN GIANNUZZI


ΟΤΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΙΘΕΤΑΙ ΕΝ ΑΜΦΙΒΟΛΩ

Ανάμεσα στους στίχους εγκαθίσταται μια παύση
και ο κόσμος τίθεται εν αμφιβόλω: τότε βάζω κι εγώ
το πικρό μου κεφάλι να βολτάρει στον κήπο.
Επιμόνως γυρεύω μια φήμη επίγεια νά ’ρχεται
απ’ της συνειδητής γραφής το μέρος.
Πιάνω, χαϊδεύω ένα ώριμο σύκο, μια ντάλια
από το βάρος του νερού γερμένη
πάνω στον σκοτεινό μας πλανήτη. Δεν κατοικούν εδώ,
σε τούτες τις τρυφερές συμφωνίες, οι συνήθεις αρνήσεις
της ύπαρξης, οι μαύροι τους ήχοι. Στα πόδια του τοίχου
κάποιος ψίθυρος απ’ τις βιολέτες, η ευτυχής υγρασία
του βίου ακούγεται του ατομικού. Από το άλλο μέρος είναι
οι ημέρες του πλήθους που υψώνει τη γροθιά του
με γνώση αποφασιστική αφιονισμένο. Τα πράγματα αυτά
τα έχει το ίδιο επιλέξει. Καταλαμβάνει τη γη
εξ εφόδου, τη γονιμοποιεί με την αίσθηση
του χρέους. Και να, ακούγεται τώρα ένας πυροβολισμός:
Ώστε πρέπει να επιλέξω; Να πω ψέματα
στης κάμαράς μου μέσα το σκοτάδι;
Πώς να είμαι ακριβής; Ο χρόνος επισπεύδει τον πανικό του
μές στο κεφάλι μου, εκεί και τότε ακριβώς
όπου ένα ουρλιαχτό ταλαντώνεται δυσοίωνο
από το ένα άκρο του αγνώστου στο άλλο.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Η ΡΟΔΙΑ ΣΤΗ ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ




ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΛΙΑΚΟΥ (1976)


Η ΡΟΔΙΑ ΣΤΗ ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Σπάσανε τα χέρια σου κι έπεσαν
στη γη, χαλίκια.
Κι εγώ,
που τόσο ήθελα να μ’ αγκαλιάσεις,
έσκυψα και μες στην τσέπη τά ’βαλα.

Κι όπως σε είδα να μ’ αφήνεις,
δεν ήξερα πως κάποτε
δε θα με καίει τ’ ουρανού σου η βροχή
και η ροδιά που μού ’δειξες στου δρόμου τη στροφή.

Όσο για τα χαλίκια,
με τον καιρό γινήκαν βότσαλα,
που  έσπειρα στη θάλασσα
και φύτρωσαν κοράλλια.



Από το βιβλίο: Μαριάννα Πλιάκου, «Σιωπή», Πολύτροπον, Αθήνα 2015, σελ. 35.


ΑΒΕΛΑΡΔΟ ΚΑΣΤΙΓΙΟ!




ABELARDO CASTILLO


ESPEJOS

Antes que yo, dos hombres han sentido
el sagrado pavor de los espejos.
No soy yo, es mi miedo lo que mido
con esos dos, tan altos y tan lejos.

Poe y Borges supieron de esta rara
maldición de la luz: la que duplica
el horror paulatino de mi cara
que en vejez, tiempo y muerte se disipa.

Dios debiera velarnos a estos jueces
de la ruina del alma y de sus grietas.
Ya es pecado morir, por qué mil veces
matarse entre cristales y aguas quietas.

Por eso no hay espejos en mi casa.
En la pared, un gran dibujo intenta
fijar mi antigua cara. El tiempo pasa
y me asesina sin que yo lo sienta.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

ΟΣΚΑΡ ΤΙΒΕΡΙΟ!




OSCAR TIBERIO


[TENDIDA EN LOS ESCAÑOS DE LA PLAZA]

Tendida en los escaños de la plaza,
Bajo el frescor tardío de la fronda,
Promiscua serie de hombres se solaza,
Mientras alguna hembra cruza oronda.

Éste, a través de su ilusión la abraza;
Aquél, la insulta con su boca hedionda;
Y otro, desecho de una noble raza,
Sin verla apenas en sí mismo ahonda.

Los más, arriba el pensamiento vuelven.
Muertos de hambre o muertos de pereza,
Allá en el infinito se revuelven.

Para caer después desde la altura,
Soñando siempre: aquél, con la riqueza;
Y éste, con el cajón de la basura.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

ΑΝΕΜΟΣ ΦΥΣΑΕΙ ΤΡΟΜΕΡΟΣ




HENRI MICHAUX


ΑΝΕΜΟΣ ΦΥΣΑΕΙ ΤΡΟΜΕΡΟΣ

Άνεμος φυσάει τρομερός.
Και αν δεν είναι παρά μια μικρή τρύπα στο στήθος μου,
Παραταύτα άνεμος φυσάει τρομερός...
Στην τρύπα υπάρχει μίσος (πάντοτε) αλλά και φόβος
και είσαι ανίσχυρος:
Είσαι ανίσχυρος και ο άνεμος εκεί είναι πυκνός,
είναι ισχυρός όπως οι στρόβιλοι,
Έσπασε μι’ ατσάλινη βελόνα,
Και ας μην είναι παρά μόνο άνεμος, κενό...



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

ΓΟΝΣΑΛΟ ΡΟΧΑΣ!




GONZALO ROJAS (1917-12011)


AL SILENCIO

Oh voz, única voz: todo el hueco del mar,
todo el hueco del mar no bastaría,
todo el hueco del cielo,
toda la cavidad de la hermosura
no bastaría para contenerte,
y aunque el hombre callara y este mundo se hundiera
oh majestad, tú nunca,
tú nunca cesarías de estar en todas partes,
porque te sobra el tiempo y el ser, única voz,
porque estás y no estás, y casi eres mi Dios,
y casi eres mi padre cuando estoy más oscuro.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

ΖΑΝ ΚΟΚΤΩ!




JEAN COCTEAU (1889-1963)


MUSÉE SECRET

Alice quitte un peu la terre
entre les bras du militaire
malgré ce qu'elle avait promis
formellement à son ami

*

Carmen prompte au plaisir
qui longtemps la secoue

se cramponne au rebord du lit
cabrée à l'avant du roulis

comme une figure de proue

*

Le matelot sous sa chemise qu'il remet
cache aux yeux amoureux de Flora la négresse
son ventre tatoué où préside aux caresses
un Peau-Rouge accroupi fumant le calumet

*

Les sirènes d'un paquebot
Montent la nuit tristement
Céline lave en son hublot
L'orage du dernier amant

*

Silence


oursin de nos narines
dans le désordre
écartelé

à ton odeur rose marine
tout le visage
est attelé

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

ΠΑΒΛΟ ΔΕ ΡΟΚΑ!




PABLO DE ROKHA (1894-1968)


[MORDIDO DE CANALLAS]

Mordido de canallas, yo fui "el gran solitario
de las letras chilenas", guerrero malherido,
arrastro un desgarrado corazón proletario
y la decisión épica de no caer vencido.

Sobre la patria arada de espanto, mi calvario
chorrea sangre humana, y un sol despavorido
me va ciñendo el cuerpo de fuego extraordinario,
como un caballo de oro con el freno perdido.

Irreductible al látigo, salvaje e innumerable,
el instinto social me da el imponderable,
y descubro un subsuelo que el drama humano aprueba.

Con tu recuerdo, al hombro, mi rol específico,
y como andando solo, en ti me identifico,
fundo con tus cenizas una religión nueva.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Η ΠΟΙΗΣΗ


OCTAVIO PAZ


Η ΠΟΙΗΣΗ

Στὸν Λουὶς Θερνούδα

Τί χτυπᾶς τὸ στῆθος μου πάλι;
Μοῦ ἔρχεσαι ξανὰ σιωπηλή, μυστική, ὁπλισμένη
σὰν πολεμιστὴς σὲ πόλη ποὺ κοιμᾶται·
μοῦ ζεματᾶς τὴ γλώσσα μὲ τὰ χείλη σου βεντοῦζες
καὶ ξυπνᾶς τὶς μανίες ὅλες καὶ τὶς ἀπολαύσεις
ξεσηκώνεις μιὰ δίχως τέλος ἀγωνία
ποὺ πυρπολεῖ ὅ,τι ἀγγίζει
καὶ μὲς στὸ κάθε πράγμα πάει καὶ γεννάει
τὴ ζοφερή, γνοφώδη ἀπληστία.

Ὁ κόσμος πέφτει καὶ λειώνει
ὅπως στὴ φωτιὰ τὸ μέταλλο
Κι ἐγὼ ἀπὸ τὰ ἐρείπιά μου σηκώνομαι,
μόνος, γυμνὸς καὶ ὀνειδισμένος,
καὶ πάω πάνω ἀπὸ τὸν τεράστιο βράχο τῆς σιωπῆς,
σὰν μαχητὴς μοναχικός,
τραβῶ ἀπέναντι σὲ ἐχθροὺς ἀόρατους.

Ἀλήθεια φλεγόμενη,
σὲ τί μὲ σπρώχνεις;
Δὲν θέλω τὴν ἀλήθεια σου,
οὔτε τὸ ζήτημά σου τὸ ἀνόητο.
Πρὸς τί λοιπὸν ἐτοῦτος ὁ ἀγώνας ὁ ἄγονος;
Δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος πλάσμα ἱκανὸ νὰ σὲ χωρέσει,
ἀπληστία ποὺ μόνο μὲ τὴ δίψα χορταίνεις,
φλόγα ποὺ κατατρῶς ὅλα τὰ χείλη,
πνεῦμα ποὺ δὲν ζεῖς σὲ καμία μορφή,
καὶ κατακαῖς ὅλες τὶς μορφές, ὅλα τὰ σχήματα,
μὲ μιὰ φωτιὰ μυστικὴ καὶ ἄσβηστη, μὲ ἄφθαρτο πῦρ.

Ἐπιμένεις ὅμως, ἐπιμένεις, κλαυσίγελε,
καὶ ἱδρύεις ἐντός μου τὸ βασίλειό σου τὸ ἔρημο,
ἕνα δακρυόεν γελᾶν.

Βγαίνεις ἀπ᾽ ὅ,τι βαθύτερο μέσα μου,
ἀπ᾽ τὸ ἄρρητο βγαίνεις τῆς οὐσίας μου κέντρο,
καὶ εἶσαι στρατός, εἶσαι παλίρροια.
Μεγαλώνεις, ἀβγατίζεις, καὶ ἡ δίψα σου μὲ πνίγει,
μὲ ἐκτοπίζει, μὲ τυρανάει
μὲ ὅ,τι δὲν ὑποχωρεῖ, δὲν δειλιάζει
μπρὸς στὸ φρενῆρες φάσγανό σου.
Τώρα πιὰ μόνο ἐσὺ μὲ κατοικεῖς,
ἐσύ, ἀνώνυμη, μανιακὴ οὐσία, ἐσύ,
ὑποχθόνια ἀπληστία, ἐσύ, ταμάχι παραληρηματικό.
Τὸ στῆθος μου χτυπᾶνε τὰ φαντάσματά σου
ποὺ τὰ ξύπνησε τοῦ δαχτύλου μου τὸ ἄγγιγμα·
ἔπειτα παγώνεις ὅλον τὸν νοῦ μου
καὶ μιλᾶνε μὲ χάρισμα προορατικὸ τὰ μάτια μου.

Στοχάζομαι τὸν κόσμο καὶ σ᾽ ἀγγίζω,
σὲ ἀγγίζω, οὐσία ἀνέγγιχτη, σὲ ἀγγίζω,
τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ μου ἑνότητα,
καὶ κατανοῶ ἀπολύτως τὴ μάχη ποὺ μάχομαι,
κατανοῶ τὸν χωμάτινο γάμο μου.

Εἰκόνες θολώνουν τὰ μάτια μου ἀντίπαλες·
καὶ τὶς ἴδιες εἰκόνες
ἄλλες, πιὸ βαθειές, τὶς ἀρνοῦνται —
ψέλλισμα πυρίκαυστο,
νερὰ ποὺ πνίγει ἕνα νερὸ πιὸ κρυφὸ καὶ πυκνότερο.
Στὸ ὑγρό του σκοτάδι ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος συμπίπτουν,
ἡ ἠρεμία καὶ ἡ κίνηση ἐκεῖ μέσα ταυτίζονται.

Νὰ ἐπιμένεις πάντα, νικήτρα, νὰ ἐπιμένεις,
διότι ἐγὼ μόνο ἔτσι ὑπάρχω: ἐπειδὴ ὑπάρχεις ἐσύ·
τὸ στόμα μου καὶ ἡ γλώσσα μου φτιάχτηκαν
γιὰ νὰ λένε τὴ δική σου ὕπαρξη μόνο
καὶ τὶς μυστικὲς συλλαβές σου, ὦ λόγε
ἄθικτε καὶ λόγε ἐσὺ δεσποτικέ,
ὦ οὐσία ἐσὺ τῆς ψυχῆς μου ἀτόφυα.

Εἶσαι ἁπλῶς καὶ μόνο ὄνειρο·
μέσα σου ὅμως κοιμᾶται ὁ κόσμος
καὶ ἡ ἀλαλία του μιλᾶ μὲ τὶς λέξεις σου.
Ἀκραγγίζω μόλις τὸ στῆθος σου,
τῆς ζωῆς αὐτὸ τὸ ἠλεκτροφόρο σύρμα-σύνορο,
αὐτὸν τὸν αἱμάτινο ζόφο,
ὅπου συνομολογεῖ καὶ συναποδέχεται τὰ πάντα
τὸ ἄγριο, τὸ ἀνήμερο καὶ ἐρωτευμένο στόμα,
ἄπληστο γιὰ νὰ καταστρέψει ὅ,τι ἀγαπᾶ
καὶ γιὰ νὰ ξαναζωντανέψει ὅ,τι ἤδη κατάπιε —
ἀκραγγίζω μόλις τὸ στῆθος σου,
καὶ μένει ὁ κόσμος ἀπαθής, ἀτάραχος
καὶ πάντα μὲ τὸν ἑαυτό του ταυτόσημος,
γιατὶ δὲν χωράει νὰ μπεῖ σὲ κανένα καλούπι
οὔτε καὶ ἐπιμένει καθόλου σὲ ὅ,τι ἔχει ἤδη γεννήσει.

Πήγαινέ με, ὦ ἐσὺ μοναχική μου,
πήγαινέ με στὰ ὄνειρα,
πήγαινέ με, μανούλα μου,
πήγαινέ με ἐκεῖ,
καὶ ξύπνα με ἀπ᾽ ὅλα τ᾽ ἄλλα,
κάνε με νὰ ὀνειρευτῶ τὸ ὄνειρό σου,
καὶ ἄλειψέ μου μὲ λάδι τὰ μάτια
νὰ μὲ ἀναγνωρίζεις ὅποτε σὲ γνωρίζω.



Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.