Σάββατο 2 Ιουλίου 2022

ΠΟΥΛΙΑ

 


MARIO LUZI

 

ΠΟΥΛΙΑ

 

Ο άνεμος είναι μια τραχιά φωνή, ένα προμήνυμα

από κάποιο σμάρι που πότε-πότε βρίσκει απάγκιο

ή καταφύγιο σε τούτα τα ξερόκλαδα.

Ο όχλος τούτος όταν ξαναπιάνει το θλιβερό του πέταγμα,

αποδημεί για την καρδιά των βουνών, σ’ ένα μαβί

σκαμμένο μέσα σ’ ένα μαβί ανεξάντλητο,

ορυχείο απύθμενο στο διάστημα μέσα.

Η πτήση είναι αργή, δύσκολα τρυπάει

το γαλάζιο εκείνο που ανοίγεται πέρ’ απ’ το γαλάζιο

στον χρόνο εκείνον που κυλάει πέρ’ απ’ τον χρόνο· κάποια

πουλιά βγάζουν στριγκές κραυγές που κουτρουβαλιάζονται,

μα ποτέ δεν βρίσκουν επιφάνεια να χτυπήσουνε πάνω της.

Ό,τι μας μοιάζει εμάς είναι των κορυφών η κίνηση

την ώρα που –αδύνατο να το σκεφτείς

ή να το πεις– πάνω σε κάτι αόρατους μίσχους

μια αλλόκοτη άνοιξη ένα γύρο

ανθίζει με σύννεφα αραιά που τα βόσκει

ο άνεμος σ’ έναν ουρανό τη μια νοτισμένον

και καψαλισμένον την άλλη, η δε τύχη της ημέρας

ποικίλλει: χαλαζοπτώσεις, βροχές, αιθρία.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

 





ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Τα τεύχη 6 και 7 της εξαμηνιαίας περιοδικής έκδοσης "Αχιλλίου Πόλις", που εκδίδεται από την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου.
Στο τχ. 6 ανάμεσα στα άλλα εξαιρετικής ποιότητας κείμενα διαβάζουμε το δοκίμιο του φίλου μου πρωτοπρεσβύτερου Θεμιστοκλή Μουρτζανού με τίτλο "Η γλώσσα της εκκλησίας". Η πρώτη του μορφή ως διάλεξη στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο είχε εντυπωσιάσει το κοινό. Είναι πράγματα γνωστά τόσο η ευρυμάθεια του συγγραφέα στον θεολογικό, ιστορικό, φιλοσοφικό και λογοτεχνικό τομέα όσο και η βαθύτητα των προσεγγίσεών του. Πάντα άξιος, φίλε μου καλέ!
Στο τχ. 7 διαβάζουμε τη βαθυστόχαστη εισαγωγή του αείμνηστου φίλου Ερωτόκριτου Μωραΐτη στο έργο του Σήμους Χίνι "Η κυβέρνηση της γλώσσας", που είχε μεταφράσει και που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη. Το κείμενο αυτό δεν είχε δημοσιευθεί στο εκδοθέν βιβλίο.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΜΟΥ


 

JUAN CUNHA

 

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΜΟΥ

 

Αυτός που υπήρξα εγώ γυρνάει κλαίγοντας, και δεν υπάρχει τρόπος

Να μερέψει ο μοναχικός του πόνος.

Αυτός που υπήρξα εγώ γυρνάει κλαίγοντας: είναι παιδί, απλώς ένα παιδί

Που δεν αντέχει τ’ απογεύματα.

 

Θα τού ’λεγα να σηκωθεί να φύγει,

Ότι δεν έχω πια στην κατοχή μου τις ιχνογραφίες εκείνες

Με τα τοπία, όπου έφεγγε το φως του δειλινού ακόμα κάπως·

Από εκεί περνούσε άγγελος με φωτοστέφανο

 

Μα εγώ δεν έχω πλέον το κουράγιο να επιστρέψω.

Το παιδί με ακουμπάει στον ώμο, και σταματάει

Σαστισμένο: δεν καταλαβαίνει, και κλαίει κι άλλο.

Η όψη που μου δείχνει με καλεί νά ’μαστε αντιμέτωποι.

 

Και μένει εκεί. Και υποτροπιάζει. Και σωπαίνει και πάλι.

(Το φως στο τέλος τρεμοπαίζει· τ’ αεράκι σηκώνεται· κάτι εκεί ριγεί.)

Και δεν είναι τίποτα παραπάνω από ’να παιδάκι ανυπεράσπιστο

Και μόνο, που δεν αντέχει τ’  απογεύματα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΝΑΥΑΓΙΟ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟ

 


ALEJANDRA PIZARNIK

ΝΑΥΑΓΙΟ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟ

Αυτή η καταιγίδα στην πιο ακατάλληλη στιγμή, αυτές οι μπάρες μπρος στις κόρες των ματιών μου, αυτή η μικρή ιστορία αγάπης που κλείνει σαν βεντάλια που, όταν ήταν ανοιχτή, έδειχνε να υποφέρει από παραισθήσεις η καλλονή: η πιο γυμνή του δάσους μες στη μουσική σιωπή όντας των εναγκαλισμών.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΝΕΡΟΥΔΑ

 


PABLO NERUDA

VEO UNA ABEJA RODANDO

VEO una abeja rondando no existe esa abeja ahora
pequeña mosca con patas lacres mientras golpeas cada vez tu vuelo
inclino la cabeza desvalidamente
sigo un cordón que marca siquiera una presencia una situación cualquiera
oigo adornarse el silencio con olas sucesivas
revuelven vuelven ecos aturdidos entonces canto en alta voz
párate sombra de estrella, en las cejas de un hombre a la vuelta de un camino
que lleva a la espalda una mujer pálida de oro parecida a sí misma
todo está perdido las semanas están cerradas
veo dirigirse el viento con un propósito seguro
como una flor que debe perfumar
abro el otoño taciturno visito la situación de los naufragios
en el fondo del cielo entonces aparecen los pájaros como letras
y el alba se divisa apenas como la cáscara de un fruto
o es que entonces sumerges tus pies en otra distancia
el día es de fuego y se apuntala en sus colores
el mar lleno de trapos verdes sus salivas murmullan soy el mar
el movimiento atraído la inquieta caja
tengo fresca el alma con todas mis respiraciones
ahí sofoco al lado de las noches antárticas
me pongo la luna como una flor de jacinto la moja mi lágrima lúgubre
ahíto estoy y anda mi vida con todos los pies parecidos
crío el sobresalto me lleno de terror transparente
estoy solo en una pieza sin ventanas
sin tener qué hacer con los itinerarios extraviados
veo llenarse de caracoles las paredes como orillas de buques
pego la cara a ellas absorto profundamente
siguiendo un reloj no amando la noche quiero que pase
con su tejido de culebra con luces
guirnalda de fríos mi cinturón da vuelta muchas veces
soy la yegua que sola galopa perdidamente a la siga del alba muy triste
agujero sin cesar cuando acompaño con mi sordera estremeciéndose
saltan como elásticos o peces los habitantes acostados
mis alas absorben como el pabellón de un parque con olvido
amanecen los puertos como herraduras abandonadas
ay me sorprendo canto en la carpa delirante
como un equilibrista enamorado o el primer pescador
pobre hombre que aíslas temblando como una gota
un cuadrado de tiempo completamente inmóvil

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 





ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΒΕΝΕΤΙΑ!
















 

ΟΙ ΑΦΙΣΕΣ ΤΟΥ LUCIO SCHIAVON ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ  ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ