Αφιερωμένο στη Γητεύτρια.
ELÁDIA BLASQUEZ
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η CLAUDIA CARTIÉ
EL CORAZÓN AL SUR
Nací en un barrio donde el lujo fue un albur,
por eso tengo el corazón mirando al sur.
Mi viejo fue una abeja en la colmena,
las manos limpias, el alma buena.
Y en esa infancia, la templanza me forjó,
después la vida mil caminos me tendió
y supe del magnate del tahur,
por eso tengo el corazón mirando al sur.
Mi barrio fue una planta de jazmín,
la sombra de mi vieja en el jardín,
la dulce fiesta de las cosas más sencillas
y la paz en la granilla de cara al sol...
Mi barrio fue mi gente que no está
las cosas que ya nunca volverán
si desde el día que me fui, con la emoción y con la cruz
yo sé que tengo el corazón mirando al sur.
La geografía de mi barrio llevo en mí,
será por eso que del todo no me fui:
la esquina, el almacén, el piberío
los reconozco... son algo mío...
Ahora sé que la distancia no es real
y me descubro en ese punto cardinal
volviendo a la niñez desde la luz,
teniendo siempre el corazón mirando al Sur...
Στίχοι και μουσική Eladia Blázquez.
Τραγούδι του 1975.
Τρίτη 10 Ιουνίου 2008
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΚΛΑΟΥΔΙΑ ΚΑΡΤΙΕ
Ο ΠΑΛΙΟΣ ΧΡΗΣΜΟΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ
Ήσουν πουλί στην άσφαλτο κι ήθελες να πετάξεις
Μα το βρεγμένο σου παλτό βάραινε τα φτερά
Ένα λιμάνι έφτιαξες μέσα του για ν’ αράξεις
Και κύλαγες με της βροχής τα ήρεμα νερά
Ένα θλιμμένο πρίγκιπα μες στη ζωή σου βρήκες
Κι ήθελες να του μοιάσουμε έστω για μια φορά
Στον Πειραιά, στο Πέραμα και στις σιταποθήκες
Έφευγες με του ανέμου τα φύλλα τα ξερά
Τώρα ποιος θά ’ρθει δίπλα μας, πλάι μας να σταθεί
Στο δύσκολό μας θάνατο να μας παρασταθεί
Τα καφενεία στάζουνε έναν παλιό χρησμό
Κι οι δρόμοι δεν αλλάζουνε ποτέ προορισμό
Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008
ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ

GOETHE
ΠΡΩΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΕΛΕΓΕΙΟ [: ΛΑΛΗΣΤΕ, ΛΙΘΟΙ!...]
Λαλήστε, λίθοι! Κι εσείς λαλήστε μου, θεόρατ’ ανάκτορα!
Δρόμοι, μιά λέξη ειπέτε μου! Κι εσύ, του Τόπου Πνεύμα, γιατί δεν σαλεύεις;
Τα πάντα έχουν, ναι, εμψυχωθεί στα ιερά σου απάνω τείχη,
αιώνια Ρώμη· και μόνο εντός μου το παν σιγά, σιγά και γαληνεύει.
Ω, ποιός θε να μου πέμψει έναν ψίθυρο; Σε ποιό παράθυρο θα δω
μια μέρα το πλάσμα το υπέροχο, που δροσίζοντάς με θα με ανάβει;
Θα λογιάσω, άραγε, ποτέ μου εγώ τους δρόμους, που θα με φέρνουν σ’ Εκείνην
και θα με παίρνουν πάλι πίσω, τον χρόνο μου τον πολύτιμο χαλνώντας;
Κοιτάζω μέγαρα, ναούς, ερείπια, κίονες: τους θωρώ
σαν άντρας συνετός οπού νογάει από ταξίδια,
Σύντομα θα λάβουν, όμως, τέλος όλα ετούτα· και θ’ απομείνει μόνο
ένας ναός, του Έρωτα ο ναός, για να δεχθεί τον μυημένο.
Κόσμος είσαι ολάκερος, ω Ρώμη! Κι όμως χωρίς τον έρωτα,
όπως ο κόσμος δεν θά ’ταν κόσμος, έτσι και η Ρώμη δεν θά ’ταν Ρώμη.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Εικονίζεται η Federica Ridolfi.
ΓΑΛΗΝΗ ΚΑΙ ΒΡΑΧΝΑΣ

CHARLES BAUDELAIRE
ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ
Φρόνιμη γίνε ω Λύπη μου, γαλήνεψε. Το Βράδυ
που αποζητούσες έφτασεν, απλώνεται και να
την πολιτείαν ετύλιξε μ’ ένα θαμπό σκοτάδι
σ’ άλλους γαλήνη φέρνοντας και σ’ άλλους το βραχνά.
Κι ενώ το πλήθος τ’ άσεμνο κάτω απ’ το φραγγέλι
της Ηδονής –του άσπλαχνου αυτού δημίου– ξεκινά
και στη γιορτή τη δουλική τύψες να δρέψει θέλει,
δώσ’ μου το χέρι ω Λύπη μου και πάμε αποδωνά
μακριά τους. Κοίτα απ’ τ’ ουρανού να σκύβουν τα μπαλκόνια
μ’ αλλοτινά ντυσίματα, τα περασμένα Χρόνια,
απ’ τα νερά ο Μετανιωμός να βγαίνει γελαστός,
ο ήλιος κάτω απ’ των δυσμών το τόξο να βυθίζει,
και πέπλος προς Ανατολάς η Νύχτα αργοσυρτός
άκουσε, αγάπη μου, άκουσε σιγά να βηματίζει!
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.
Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Μπάρας, «Προσεγγίσες στη γαλλική ποίηση», Πρόσπερος, Αθήνα 1986, σελ. 52.
Η ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΝΤΡΙΓΚΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΕΝΑ ΣΙΤΣΙΛΙΑΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ: "ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ, ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ"
ΤΡΑΓΟΥΔΑΗ AMALIA RODRIGUES
CIURI CIURI
Ciuri di tuttu l'annu
l'amuri ca mi dasti ti lu tornu...
Ciuri, ciuri
ciuri di tuttu l'annu
l'amuri ca, mi dasti ti lu tornu...
La La La La La, La La La La La...
Lu sabatu si sapi è allegra cori
biatu cu àvi bedda la muggheri.
Cu l'àvi bedda ci porta li dinari
cu l'àvi brutta ci mori lu cori.
Ciuri, ciuri
ciuri di tuttu l'annu
l'amuri ca mi dasti ti lu tornu...
Ciuri, ciuri
ciuri di tuttu l'annu
l'amuri ca, mi dasti ti lu tornu...
La La La La La, La La La La La…
Si troppu dispittusu tu ccu mia
cascu du lettu su mi 'nsonnu a tia,
si bruttu 'nta la facci e 'nta lu cori
cu tia ju' non mi vogghiu maritari.
Ciuri, ciuri
ciuri di tuttu l'annu
l'amuri ca mi dasti ti lu tornu...
Ciuri, ciuri
ciuri di tuttu l'annu
l'amuri ca, mi dasti ti lu tornu...
La La La La La, La La La La La...
Ciuri di rosi russi a lu sbucciari
amara a cui li tò paroli criri.
L'omini siti tutti munsignari
jù non ti vogghiu no! Ti nni pò iri.
ΜΕ ΦΙΛΤΡΑ ΣΙΓΗΣ ΚΑΙ ΛΗΘΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ
ΣΑΠΦΙΚΟΝ IV
Στη σκιώδη λέμβο της κλίνης του ύπνου
και με σφαλισμένα τα βλέφαρά του
έπλεε γαλήνια στο μαύρο πάνω
στύγιον ύδωρ.
Μυροφόρες νύχτες κοντά αγρυπνώντας
έραιναν με φίλτρα σιγής και λήθης.
Και στις φλέβες μέσα βαθιά χυνόταν
έναστρη δρόσος.
Από το βιβλίο: Γιώργος Βαρθαλίτης, «Μεσομήδης», Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2008, σελ. 25.
Κυριακή 8 Ιουνίου 2008
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΜΕΛΙΣΑ ΑΡΑΝΙΒΑΡ
CHABUCA GRANDA
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η MELISA ARANIBAR
FLOR DE LA CANELA
Déjame que te cuente, limeña
Déjame que te diga la gloria
Del ensueño que evoca la memoria
Del viejo puente, del río y la alameda
Déjame que te cuente, limeña
Ahora que aún perfuma el recuerdo
Ahora que aún mece en su sueño
El viejo puente del río y la alameda
Jazmines en el pelo y rosas en la cara
Airosa caminaba la flor de la canela
Derramaba lisura y a su paso dejaba
Aroma de mixtura que en el pecho llevaba
Del puente a la alameda
Mundo pie la llevaPor la vereda que se estremece
Al ritmo de sus caderas
Recogía la risa de la brisa del río
Y al viento la lanzaba
Del puente a la alameda
Déjame que te cuente, limeña ÁAy!
Deja que te diga morena mi pensamiento
A ver si así despiertas del sueño
Del sueño que entretiene, morena,
Tus sentimientos
Aspiras de la lisura
Que da la flor de canela
Adornada con jazmines
Matizando tu hermosura
Alfombras de nuevo el puente
Y engalanas la alameda
El río acompasara tu paso por la vereda
Jazmines en el pelo
Del puente a la alameda.
Στίχοι: Chabuca Granda.
ΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΡΙΞΕΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΑ ΛΟΓΙΑ
Μαλαματένια λόγια στο μαντίλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχτές.
Τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χτες,
μα εγώ περνούσα τη στερνή την Πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια,
αφού στον άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.
Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά.
Καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και νά ’σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά,
κι όχι να ζεις μ’ αυτή τη συμμορία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά.
Με δέσαν στα Στενά και στους Κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή
τοξότες, φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή.
Στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή.
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι,
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά.
Κι απ’ το παλιό μαρτύριο νά ’χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά,
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι,
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά;
Ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του άδη σεργιανά;
Μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά;
Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή.
Πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή;
Πώς το 'φερε η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή;
Τα δίχτυα που είχα ρίξει στο σκοτάδι
τα φέραν καταπάνω μου οι καιροί.
Κι είδα τις έξι βρύσες μου σημάδι
ληστές να τις φυλούν και θυρωροί.
Χρυσά κυπαρισσόμηλα στον άδη
Και που κανείς ποτέ δεν ιστορεί.
Από το βιβλίο: Μάνος Ελευθερίου, «Μαθήματα μουσικής / Τα ξόρκια», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1980, σελ. 43-45.
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΜΟΝΙΚΑ ΜΟΛΙΝΑ
Η MÓNICA MOLINA ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΔΥΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ: OH AMORES ΚΑΙ AMADO.
Σάββατο 7 Ιουνίου 2008
ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΑΧΑΝΗΣ

FRANCESCO PETRARCA
169 [: ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΑΧΑΝΗΣ ΜΕ ΠΑΡΑΣΕΡΝΕΙ...]
Μια ιδέα αχανής με παρασέρνει κι έξω με τραβάει
από τον δρόμο τον κοινό· διαβαίνω κόσμο ξένο
μονάχος. Ό,τι η μοίρα μού ’γραψε αψηφώ· επιμένω
Εκείνη να ζητάω που πρέπει να ξεχνώ. Περνάει –
τη βλέπω που περνάει γλυκιά, μα κι εχθρική. Χτυπάει...
δονείται μου η καρδιά και πάει να βγεί έξω από το στέρνο,
μα μια στρατιά αναστεναγμών ενόπλων ανασταίνο-
νται εντός μου ενάντια στων ερεώτων την Εχθρά. Φωτάει
εξ ύψους, απ’ την όψη της, αν λάθος δεν πλανεύει
το μάτι μου, μι’ αχτίδα ελέους για μένα (αχτίδα αμώμου
χαράς) να γιάνει μου τα σωθικά τα μαραμένα,
Το θάρρος βρίσκω τότε να ιστορήσω της: τα σκεύη
των πόθων μου ποιό πάθος θραύει ανίκητο δικό μου·
μα ευθύς το στόμα κλειώ – με τόσα οπού ’χω πια ειπωμένα...
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Το μετάφρασμα μας το ζήτησε η νέα φίλη του ιστολογίου κ. Mischa Barton.
ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΟΔΙ

ΟΜΗΡΟΣ ΜΠΕΚΕΣ (1886-1971)
Η ΔΟΥΚΙΣΑ Η ΧΛΩΜΗ
Στου πύργου την ιστορική την πόρτ’ αγνάντια
προσμένει τ’ ολομέταξο παϊτόνι.
Αχτιδολούζουνε στα οικόσημα διαμάντια
το αστραφτερό της πόρτας του μαόνι.
Κι η δούκισα, η χλωμή σαν ανεμώνη,
που η νιότη της του χάρου πάει ενάντια,
σηκώνοντας προβάλλει απ’ το σαλόνι
τα μαύρα της τα πέπλα μ’ άσπρα γάντια.
Κι’ ως πήδηξε ψηλά το σκαλοπάτι,
και με πλατάγιασμα πλατύ και χρυσαφένιο
κυλίστηκε το αμάξι στο τριόδι,
μαρμαρωτό λες έμεινε στο μάτι
το φως που έχει χαράξει, κοντυλένιο
μεσ’ απ’ τη διάφανη την κάλτσα το άσπρο πόδι.
Αναρτήθηκε για την παλιά φίλη του ιστολογίου κ. Tasha de Vasconcelos.
ΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ ΤΗΣ

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ
Συνάδελφο με κράζεις ποιητή,
εσύ, πηγή ύδατος αλλομένου,
νάμα ψαλμού ζωής, πατρίδας αίνου,
που αιώνια Ελλάδα βουΐζει θαυμαστή.
Κι άμποτες απ’ αυτό να ποτιστή
το χώμα αυτού του τόπου του καμένου,
και νά ’ναι κι η βουλή του πεπρωμένου
ξανά με δάφνες νέες να στολιστή!
Μα εγώ είμαι έρημου βράχου μια βρυσούλα
που έρημη ρέει σ’ έρημο γιαλό
και ρέει σαν να κλαίη την ερημιά της...
Και μόνο νύχτα, μέρα, βράδυ, αυγούλα
κρένει με του πελάου το βογκητό
σαν έρτη φτερωτός να πιή διαβάτης...
ΑΠΝΤΑΪΚ!

JOHN UPDIKE
FELLATIO – A POEM
How beautiful to think
that each of these clean secretaries
at night, to please her lover, takes
a fountain into her mouth
and lets her insides, drenched with seed,
flower into her landscapes:
meadows sprinkled with baby's breath,
hoarse twiggy woods, birds dipping, a multitude
of skies containing clouds, plowed earth stinking
of its upturned humus, and small farms each
with a silver silo.
Το ποίημα μάς το έστειλε η εικονιζόμενη κ. Reka Ebergenyi.
Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008
ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΩΝ

BERTOLT BRECHT
ΟΠΩΣ ΑΡΙΣΤΑ ΓΝΩΡΙΖΩ
Όπως άριστα γνωρίζω
στην κόλαση οι αμαρτωλοί πάντοτε φθάνουν
αφού έχουν διασχίσει όλου τ’ ουρανού το μήκος.
Τους κουβαλάνε εκεί με κάτι αμάξια διάφανα
και τους λένε: «Αυτό εδώ από κάτω σας
είναι ο ουρανός.»
Με το μυαλό μου λέω, μάλιστα,
πως ξέρω για ποιο λόγο τους το λένε·
διότι
μεταξύ των ταξιδιωτών
σίγουρα θα υπάρχουνε ουκ ολίγοι
που δεν θα τον αναγνωρίζουν
– πίστευαν, βλέπετε, πως είναι πολύ λαμπερός,
ούτως ειπείν απαστράπτων...
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΟΤΑΝ ΕΜΕΝΑ ΣΤΗ ΝΑΠΟΛΗ

MAX JACOB (1876-1944)
Η ΖΗΤΙΑΝΑ ΤΗΣ ΝΑΠΟΛΗΣ
Όταν έμενα στη Νάπολη, υπήρχε στην πόρτα του μεγάρου μου μια ζητιάνα στην οποία έριχνα τίποτε νομίσματα πριν μπω στην άμαξα. Μια μέρα, όλος απορία που ποτέ δεν έλαβα ένα ευχαριστώ, κοίταξα τη ζητιάνα. Το λοιπόν, καθώς κοίταζα, είδα πως αυτό που είχα πάρει για ζητιάνα ήταν μια ξύλινη κάσα βαμμένη πράσινη που περιείχε κοκκινόχωμα και κάμποσες μπανάνες μισοχαλασμένες.
Μετάφραση: Αντώνης Ζέρβας.
Από το βιβλίο: Αντώνης Ζέρβας, «Εκ του γαλλικού, εκλογή μεταφράσεων», εκδόσεις μελάνι, Αθήνα 2003, σελ. 36.