ARTHUR RIMBAUD
FAIRY
I
Για την Ελένη συνωμότησαν οι διακοσμητικοί χυμοί μες στις παρθένες σκιές όπως και οι απαθείς διαύγειες μες στην αστρική σιωπή. Η ζέση του καλοκαιριού αποέσπασε την εμπιστοσύνη των βουβών πουλιών, η δε προσήκουσα νωθρότητα αφέθηκε σε μια βάρκα ανεκτίμητου πένθους, που αρμενίζει σε όρμους νεκρών ερώτων και εξαχνωμένων αρωμάτων.
— Ύστερα από τη στιγμή του τραγουδιού των ξυλοκοπισσών, στο φλίφλισμα του χείμαρρου κάτω από τα ερειπωμένα δάση, στα κουδουνίσματα των βοοειδών, στον αντίλαλο των κοιλάδων και στις κραυγές των στεπών. —
Για τα παιδικά χρόνια της Ελένης ρίγησαν και δέρατα και ίσκιοι — και των φτωχών τα στήθη, και τ’ ουρανού οι θρύλοι.
Και τα μάτια της και ο χορός της, σε κατάσταση υπεροχής ακόμα και μπροστά στις πολύτιμες λάμψεις, και μπροστά στις ψυχρές επιρροές, μα και μπροστά στην απόλαυση του όλου σκηνικού διακόσμου και της μοναδικής της ώρας.
II ΠΟΛΕΜΟΣ
Παιδί σαν ήμουν κάποιοι ουρανοί μού όξυναν την όρασή μου: όλοι δε οι χαρακτήρες εκλέπτυναν τα χαρακτηριστικά μου. Τα Φαινόμενα περιτοιχίζονται. — Τώρα, η αιώνια εναλλαγή των στιγμών και το άπειρο των μαθηματικών με κυνηγούν έξω απ’ αυτόν τον κόσμο όπου βιώνω όλες τις πολιτικές επιτυχίες, όντας σεβαστός απ’ την αλλόκοτη παιδική ηλικία και τις τεράστιες αγάπες. — Ονειρεύομαι έναν Πόλεμο, δικαίου ή ισχύος, και λογικής εντελώς απρόβλεπτης.
Είναι μάλιστα τόσο απλό όσο και μια μουσική φράση.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου