Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

ΣΑΙΞΠΗΡ!


WILLIAM SHAKESPEARE


BLOW, BLOW, THOU WINTER WIND


Blow, blow, thou winter wind
Thou art not so unkind
As man's ingratitude;
Thy tooth is not so keen,
Because thou art not seen,
Although thy breath be rude.

Heigh-ho! sing, heigh-ho! unto the green holly:
Most freindship if feigning, most loving mere folly:
Then heigh-ho, the holly!
This life is most jolly.

Freeze, freeze thou bitter sky,
That does not bite so nigh
As benefits forgot:
Though thou the waters warp,
Thy sting is not so sharp
As a friend remembered not.
Heigh-ho! sing, heigh-ho! unto the green holly:
Most freindship if feigning, most loving mere folly:
Then heigh-ho, the holly!
This life is most jolly.



Το ποίημα μάς το έστειλε η φανατική φίλη του ιστολογίου κ. Alessandra Ambrosio.

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΛΟΡΚΑ



FEDERICO GARCÍA LORCA


ΚΑΣΙΔΑ ΤΩΝ ΚΛΑΡΙΩΝ


Στο Ταματίτ, μες στις δεντροστοιχίες,
οι μολυβένιοι εφτάσαν, ήρθαν σκύλοι
και καρτεράν να πέσουν τα κλαριά,
προσμένουνε να σπάσουν μοναχά τους.

Στο Ταμαρίτ θα δεις και μια μηλιά
που απ’ τ’ αναφιλητά γεννάει ένα μήλο μόνο.
Αηδόνια σβήνουν δάκρυα, στεναγμούς
κι φασιανοί τους διώχνουνε απ’ τη σκόνη.

Χαρούμενα όμως είναι τα κλαριά,
γατί είναι σαν κι εμάς κλαράκια.
Δεν νοιάζονται για τη βροχή· τα πήρε ο ύπνος
λες κι είσαν δέντρα – τ ό σ ο απάντεχα!

Με το νερό στα γόνατά τους, καθιστές,
κοιλάδες δυό ελπίζουν στο φθινόπωρο.
Με βήμα ελέφαντα παράσερνε
το ημίφως τα κλαριά, τα κούτσουρα!

Στο Ταμαρίτ, μες στις δεντροστοιχίες,
πολλά παιδιά έχουν σκεπασμένες φάτσες,
και καρτεράν να πέσουν τα κλαριά,
προσμένουνε να σπάσουν μοναχά τους.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η ΜΥΧΙΑ ΓΛΩΣΣΑ


LOUIS ARAGON


ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ


Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν,
χέρια που ανέκαθεν αναπολώ
νά ’ρθουνε τη μοναξιά μου να σπάσουν,
δώσ’ τα μου νά ιδω έτσι κι εγώ καλό.

Άμα τα πιάνω στη φτενή μου αρπάγη
–δάχτυλα, σκιάξιμο, σάστισμα, φούρια–...
άμα τα πιάνω, όπως λυώνουν οι πάγοι
και το νερό βρίσκει κοίτη καινούργια,

νιώθεις τα ρεύματα που με διαρρέουν,
με κατακλύζουν και με καταχτούν,
που διατρυπούν τα πρανή των ορέων
και τί προδίδουν όσοι έτσι αταχτούν;...

Τί μαρτυράει εδώ η μύχια γλώσσα;
–ρήματα αλάλητα, αγριμιών ορμές,–
βουβά κι ανίδωτα και μύρια όσα
είδωλα μέσα σε μαύρο καθρέφτη... Μες

στην ανεκλάλητη πια ανατριχίλα
τί λεν τα δάχτυλα που έξαφνα πιάνουν
σφιχτά τη λεία τους; Τί λένε; Μίλα!
Σε μια στιγμή-αστραπή το αχανές χάνουν!...

Δώ’ μου τα χέρια σου, της καρδιάς μου εκμαγεία·
σιγάει ο κόσμος –σαν δεν είναι μόνα,
τα χέρια σου– να νιώσει τη μαγεία
του νυσταγμού η ψυχή μου εις τον αιώνα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Εικονίζεται η Έλσα Τριολέ σε φωτογραφία τραβηγμένη από τον Αλέξανδρο Ραντσένκο.

ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ


ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ


ΕΡΩΤΩΝ ΘΑΝΑΤΟΙ


Τα περασμένα μάταια ζητάω ν’ αναστήσω,
να ξαναζήσω τις στιγμές που επέρασες κοντά μου,
να θυμηθώ τα ονείρατα που εκάναμε τα βράδια,
όταν γαλήνη εγέμιζε κι ίσκιους η κάμαρά μου.
Τα γράμματά σου μάταια διαβάζω αργά, τις ώρες
που η σκέψη μας πλανιέται εδώ κι εκεί στα περασμένα,
όπως κανείς σ’ ένα βουβό γυρνάει κοιμητήρι,
διαβάζοντας ονόματα σε τάφους σκαλισμένα.
Του έρωτά μας το Βωμό τον γκρέμισαν τα χρόνια
κι εσύ που στάθηκες για μέ η Πολυαγαπημένη
στη μνήμη μου είσαι μακρινή, ψυχρή σαν πεθαμένη–
σαν πεθαμένη άλλων καιρών– μέσα σ’ υγρή μια κρύπτη,
που κείτεται μαρμάρινη, με χέρια σταυρωμένα…

Μα κάτι από το είναι μου επέθανε με σένα.



Από το βιβλίο: Κώστας Ουράνης, «Ποιήματα, εκλογή», επιμέλεια: Αλόη Σιδέρη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1993, σελ. 46.

ΠΟΤΕ ΓΑΛΗΝΗ, ΠΟΤΕ ΤΡΙΚΥΜΙΑ


ΕΙΡΗΝΗ Α. ΔΕΝΤΡΙΝΟΥ


ΧΟΡΟΣ


Γυρνούν ζευγάρια στου χορού τη ζάλη
  Με ηδονική και ολόγλυκη μανία·
Η φλογερή τον πόθο ανάφτει αγκάλη
  Και του πιάνου η μαγεύτρα μελωδία.
Και όπως ξανοίγεις στων στοιχειών την πάλη,
  Πότε γαλήνη, πότε τρικυμία,
Παλεύουν και στα ολόγυμνα τα κάλλη
  Σάρκινη λάβρα κ’ ένθεη αρμονία.
Κλειστό μπουμπούκι, στην αγάπη ξένη,
  Γέρνει στου νηού την αγκαλιά κ’ η κόρη
  Με τη γλυκειά ματιά και τα’ αγνό θώρι.
Τα μάτια του κοιτάζει μαγεμένη,
  Το πάθος κ’ η λαχτάρα τους η τόση
  Της φανερώνουν του Έρωτα τη γνώση.



Από το βιβλίο: Ειρήνης Α. Δεντρινού, «Σονέττα», Έκδοση του λογοτεχνικού Περιοδικού «Γράμματα», Τυπογραφικά Καταστήματα Κασιμάτη & Ιωνά, Αλεξάντρεια, 1916, σελ. 10.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΑΣ ΦΕΓΓΑΡΙ


RAFAEL ALBERTI


ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΕΘΥΜΗΘΗΚΑ



       Φόρος τιμής στον Γουσταύο Αδόλφο Μπέκερ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Δεν είχαν γενέθλια
ούτε το Ρόδον το εύοσμον ούτε ο Ραφαήλ αρχάγγελος.
Είταν όλα πριν το βέλασμα και πριν το κλάμα.
Καλά-καλά το φως τότε δεν ήξερε
αν η θάλασσα αγόρι θα γεννηθεί ή κορίτσι.

Ο άνεμος ονειρευόταν πως θα χτενίζει κόμες,
η φωτιά θα πυρώνει γαρούφαλλα και θα φλογίζει μάγουλα
και το νερό ότι θα πίνει χείλη ατρέμητα.
Είταν όλα πριν το σώμα
και πριν το όνομα
και πριν τον χρόνο.
Τότε εγώ θυμάμαι ότι, κάποτε, στον ουρανό...


****************


ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ



       ... ένα τσακισμένο κρίνο...

Πήγαινε με παράστημα στοχαζόμενου κρίνου,
πουλί θά ’λεγες που ξέρει πως θα γεννηθεί οπωσδήποτε.
Κοίταζε το εαυτό της και δεν τον έβλεπε
σε μια σελήνη που το όνειρο την έκαμε καθρέφτη,
σε μια χιόνινη σιγή που της εφτέρωσε τα πόδια.
Είτανε πριν την άρπα,
πριν απ’ τη βροχή
και πριν από τα λόγια.

Ουκ έγνω.
Μαθήτρια λευκή του αέρα,
έτρεμε με τ’ άστρα, με τ’ άνθη, με τα δέντρα.
Ο μίσχος της – ισχύς της και μόσχος της.

Με τα δικά μου τ’ αστέρια εστερεώθηκε
που, εν πλήρει του αγνοία,
επήγαν να σκάψουν δυό λίμνες στα μάτια της
και την έπνιξαν σε δύο θάλασσες μέσα.

Θυμάμαι δε ότι...

Τίποτ’ άλλο δεν θυμάμαι: τη θυμάμαι
νεκρή, να ξεμακραίνει.


****************


ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ


       ... παφλασμός φιλιών και φτερακίσματα...

Πιο πριν ακόμα,
πολύ πιο μπροστά από τον ξεσηκωμό των ίσκιων,
πολύ πριν ακόμα πέσουν στον κόσμο φτερά φλεγόμενα
και το πουλί πνιγεί απ’ τον αγριόκρινο.
Πριν, πριν να με ρωτήσεις
τον αριθμό και την οδό του σώματός μου...
Μάλιστα πολύ πριν από το σώμα.
Στην εποχή της ψυχής.
Τότε που εξεκίναγε με σένα στ’ ουρανού το μέτωπο,
και δη δίχως διάδημα και στέμμα,
η πρώτη δυναστεία του όνειρου.
Τότε που εσύ, κοιτώντας με μέσα στο τίποτα,
επινόησες την ολόπρωτη λέξη.

Τότε δε και η συνάντησις ημών των δύο.


****************


ΤΡΙΤΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ



       ... πίσω απ’ τη βεντάγια με τα χρυσά φτερά...

Τα βαλς τ’ ουρανού δεν είχαν έλθει εισέτι
εις γάμου κοινωνίαν με το γιασεμί και με το χιόνι,
ούτε οι αγέρηδες είχαν διανοηθεί
την πιθανή μουσική των μαλλιών σου,
αλλά ούτε και ο βασιλιάς είχε διατάξει
να θάβονται οι βιολέτες σε βιβλία.
Όχι.
Είταν η εποχή ακόμη οπού το χελιδόνι αποδημούσε
Χωρίς τ’ αρχικά μας κρεμασμένα στο ράμφος του.
Οι καμπανούλες και οι κισσοί
πεθαίναν δίχως ράχες μπαλκονιών ν’ αναρριχώνται
και δίχως πεφτάστερα.
Η εποχή είτανε
οπού δεν εφύτρωνε λουλούδι στον ώμο του πουλιού
να γείρεις το κεφάλι σου.

Τότε, πίσω από τη βεντάγια σου, ανάτειλε,
θυμάμαι,
το πρώτο-πρώτο μας φεγγάρι.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


ΦΙΓΙΕΤΤΑ Γ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ


Περίεργη κι ιδανική, έτσι που έλεγες πως
ποιος ξέρει από ποιού βιβλίου σελίδα έχει ξεφύγει,
ήρθε σαν άξαφνη εποχή, κι ακόμα ήρθε καθώς
η μέθη του έαρος έρχεται με τ’ άνθινά της ρίγη.

Τηε φούστας της παίζοντας ’κεί το βαλς το ποθεινό
ο αγέρας, της φανέρωνε κι ένα ποδάρι ονείρου,
κι αυτή –μ’ εκειόν τον μέλανο στο όμμα πούχε ουρανό–
διάβηκ’ υψώντας μια πτυχή του θείου της ποδογύρου.

Κι έφυγε – αχ! Ποιος ξέρει πού της φούστας της, αριά,
τον γύρο υψώνει και πατεί –Κυρία της Νύχτας πρώτη–
και μόνο αφήκε ’δώ κι εκεί, σαν μια σειρά κεριά,
τα φωτεινά των τακουνιών της χνάρια μες στα σκότη…



Από το βιβλίο: Γιάννης Σκαρίμπας, «Άπαντες στίχοι (1936-1970)», Επτάλοφος, Αθήνα [1970], σελ. 19.
Εικονίζεται η Jeanne Hébuterne, σε πίνακα του Μοντιλιάνι και σε φωτογραφία.

ΑΛΟΪΣΙΟΣ ΜΠΕΡΤΡΑΝ!


ALOYSIUS BERTRAND (1807-1841)


LA RONDE SOUS LA CLOCHE


Douze magiciens dansaient une ronde sous la grosse cloche
de Saint-Jean. Ils évoquèrent l'orage l'un après l'autre,
et du fond de mon lit je comptai avec épouvante douze
voix qui traversèrent processionnellement les ténèbres.

Aussitôt la lune courut se cacher derrière les nuées,
et une pluie mêlée d'éclairs et de tourbillons fouetta
ma fenêtre, tandis que les girouettes criaient comme des
grues en sentinelle sur qui crève l'averse dans les bois.

La chanterelle de mon luth, appendu à la cloison, éclata ;
mon chardonneret battit de l'aile dans sa cage ; quelque
esprit curieux tourna un feuillet du Roman-de-la-Rose qui
dormait sur mon pupitre.

Mais soudain gronda la foudre au haut de Saint-Jean. Les
enchanteurs s'évanouirent frappés à mort, et je vis de
loin leurs livres de magie brûler comme une torche dans
le noir clocher.

Cette effrayante lueur peignait des rouges flammes du
purgatoire et de l'enfer les murailles de la gothique
église, et prolongeait sur les maisons voisines l'ombre
de la statue gigantesque de Saint-Jean.

Les girouettes se rouillèrent ; la lune fondit les nuées
gris de perle ; la pluie ne tomba plus que goutte à goutte
des bords du toit, et la brise, ouvrant ma fenêtre mal
close, jeta sur mon oreiller les fleurs de mon jasmin
secoué par l'orage.


Το ποίημα μάς το έστειλε η φίλη του ιστολογίου κ. Eleonora Pedron.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

ΜΕΤΡΗΜΕΝΑ ΠΡΟΣΗΚΟΝΤΩΣ


GARCILASO DE LA VEGA


[ΣΤΕΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΑΦΗΚΑ ΠΙΣΩ ΤΟΣΕΣ...]


Στεριές και θάλασσες αφήκα πίσω τόσες
και τ’ αγαθά του Γιαραμπή όλα που ’χα νά ’χω·
και του χωριού μου αφήκα πίσω μου το βράχο
και φεύγω ταξιδιώτης σε λαούς, ήθη, γλώσσες.

Για να γυρίσω πίσω δεν το βλέπω, μ’ όσες
και να μου δώσει η φαντασία μου ελπίδες· τά έχω
τα κόζα μετρημένα προσηκόντως: σε χω-
ματένια αυλάκια θα βρεθώ, σε κοντραφόσσες.

Απάντων των δεινών μου τέρμα θά ’χα, μόνο
αν σ’ έβλεπα, κυρά μου (ακόμα και ως ελπίδα
αντάμωσης) – α υ τ ό μπορώ απλώς να ελπίζω.

Πλην ούτε κι έτσι σ’ ανταμώνω κι έχω πόνο
μεγάλο. Σαν είδα ότι βούλιαζα, σανίδα
το Χάρο βρήκα... Σάμπως, όμως, τον ορίζω;...



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Η κ. Eva Mendes μας δήλωσε ότι της αρέσει πολύ το ποίημα αυτό - της προσφέρουμε τη (= μια) μετάφρασή του στα ελληνικά.

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΧΑΜΟΓΕΓΟ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1849-1922)


ΕΙΔΕΤΕ


Είδετε ποτέ τον ήλιο, όταν την αυγή προβαίνη
από πάνου από τη ράχη τού βουνού τη χιονισμένη;

Είδετε ποτέ τον ήλιο εις τη δύση όταν σιμώνη,
που τα σύγνεφα ροδίζει και τα ρέματα χρυσώνει;

Είδετε ποτέ το ρόδο πάνου εις κρίνο να πλαγιάζη,
του Μαγιού την πρώτη αυγούλα μυστικά ν’ αναγαλλιάζη;

Είδετε ποτέ σας άστρο σ’ ελαφρό νέφος κρυμμένο,
το φεγγάρι σαν ξυπνάη ντροπαλό κι ερωτεμένο; -

Ω, ψυχή μου, όποιος δεν είδε την αυγή, τ’ άστρα, τη δύση,
στο γλυκό χαμόγελό σου όλ’ αυτά θε ν’ απαντήση.



Η φίλη μας η κ. Brooke Burke μας ζήτησε να της θυμήσουμε το αναρτημένο ποίημα - πράγμα που επράξαμε ασμένως.

ΣΕ ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΛΗΘΗΣ


ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ


ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ


κοιμηθήκαμε
ένας θάνατος ανάμεσα
θεός, έρωτας
με μια σταγόνα αίμα
στο στήθος

ένα φιλί
που κύλησε στο χώμα
και η σαύρα
που τα’ άρπαξε στα δόντια της
μ’ άγρια χαρά σύρθηκε
στην κοιλιά της νύχτας
που ’φευγε καλπάζοντας

βυθιζόμαστε
αργά
σε μια θάλασσα
λήθης



Από το βιβλίο: Έφη Καλογεροπούλου, «Σκεύη ταξιδίου», Ενδυμίων, Αθήνα 2008, σελ. 17.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

ΘΥΜΑΜΑΙ ΧΩΜΑ


FEDERICO GARCÍA LORCA


CASIDA DE LA MUJER TENDIDA


Verte desnuda es recordar la tierra.
La tierra lisa, limpia de caballos.
La tierra sin un junco, forma pura
cerrada al porvenir: confín de plata.

Verte desnuda es comprender el ansia
de la lluvia que busca débil talle,
o la fiebre del mar de inmenso rostro
sin encontrar la luz de su mejilla.

La sangre sonará por las alcobas
y vendrá con espada fulgurante,
pero tú no sabrás dónde se ocultan
el corazón de sapo o la violeta.

Tu vientre es una lucha de raíces,
tus labios son un alba sin contorno,
bajo las rosas tibias de la cama
los muertos gimen esperando turno.


*************************************


ΚΑΣΙΔΑ ΤΗΣ ΞΑΠΛΩΜΕΝΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ


Γυμνή σε βλέπω και θυμάμαι χώμα.
Μιαν ίσια γη χωρίς καν δείγμα αλόγου,
χωρίς ούτ’ ένα βούρλο. Αγνή είσαι φόρμα,
κλειστή στο μέλλον – σύνορο ασημένιο.

Γυμνή σε βλέπω και θωρώ με τί άλγος
το ασθενικό ζητάει η βροχή σουλούπι,
τον πυρετό στης θάλασσας την όψη –
μα μήτε φως δεν πέμπουν οι παρειές της.

Απ’ την κρεβατοκάμαρα ήχοι αιμάτων
μ’ ένα σπαθί θα ρθούν λαμπρό, απαστράπτον,
μα εσύ δεν θα νογάς για πού επήγε
του βάτραχου η καρδιά ή η βαριά βιολέτα.

Παλεύουν στην κοιλιά σου απάνω οι ρίζες·
αμάντρωτη έχεις ροδαυγή τα χείλη·
στ’ αχνά από κάτω ρόδαμα της κλίνης
νεκροί στενάζουν νά ’ρθει κι η σειρά τους.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΠΕΚΕΡ!


GUSTAVO ADOLFO BÉCQUER


AMOR ETERNO


Podrá nublarse el sol eternamente ;
Podrá secarse en un instante el mar ;
Podrá romperse el eje de la tierra
Como un débil cristal.
¡ Todo sucederá ! Podrá la muerte
Cubrirme con su fúnebre crespón;
Pero jamás en mí podrá apagarse
La llama de tu amor.


Το ποίημα μας το έστειλε η κ. Gabriela Monteiro.

ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΣΠΟΝΤΑ...


GARCILASO DE LA VEGA


[ΚΥΡΑ ΜΟΥ, Τ’ ΟΤΙ ΜΟΥ ’ΧΕΙ ΛΑΧΕΙ ΝΑ ’Μ’ ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ...]


Κυρά μου, τ’ ότι μού ’χει λάχει νά ’μ’ μακριά σου
κι αντέχω ν’ ανασαίνω, δίχως να πεθαίνω,
το κάνω για ό,τι από σένα έχω αγαπημένο
και για ό,τι θά ’θελα να χαίρομουν κοντά σου.

Μετά, όμως, μου συμβαίνει κάτι άλλο: φαντάσου
τη ζωή βαθιά να μ’ απελπίζει, και χαμένο
για πάντα νά ’ναι το καλό που ελπίζω. Μένω
έτσι ώς να λάμψει φως στα σώψυχα του δάσου...

Στη μάχη ετούτη που ’σαι απούσα... στο δοκίμι
ετούτο του έρωτα... είναι μέσα μου παρόντα,
μα μπερδεμένα, το καλό με το κακό – έ ν α!

Της αρμονίας δεν αισθάνομαι τη ρύμη.
Η μέρα με τη νύχτα μόνο από σπόντα
διαδέχονται η μια την άλλη – αλί μου εμένα!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
"Κυρά" του ποιητή είναι η κυρία Alessandra Ambrosio, παλιά φίλη του ιστολογίου, που μας είχε στείλει και πρόσφατα ποίημά του.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

ΣΥΜΠΑΝΕ


CESARE PAVESE (1908-1950)


ΑΝΟΧΗ


Βρέχει, βρέχει βραχνά στους λειμώνες της θάλασσας.
Στους πνιγμένους από τα βουρκόνερα δρόμους ψυχή δεν περνάει.
Απ’ το τραίνο εκατέβη και πάει μια γυναίκα μονάχη:
στου παλτού της την ούγια, που ανοίγει, γυαλίζει για λίγο ο ποδόγυρος,
και μετά καταπίνει δια μιας τα σφυρά της μια σκότεινη πόρτα.

Είναι, φαίνεται, λες βουλιαγμένη εδώ η χώρα. Κι η εσπέρα
με τα ρίγη της έρπει γυμνή στων σπιτιών τα κατώφλια· απ’ τις στέγες
αναθρώσκει καπνός λιανογάλαζος μέσα στα ερέβη. Και ξάφνου
τα παράθυρα βάφονται κόκκινα. Ανάβει μια λάμπα
και φεγγρίζει το φως· κουφωτά είν’ τα παράθυρα στο σκότεινο σπίτι.

Σαν ξημέρωσε – κρύο τσουχτερό, μα λιοβόλαε ο ήλιος στο κύμα.
και μια κόρη, μ’ ένα άσπρο τσιτάκι, σκυμμένη στη βρύση τσουρλώνει
μια τα χείλια της έτσι και βάφει ελαφρά το νερό με κοράλλια.
Τα μαλλιά της σαν τζίβα ξανθιά και σαν φλούδι ξερό πορτοκάλι
καταγής πεταμένο. Γερτή στην πηγή της κοιτάζει κλεφτά
έν’ αλάνι χαλέ μαυροτσούκαλο που ’χει χαζέψει
και του τρέχουν τα σάλια, καθώς τη θωρεί μαγεμένο.
Κι οι μουρτζούφλες οι νοικοκυράδες ανοίγουνε πια τα μπατζούρια τους τέντα,
ενώ οι άντρες τους, μέσα, του καλού καιρού χουζουρεύουν ακόμα.

Όταν έρθει και πάλι το βράδυ, η βροχή ξαναρχίζει,
συνερίζεται με τα νερά της μετά, και χαλνάει τις φουφούδες.
Κι οι κυράδες συμπάνε και πάλι τα κάρβουνα πυρ και μανία
κι όλο ρίχνουνε κρυφές ματιές προς τα εκεί, προς το σπίτι
το αβανιάρικο, το γκρίζο σπίτι με την έρημη βρύση.

Μα το σπίτι κρατάει τα μπατζούρια κλειστά· μέσα του είναι
μια κουκέτα· και εκεί μια ξανθιά, έτσι εκεί ξαπλωτή,
και πορίζεται τα προς το ζην. Οι άλλοι ανθρώποι
μες στην πόλη κοιμούνται τα βράδυα του δίκαιου τον ύπνο
– όλοι, πλην της ξανθιάς,
που χαράματα βγαίνει και νίβεται και δροσολογιέται.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.