Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

ΑΠΟΛΛΙΝΑΙΡ!




GUILLAUME APOLLINAIRE


O MA TENDRE PUTAIN


Tes mains introduiront mon beau membre asinin
Dans le sacré bordel ouvert entre tes cuisses
Et je veux l'avouer en dépit d'Avinain
Que me fait ton amour pourvu que tu jouisses

Ma bouche à tes seins blancs comme des petits suisses
Fera l'honneur abject des suçons sans venin
De ma mentule mâle en ton con féminin
Le sperme tombera comme l'or dans les sluices

O ma tendre putain tes fesses ont vaincu
De tous les fruits pulpeux le savoureux mystère
L'humble rotondité sans sexe de la terre

La lune chaque mois si vaine de son cul
Et de tes yeux jaillit quand tu les voiles
Cette obscure clarté qui tombe des étoiles.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Anna Maria Rizzoli.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΤΖΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΤΖΗΣ


ΗΣΟΥΝ ΩΡΑΙΑ


Το πρώτο βράδυ που σε πήρα αγκαλιά
Θυμάμαι ήτανε γλυκιά Πρωτομαγιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Το άλλο βράδυ στη ζεστή την αμμουδιά
Μου είπες λόγια που με βρήκαν στη καρδιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Τώρα που πέρασε κι αυτή η Πρωτομαγιά
Καινούργια όνειρα σε πήραν μακριά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.



Μουσική: Κουγιουμτζής Σταύρος.
Στίχοι: Δασκαλόπουλος Άκος.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ


ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Εδώ το φως είναι σκληρό
σε δυσκολεύει να το δέσεις μαζί με τις κουρτίνες
στην άκρη του παράθυρου
και στο περβάζι ένα λουλούδι
σαν ηλιοτρόπιο γυρίζει στην περσινή Πρωτομαγιά.

Σαν παίρνει να βραδιάζει
στέκεσαι εκεί μετρώντας τα καράβια φορτωμένα κόκκαλα
τον μεταβολισμό της νεκρής ζώνης που φωσφορίζει τη βροχή
σαν ξεχασμένο φίλντισι.

Διστάζεις να κοιτάξεις κατάματα το δρόμο.
Η φωνή μας δεν είναι μήτε μια σταγόνα
μια σταγόνα που θα ανέβαζε το κύμα
να σκεπάσει ένα χαλίκι.

Ένα δρεπάνι φεγγαριού θερίζει φανοστάτες.

Περιμένουμε κάποιον
να μας μάθει πώς σφυράνε οι καλαμιές στα δάκτυλα του ανέμου
πώς γίνεται ξανά η μέρα μέρα και το αστέρι αστέρι.

Περιμένουμε το φως να μπει απ' το παράθυρο
ίδιο φίλι γυναίκας μέσα απ' το σκισμένο πουκάμισο.

Η ΜΑΡΙΑ ΔΟΛΟΡΕΣ ΠΡΑΔΕΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΙΛΟΝΓΚΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η MARIA DOLΟRES PRADERA


MILONGA SENTIMENTAL


Milonga pa' recordarte.
Milonga sentimental.
Otros se quejan llorando
yo canto pa' no llorar.
Tu amor se seco de golpe
nunca dijiste por que.
Yo me consuelo pensando
que fue traición de mujer.

Varon, pa' quererte mucho,
varon, pa' desearte el bien,
varon, pa' olvidar agravios
porque ya te perdone.
Tal vez no lo sepas nunca,
tal vez no lo puedas creer,
tal vez te provoque risa
!verme tirao a tus pies!

Es facil pegar un tajo
pa' cobrar una traición
o jugar en una daga
la suerte de una pasión.
Pero no es facil cortarse
los tientos de un metejon
cuando estan bien amarrados
al palo del corazón.

Varon, pa' quererte mucho, etc.
Milonga que hizo tu ausencia.
Milonga de evocación.
Milonga para que nunca
la canten en tu balcon.
Pa' que vuelvas con la noche
y te vayas con el sol.
Pa' decirte que si, a veces,
o pa' gritarte que no.

ΡΟΝΣΑΡ!



PIERRE DE RONSARD


LES POÈTES L’ONT SI BIEN DIT...


Je te salue, ô merveillette fente,
Qui vivement entre ces flancs reluis;
Je te salue, ô bienheureux pertuis,
Qui rend ma vie heureusement contente!

C'est toi qui fais que plus ne me tourmente
L'archer volant qui causait mes ennuis;
T'ayant tenu seulement quatre nuits
Je sens sa force en moi déjà plus lente.

Ô petit trou, trou mignard, trou velu,
D'un poil folet mollement crespelu,
Qui à ton gré domptes les plus rebelles:

Tous vers galans devraient, pour t'honorer,
A beaux genoux te venir adorer,
Tenant au poing leurs flambantes chandelles!



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Kristin Cavallari.

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Η ΑΝΝΑ ΒΙΣΣΗ ΚΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ


ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ


Αν είναι κόσμος όμορφος
είναι και κόσμος ψεύτης
που μοιάζει σκοτεινό γυαλί
και σαν παλιός καθρέφτης

Στα χρόνια της υπομονής
δε μας θυμήθηκε κανείς

Τα γράμματα μου γύρισες
χωρίς να τα διαβάσεις
μα πες μου γιατί βιάστηκες
να με καταδικάσεις

Στα χρόνια της υπομονής
δε μας θυμήθηκε κανείς



Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου.
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής.

ΚΗΠΟΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ


ANTONIO MACHADO


ΚΗΠΟΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ

Κήποι των παιδικών μου χρόνων
αγνού φωτός, που τι θαμπώνει κιόλα ο χρόνος
με του απριλιού τις μπόρες... μ' ένα θαύμα
λάμψετε, κήποι, κάποιων νέων ματιών.


Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.
Από το βιβλίο: Antonio Machado, "Ποιήματα", πρόλογος, εκλογή, μετάφραση Ρήγας Καππάτος, Εκάτη Αθήνα 2009, σελ. 69.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΖΑΝΝΑ ΦΡΑΤΕΛΛΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ROSANNA FRATELLO: CALABRISELLA MIA

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

ΜΕ ΔΑΓΚΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΝΑ


FEDERICO GARCÍA LORCA


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΑΡΑΚΑΛΕΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΝΑ ΤΟΥ ΓΡΑΨΕΙ


Αγάπη μου βαθιά και ζωντανέ μου Χάρε, εν τέλει
εις μάτην και ανωφέλως να μου γράψεις περιμένω.
Και συλλογιέμαι πως, αν άνθος είμαι μαραμένο
και αν ζω χωρίς εμένα, να σε χάσω δεν με μέλλει.

Ο αγέρας είναι αθάνατος, κι η πέτρα καν δεν θέλει
τον ίσκιο να γνωρίσει ή ν’ αποφύγει. Και επιμένω
πως η καρδιά μας δεν ορέγεται το παγωμένο
που τρέχει από του φεγγαριού τις αρτηρίες μέλι.

Εγώ όμως έφτασα στο αμήν. Τις φλέβες μου είχα ανοίξει,
και στη γλυκιά σου μέση ο τίγρης με την περιστέρα
με δαγκωνιές και κρίνα αναμετριούνταν δίχως λήξη.

Την τρέλα μου με λέξεις γέμισέ την πέρα ώς πέρα,
ει δ’ άλλως άσε τη νυχτιά καλά να με τυλίξει
της μαύρης μου ψυχής, που ’ν’ σαν του θάνατου φοβέρα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ "ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΜΑΝΤΑΤΑ"


Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ "ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΜΑΝΤΑΤΑ" ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ

Ποίηση: Βιτσέντζος Κορνάρος.
Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης.

ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΟΡΙΖΕΙ Η ΠΕΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΤΣ' ΕΡΩΤΙΑΣ Η ΚΡΙΣΗ


ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ


ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
(Α΄, στίχοι 239-270)


Αδέρφι μου, γνωρίζω το, θωρώ τον κόπο χάνω,
και τό ζυγώνω έτσι μακρά, ποτέ μου δεν το φτάνω.
Κατέχω, κι α' μαθητευτεί εκείνο οπού ξετρέχω,
εσίμωσε το τέλος μου, και πλιό ζωή δεν έχω.
Μα επιάστηκα, εμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμό δεν έχω,
μ' όλο που βλέπω το κακό, το βλάψιμο κατέχω.
Λογιάζω το, γνωρίζω το, πως πρέπει να τ' αφήσω,
και με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω,
μην κάμουσιν αναλαμπήν, οπού τη λάμψη δίδει,
και φανερώσει το κρουφόν, οπού'ναι στο σκοτίδι•
κι ό,τι κι α' χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,
έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες.
Μα ίντα μου ξάζει να γρικώ και τα πρεπά να γνώθω,
εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον Πόθο;
Ίντα μου ξάζει να γρικώ; τί με φελά να ξεύρω;
Από το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω.
Πλιό μπόρεση ο λογαριασμός δεν έχει να βουηθήσει,
εκεί όπου ορίζει η Πεθυμιά και τσ' Ερωτιάς η κρίση.
Οι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου είν' το σημάδι,
και μάχουνται, και ποιός μπορεί να τα συβάσει ομάδι;
Ο Πόθος, όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,
γνώση δεν εί' ουδέ δύναμη να τον-ε πολεμήσει.
Πολλά μεγάλην Αφεντιάν, πολλά μεγάλη χάρη
έχει τ' ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι•
βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει,
και το κακό, που μελετά, δε μας το φανερώνει•
την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,
φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μάς μαγερεύγει.
Άλλοι, άξοι, φρονιμότατοι, που'χαν Καιρού θεμέλιο,
του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο.
Εύκολα και τα κάρβουνα κ' η σπίθα αναλαμπάνει
τ' άχερα, τα λινόξυλα, πούρι και να τα φτάνει.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΟΥΡΕΛΙΟ ΦΙΕΡΡΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο AURELIO FIERRO


'A SONNAMBULA


Carmela è na bambola,
e fa 'ammore cu me...
Ma 'a mamma è terribile:
Nun mm' 'a vò' fá vedé...

Allora aggio truvato
nu bellu ritrovato:
Carmela fa 'a sunnambula
pe' mme vení a truvá...
E fa scema a mammá!

E cu 'a scusa ch'è na sunnambula,
chesta bambola, nèh, che fa?
Tutt' 'e ssere, pe' copp'a ll'ásteco,
vène a ll'ùnnece a passiggiá...

'Ncopp'a ll'ásteco ce stóngh'io
e lle dico: "Stó' ccá pe' te..."
E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

'O pate, 'On Arcangelo,
pe' dispietto nun vò'...
Lle sóngo antipatico
e mm'ha ditto ca no...

Ma a me che mme ne 'mporta?
Io tengo aperta 'a porta...
Carmela, comm''o ssolito,
mme vène a cunzulá...
E fa scemo a papá!!

E cu 'a scusa ch'è na sunnambula,
chesta bambola, nèh, che fa?
Tutt' 'e ssere, pe' copp'a ll'ásteco,
vène a ll'ùnnece a passiggiá...

'Ncopp'a ll'ásteco ce stóngh'io
e lle dico: "Stó' ccá pe' te..."
E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

'Ncopp'a ll'ásteco ce stóngh'io
e lle dico: "Stó' ccá pe' te..."
E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

ΑΛΕΪΣΑΝΔΡΕ!




VICENTE ALEIXANDRE


VIDA

Un pájaro de papel en el pecho
dice que el tiempo de los besos no ha llegado;
vivir, vivir, el sol cruje invisible,
besos o pájaros, tarde o pronto o nunca.
Para morir basta un ruidillo,
el de otro corazón al callarse,
o ese regazo ajeno que en la tierra
es un navío dorado para los pelos rubios.
Cabeza dolorida, sienes de oro, sol que va a ponerse;
aquí en la sombra sueño con un río,
juncos de verde sangre que ahora nace,
sueño apoyado en tí calor o vida.


Το υλικό της άνάρτησης μάς το έστειλε η Μόνικα.

Ο ΑΜΑΝΘΙΟ ΠΡΑΔΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Ο AMANCIO PRADA ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ SAN JUAN DE LA CRUZ


NOCHE OSCURA


En una noche oscura,
con ansias en amores inflamada,
(¡oh dichosa ventura!)
salí sin ser notada,
estando ya mi casa sosegada.

A oscuras y segura,
por la secreta escala disfrazada,
(¡oh dichosa ventura!)
a oscuras y en celada,
estando ya mi casa sosegada.

En la noche dichosa,
en secreto, que nadie me veía,
ni yo miraba cosa,
sin otra luz ni guía
sino la que en el corazón ardía.

Aquésta me guïaba
más cierta que la luz del mediodía,
adonde me esperaba
quien yo bien me sabía,
en parte donde nadie parecía.

¡Oh noche que me guiaste!,
¡oh noche amable más que el alborada!,
¡oh noche que juntaste
amado con amada,
amada en el amado transformada!

En mi pecho florido,
que entero para él solo se guardaba,
allí quedó dormido,
y yo le regalaba,
y el ventalle de cedros aire daba.

El aire de la almena,
cuando yo sus cabellos esparcía,
con su mano serena
en mi cuello hería,
y todos mis sentidos suspendía.

Quedéme y olvidéme,
el rostro recliné sobre el amado,
cesó todo, y dejéme,
dejando mi cuidado
entre las azucenas olvidado.

ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα
ρυακάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα τους
μιλήσω ελληνικά, επειδή
δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε
μεταξύ τους με μουσική.