PABLO NERUDA
ΣΤΟΝ
ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ
Φιντέλ, Φιντέλ, από
καρδιάς σ’ ευχαριστούν οι λαοί
για λόγους που έγιναν
πράξη και για έργα που λεν τραγούδια·
γι’
αυτό κι εγώ ήρθα από μακριά και σου ’φερα
μια
κούπα κρασί της πατρίδας μου:
είναι
το αίμα ενός λαού υπόγειου
που
φτάνει γραμμή απ’ το σκοτάδι στο λαρύγγι σου·
είναι
ορύχοι που ζουν αιώνες κι αιώνες τώρα
να
βγάζουν φωτιά απ’ της παγωμένης γης τα σπλάχνα.
Πάνε
κάτω απ’ τη θάλασσα να βρούνε κάρβουνο
κι
όταν γυρίζουν, μοιάζουν φαντάσματα·
έχουν
συνηθίσει την αξημέρωτη νύχτα,
το
φως της μέρας τους το ’χουν κλέψει,
κι
ωστόσο εσύ κρατάς την κούπα που ’ρθε
μέσ’
από τόσα βάσανα και τόσες αποστάσεις —
είναι
η χαρά του φυλακισμένου άνθρωπου,
που
ερέβη τον κατοικούν κι ελπίδες
και
που μέσ’ απ’ τα μεταλλεία ξέρει πότε
ξανάρθε
η άνοιξη μ’ όλα της τα χίλια αρώματά,
γιατί
ξέρει καλά πως ο άνθρωπος παλεύει
για
να κερδίσει την ολόφωτη διαύγεια.
Θωρούν
του Νότου οι ορύχοι την Κούβα,
τη
βλέπουν τα μοναχικά παιδιά της πάμπας,
οι
βοσκοί του ψύχους στην Παταγονία,
οι
πατεράδες του ασημιού και της πλατίνας
κι
όσοι παντρεύτηκαν την κορδιγιέρα
βγάζοντας
χαλκό στην Τσουκικαμάτα,
τη
βλέπουν οι άνθρωποι των κρυμμένων λεωφορείων
στης
νοσταλγίας τα παραπήγματα, τη βλέπουν
οι
γυναίκες στους κάμπους και στα εργαστήρια
και
τα παιδιά που θρήνησαν τα παιδικά τους χρόνια.
Να
τη η κούπα — πάρ’ την, Φιντέλ, και πιες την!
Είναι
ξέχειλη από τόσες ελπίδες
που
πίνοντάς την θα μάθεις ότι η νίκη σου
είναι
σαν το παλιό κρασί της δικής μου πατρίδας:
δεν
το ’φτιαξε ένας άνθρωπος, το ’φτιαξαν πολλοί·
δεν
το ’φτιαξε μια ρόγα, το ’φτιαξαν χιλιάδες αμπέλια·
δεν
το ’φτιαξε ένας καπετάνιος, το ’φτιαξαν μάχες και μάχες.
Και
είναι όλοι μαζί σου, γιατί αντιπροσωπεύεις
όλη
την τιμή της μεγάλης κι αδιάκοπης πάλης μας·
κι
αν έπεφτε η Κούβα, θα πέφταμε κι εμείς,
μα
θα σηκωνόμασταν να ’ρθούμε να τήνε σηκώσουμε·
κι
αν ανθίζει μ’ όλα της τ’ άνθη, λουλούδια
και
με τους χυμούς τους δικούς μας θα βγάλει.
Κι
αν τολμήσουν της Κούβας ν’ αγγίξουν το μέτωπο,
το
ελευθερωμένο πια από τα δικά σου χέρια,
απέναντί
τους τις γροθιές θα βρούνε των λαών —
μεμιάς
θ’ αδράξουμε τα ξεθαμμένα μας άρματα:
αντάμα
το αίμα και η περηφάνεια θα τρέξουν
την
πολυαγαπημένη μας να υπερασπιστούνε Κούβα.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου