ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο IVAN DELLA MEA
O CARA MOGLIE
O cara moglie stasera ti prego
di' a mio figlio che vada a dormire
perché le cose che io ho da dire
non sono cose che deve sentir.
Proprio stamane là sul lavoro
con il sorriso del capo sezione
mi è arrivata la liquidazione,
mi han licenziato senza pietà.
E la ragione è perché ho scioperato
per la difesa dei nostri diritti,
per la difesa del mio sindacato,
del mio lavoro e della libertà.
Quando la lotta è di tutti e per tutti
il tuo padrone vedrai cederà,
se invece vince è perché i crumiri
gli dan la forza che lui non ha.
Questo si è visto davanti ai cancelli,
noi si chiamava i compagni alla lotta
ecco il padrone fa un cenno una mossa
e un dopo l'altro cominciano a entrar.
O cara moglie dovevi vederli
venire avanti curvati e piegati
noi a gridare: Crumiri venduti!,
e loro dritti senza guardar.
Quei poveretti facevano pena
ma dietro a loro là sul portone
rideva allegro il porco padrone,
li ho maledetti senza pietà.
O cara moglie io prima ho sbagliato,
di' a mio figlio che venga a sentire
che ha da capire che cosa vuol dire
lottare per la libertà,
Che ha da capire che cosa vuol dire
lottare per la libertà.
Τραγούδι του 1966.
Πέμπτη 15 Μαΐου 2008
Η ΑΠΟΛΥΣΗ
ΑΝΤΙΟ

SALVATORE QUASIMODO
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ
«Γλυκύτατη μητέρα, είναι η ώρα που κατεβαίνουν οι ομίχλες,
ο Ναβίλιο χτυπά ανάκατα στα φράγματα,
τα δέντρα φουσκώνουν απ' το νερό, καίγονται απ' το χιόνι·
δεν είμαι θλιμμένος στο Βορρά: δεν είμαι
και σε γαλήνη με τον εαυτό μου, μα δεν περιμένω
συγγνώμη από κανέναν, πολλοί μου έδωσαν δάκρυα
σαν άνθρωπος με άνθρωπο. Ξέρω ότι δεν είσαι καλά, ότι ζεις
σαν όλες τις μανάδες των ποιητών, φτωχή
και σωστή στο μέτρο της αγάπης
για τα ξενιτεμένα παιδιά σου. Σήμερα είμαι εγώ
που σου γράφω.» Επιτέλους, θα πεις, δυο λόγια
από 'κείνο το αγόρι που 'φυγε μια νύχτα με μια κοντή κάπα
και μερικούς στίχους στην τσέπη. Φτωχό, σχεδόν έτοιμο για κατορθώματα,
θα το σκοτώσουν καμιά μέρα σε κανένα μέρος.
«Αλήθεια, θυμάμαι, ήταν σ' εκείνο το γκρίζο σταθμό
των αργών τρένων που μετέφεραν αμύγδαλα και πορτοκάλια,
στις εκβολές του Ιμέρα, το ποτάμι ήταν γεμάτο καρακάξες,
άλατα, ευκαλύπτους. Μα τώρα σ' ευχαριστώ,
αυτό θέλω, για το σαρκασμό που έβαλες
στα χείλη μου, μειλίχιο σαν το δικό σου.
Εκείνο το χαμόγελο μ' έσωσε από πόνους και κλάματα.
Και δεν ενδιαφέρει αν τώρα έχω ένα δάκρυ για σένα,
και για όλους εκείνους που σαν κι εσένα περιμένουν,
και δεν ξέρουν τί πράγμα. Αχ, ευγενικέ θάνατε,
μην αγγίξεις το ρολόι της κουζίνας που χτυπά πάνω στον τοίχο,
όλα τα παιδικά μου χρόνια πέρασαν πάνω στο σμάλτο
της δικής του πλάκας, πάνω σ' εκείνα τα ζωγραφισμένα λουλούδια:
μην αγγίξεις τα χέρια, την καρδιά των ηλικιωμένων.
Μα μήπως απαντά κανείς; Ω συμπονετικέ θάνατε,
ντροπαλέ θάνατε. Αντίο, αγαπημένη, αντίο γλυκύτατή μου μάνα.»
Μετάφραση: Γητεύτρια.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

ΠΑΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ
ΠΟΙΗΜΑ 1975
Στην πόλη αυτή δεν έχει φίλους
Βιομηχανίες λιβανίζονται αστικά τρέχουν
Πασοκτσήδες κλαίγονται στα σινεμά
Αν δεν σου φτάνουν τα γεγονότα πήγαινε
Πιάσε καρέκλα στα προξενεία
Θα βρέξει ειδήσεις στις εννιά
Βαστάει η Πορτογαλία
Ανθρωπιστές ξεσκίζονται στο κλάμα
Οι δημοκράτες συσπειρώνονται
Στον ταραγμένο ύπνο τους κάνουν παρέλαση
Κονσερβοκούτια
Σ’ αυτή τη φάση είμαι ένας ψηφοφόρος
Μισθοφορώ την επιστήμη διακονώ αρχίδια.
Από το βιβλίο: Πάνος Θεοδωρίδης, «Προσπέκτους», Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 15.
Τετάρτη 14 Μαΐου 2008
ΚΑΙ Ο ΚΕΒΕΔΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΧΑΡΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ "ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΙΣΣΑ"

FRANCISCO DE QUEVEDO
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΑΦ’ ΕΝΟΣ ΠΟΣΟ ΠΛΑΝΕΡΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΟΘΟΙ ΜΑΣ ΚΑΙ ΑΦ’ ΕΤΕΡΟΥ ΠΟΣΟ ΕΥΤΥΧΗΣ ΕΙΝΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΚΠΛΗΡΩΝΕΙ
Αν άφηνα στους φόβους να με δώσει με όση
κακομυαλιά η καρδιά μου μ’ έδωσε σφαχτάρι
στους πόθους, τρόπαια θά ’χα καταγάγει χάρη
και μόνο στ’ ότι στους καημούς δεν θά ’χα ενδώσει.
Στην τύχη μέσα εγώ την ατυχία έχω βιώσει·
τους λόγους μου το παραλήρημα έχει πάρει·
τους έρωτές μου η Μοίρα εβάλθη να κοντράρει:
να τους δηώσει, έως να με αποκαρδιώσει.
Βαρύ νταμάχι μού ’φαε την γλυκιά πενία,
τη σχόλη, τη γαλήνη· ο πλούτος μια χιλιάδα
εφιάλτες μού ’χει κάθε νύχτα ακολουθία.
Χρυσάφι κι έγνοιες μού φρουρούνε τη γκαβάδα,
για ν’ αγνοώ πώς είναι η γενναιοδωρία
της Φύσεως, όταν –ναι! – επαινεί τη φρονιμάδα.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΠΕΣΣΟΑ!

FERNANDO PESSOA
QUANDO ESTOU SÓ RECONHEÇO
Quando estou só reconheço
Se por momentos me esqueço
Que existo entre outros que são
Como eu sós, salvo que estão
Alheados desde o começo.
E se sinto quanto estou
Verdadeiramente só,
Sinto-me livre mas triste.
Vou livre para onde vou,
Mas onde vou nada existe.
Creio contudo que a vida
Devidamente entendida
É toda assim, toda assim.
Por isso passo por mim
Como por cousa esquecida.
Μας το έστειλε η φίλη του μπλογκ κ. Belen Rodriguez.
Ο ΤΙΤΟ ΓΚΟΜΠΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΡΟΣΣΙΝΙ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο TITO GOBBI
GIOACCHINO ROSSINI: IL BARBIERE DI SIVIGLIA
LARGO AL FACTOTUM DELLA CITTÀ
La ran la lera, la ran la la.
La ran la lera, la ran la la.
Largo al factotum
della città,
largo!
La ran la, la ran la,
la ran la, la!
Presto a bottega
che l'alba è già, presto!
La ran la, la ran la,
la ran la, la.
Ah, che bel vivere,
che bel piacere,
per un barbiere di qualità,
di qualità!
Ah, bravo, Figaro,
bravo, bravissimo; bravo!
La ran la, la ran la,
la ran la, la.
fortunatissimo per verità!
La ran la, la ran la,
la ran la, la.
Pronto a far tutto,
la notte, il giorno
sempre d'intorno in giro sta.
Miglior cuccagna per un barbiere,
vita più nobile, no, non si dà.
La, la ran la,
la ran la, la ran la.
Rasori e pettini,
lancette e forbici,
al mio comando tutto qui sta.
V'è la risorsa poi del mestiere
colla donnetta, col cavaliere.
Ah, che bel vivere,
che bel piacere
che bel piacere
per un barbiere di qualità,
di qualità
Tutti mi chiedono,
tutti mi vogliono,
donne, ragazzi,
vecchi, fanciulle.
Qua la parrucca...
Presto la barba...
Qua la sanguigna,
presto il biglietto!
Figaro, Figaro, Figaro, Figaro!
Ahimè!, ahimè! Che furia!
Ahimè!
Che folla!
Uno alla volta, per carità!
Figaro! Son qua
Ehi Figaro! Son qua.
Figaro qua, Figaro là,
Figaro qua, Figaro là,
Figaro su, Figaro giù,
Figaro su, Figaro giù!
Pronto prontissimo
son come il fulmine,
sono il factotum della città,
della città!
Ah, bravo Figaro,
bravo, bravissimo!
A te fortuna, a te fortuna,
a te fortuna
non mancherà.
La, la ran la, la ran la, la ran.
A te fortuna, a te fortuna,
a te fortuna
non mancherà!
Sono il factotum de la città!
Σκηνή από την ταινία "Ο κουρέας της Σεβίλλης" του 1946.
ΤΗΝ ΤΥΛΙΞΕ ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΗ

W.B. YEATS (1865-1939)
A CRAZED GIRL
That crazed girl improvising her music.
Her poetry, dancing upon the shore,
Her soul in division from itself
Climbing, falling She knew not where,
Hiding amid the cargo of a steamship,
Her knee-cap broken, that girl I declare
A beautiful lofty thing, or a thing
Heroically lost, heroically found.
No matter what disaster occurred
She stood in desperate music wound,
Wound, wound, and she made in her triumph
Where the bales and the baskets lay
No common intelligible sound
But sang, 'O sea-starved, hungry sea.'
****************************
ΤΡΕΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Εκείνο το τρελό κορίτσι που αυτοσχεδιάζει τη μουσική του,
την ποίησή του, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά
με την ψυχή του τώρα διχασμένη
και σκαρφαλώνει, πέφτει, δίχως να ξέρει πού
και κρύβεται σ’ ενός ατμόπλοιου τ’ αμπάρι
με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,
είναι κάτι ωραίο και υψηλό, κάτι
ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.
Δεν έχει σημασία ποια συμφορά τη βρήκε·
την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη
και τυλιγμένη, τυλιγμένη, μες στο θρίαμβό της
εκεί που στοίβαζαν δεμάτια και καλάθια
έβγαλε μια φωνή παράξενη, τραγουδιστή:
«Ω θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».
Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος.
Από το βιβλίο: W.B. YEATS, «Ποιήματα», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1999, σελ. 38.
ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ (1926)
ΤΗΝ ΕΥΝΟΙΑ ΣΟΥ ΜΟΥ ΧΑΡΙΣΕΣ
Την εύνοιά σου μου χάρισες ουρανία
Μ’ αγάπησαν.
Μ’ αγάπησαν περισσότερο
παρά που εκτίμησαν τα έργα
και τη θνητή μουσική μου,
δίκαια με κατάταξαν, ας είναι ευλογημένοι.
Με ζέσταναν με της καρδιάς τα χέρια
δεν μού ’στειλαν τα προσκυνήματά τους
μαζί με φθόνο
για το μερίδιό μου στην αθανασία.
Μ’ αγκάλιασαν με τη ματιά τους,
αείμνηστοι μού ’στειλαν αρώματα διαρκή,
αυτό ζητούσα –
Κι η φωνή μου είναι δικό τους δώρο.
Από την ποιητική συλλογή «Ουρανία», Κέδρος, Αθήνα 1978.
Από το βιβλίο: Βικτωρία Θεοδώρου, «Ποιήματα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2008, σελ. 176-177.
Τρίτη 13 Μαΐου 2008
Ο ΓΙΟΥΡΗ ΜΟΡΦΕΣΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΑ "ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ": ΡΩΣΣΙΚΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΟΥ 1930.
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΣΙΤΑ ΦΟΡΝΕΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ROSITA FORNES
LA ZARZAMORA
En en café de Levante entre palmas y alegrías,
cantaba la zarzamora;
se lo pusieron de mote porque dicen que tenia
los ojos como la mora.
Le hablo primero a un tratante, y olé,
y luego fue de un Marques
que la lleno de brillantes, y olé,
de la cabeza a los pies.
Decía la gente que si era de hielo,
que si de los hombres se estaba burlando,
hasta que una noche, con rabia de celos,
a la zarzamora pillaron llorando.
¿Que tiene la zarzamora
que a todas horas
llora que llora por los rincones,
ella que siempre reía
y presumía de que partía los corazones?
De un querer hizo la prueba
y un cariño conoció
que la trae y que la lleva
por la calle del dolor.
Los flamencos del colmado
la vigilan a deshora
porque se han empestillado
en saber del querer desgraciado
que embrujo a la zarzamora.
Cuando Sonaban las doce una copla de agonía
lloraba la zarzamora,
mas nadie daba razones ni el intríngulis sabia
de aquella pena traidora.
Pero una noche al levante, y olé,
fue a buscarla una mujer;
cuando la tuvo delante, y olé,
se dijeron no se que.
De aquello que hablaron ninguno ha sabido
mas la zarzamora lo dijo llorando
en una coplilla que pronto ha corrido
y que ya la gente la va publicando.
¿Que tiene la zarzamora
que a todas horas
llora que llora por los rincones,
ella que siempre reía
y presumía de que partía los corazones?
Lleva anillo de casado,
me vinieron a decir,
pero ya lo había besado
y era tarde para mi.
Que publiquen mi pecado
y el pesar que me devora
y que todos me den de lado
al saber del querer desgraciado
que embrujo a la zarzamora.
Σκηνή από την ταινία "Mujeres de teatro" (1951).
ΑΚΙΝΗΣΙΑ

FRANCISCO DE QUEVEDO
ΑΜΕΡΙΜΝΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΥΡΒΗ ΤΟΥ ΒΙΟΥ, ΠΡΟΤΟΥ ΕΡΘΕΙ ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Ταξίδι σύντομο οπού βγαίνεις η ζωή μας,
και ζωντανός ο θάνατος μαζί μας από πλάι –
εκεί όπου εκατοικούσε χτες, ε κ ε ί θα πάει
ο βίος μας να θαφτεί: στο εύθραυστο κορμί μας.
Το τίποτα, που ον υπήρξεν, η θανή μας
εκ νέου στο τίποτα το φέρνει και στα χάη
το σφεντονάει της λήθης. Μα –ώ!– τί μας κινάει
κινούμενη άμμο νά ’χουμε για βιωτή μας;...
Η ζωή από σκέψη απατηλήν οδηγημένη
κι από τυφλές κι ευφάνταστες ελπίδες, μνήμα
θ’ ανοίξει, για να μπει, στον τόπο όπου ήδη μένει.
Και ωσάν αυτόν που, ενώ κοιμάται, με το κύμα
μετριέται, ιδού η ζωή μας πώς, μικρή και ξένη,
στο τέρμα φτάνει, δίχως καν να κάνει βήμα.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΜΟΝΤΑΛΕ!

EUGENIO MONTALE
LA VITA IN PROSA
Il fatto è che la vita non si spiega
né con la biologia
né con la teologia.
La vita è molto lunga
anche quando è corta
come quella della farfalla -
la vita è sempre prodiga
anche quando la terra non produce nulla.
Furibonda è la lotta che si fa
per renderla inutile e impossibile.
Non resta che il pescaggio nell'inconscio
l'ultima farsa del nostro moribondo teatro.
Manderei ai lavori forzati o alla forca
chi la professa o la subisce. È chiaro che l'ignaro
è più che sufficiente per abbuiare il buio.
Το ποίημα μάς το συστήνει η φίλη του ιστολογίου κ. Alessandra Ambrosio.
ΚΟΡΗ ΚΟΡΥΦΑΙΟΥ ΘΥΜΟΥ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
ΩΔΗ ΣΤΗ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ
Βγήκες από τα σωθικά της βροντής
Ανατριχιάζοντας μες στα μετανιωμένα σύννεφα
Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη
Ζήτησες πρωτομάρτυρα τον ήλιο
Για ν’ αντικρ;iσετε μαζί τη ριψοκίνδυνη αίγλη
Ν’ ανοιχτείτε με μια σταυροφόρο ηχώ στο πέλαγος
Θαλασσοξυπνημένη, αγέρωχη
Όρθωσες ένα στήθος βράχου
Κατάστιχτου απ’ την έμπνευση της όστριας
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η οδύνη
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα
Με φωτιά με λάβα με καπνούς
Με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο
Γέννησες τη φωνή της μέρας
Έστησες ψηλά
Στην πράσινη και ρόδινη αιθεροβασία
Τις καμπάνες που χτυπάει ο ψηλορείτης νους
Δοξολογώντας τα πουλιά στο φως του μεσαυγούστου
Πλάι από ρόχθους, πλάι από καημούς αφρών
Μέσ’ από τις ευχαριστίες του ύπνου
Όταν η νύχτα γύριζε τις ερημιές των άστρων
Ψάχνοντας για το μαρτυρίκι της αυγής,
Ένιωσες τη χαρά της γέννησης
Πήδησες μες στον κόσμο πρώτη
Πορφυρογέννητη, αναδυομένη
Έστειλες ώς τους μακρινούς ορίζοντες
Την ευχή που μεγάλωσε στις αγρυπνίες του πόντου
Για να χαϊδέψει τα μαλλιά της πέμπτης πρωινής.
Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου
Βρήκες με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο
Με φωτιά με λάβα με καπνούς
Τις μεγάλες γραμμές του πεπρωμένου σου
Τώρα μπροστά σου ανοίγεται η δικαιοσύνη
Τα μελανά βουνά πλέουν στη λάμψη
Πόθοι ετοιμάζουν τον κρατήρα τους
Στην παιδεμένη χώρα της καρδιάς
Κι από τον μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται
Για να βαδίσει εκεί με αετούς και λάβαρα
Ένα πρωί γεμάτο ιριδισμούς
Η φυλή που ζωντανεύει τα όνειρα
Η φυλή που τραγουδάει στην αγκαλιά του ήλιου.
Ώ κόρη κορυφαίου θυμού
Γυμνή αναδυομένη
Άνοιξε τις λαμπρές πύλες του ανθρώπου
Να ευωδιάσει ο τόπος από την υγεία
Σε χιλιάδες χρώματα ν’ αναβλαστήσει το αίσθημα
Φτεροκοπώντας ανοιχτά
Και να φυσήξει από παντού η ελευθερία
Άστραψε μες στο κήρυγμα του ανέμου
Την καινούρια και παντοτινή ομορφιά
Όταν ο ήλιος των τριών ωρών υψώνεται
Πάνγλαυκος παίζοντας το αρμόνιο της Δημιουργίας.
Από την ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί» (1940).
Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, «Ποίηση», Ίκαρος, Αθήνα, 2002, σελ. 56-57.
Δευτέρα 12 Μαΐου 2008
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΙΜΠΕΡΙΟ ΑΡΧΕΝΤΙΝΑ
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η IMPERIO AGENTINA
ÉCHALE GUINDAS AL PAVO
Huyendo de los civiles,
Un gitano del Perchel,
Sin cálculo ni combina,
¡Que donde vino a caer!
En un corral de gallinas,
¿Y qué es lo que allí encontró?,
Pues una pavita fina
Que a un pavo le hacía el amor.
Saltó la tapia el gitano,
Con muchísimo talento
Y cuando se vino a dar cuenta,
Con un saco estaba dentro.
A los dos los cogió,
Con los dos se najó,
Y el gitano a su gitana
De esta manera le habló:
Échale guindas al pavo,
Échale guindas al pavo,
Que yo le echaré a la pava,
Azúcar, canela y clavo,
Que yo le echaré a la pava,
Azúcar, canela y clavo.
Estaba ya el pavo asao,
La pava en el asador
Y llamaron a la puerta,
Verá usted lo que pasó
Entró un civil con bigote,
¡Ozú, que miedo, chavo!
Se echó el fusil a la cara
Y de esta manera habló:
A ver donde está ese pavo,
a ver donde está esa pava
porque tiene mucha guasa
Que yo no pruebe ni un ala.
Con los dos se sentó,
Con los dos trajeló
Y el gitano a la gitana
De esta manera le habló:
Échale guindas al pavo,
Échale guindas al pavo,
Que yo le echaré a la pava,
Azúcar, canela y clavo,
Que yo le echaré a la pava,
Azúcar, canela y clavo.
ΤΙ ΘΑ ΕΙΠΕΙΣ;

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ
ΜΕΤΑΞΥ ΠΟΡΟΥ ΚΑΙ VILLA SEURAT
Ερέβη ζοφώνουν τα δέντρα τα όρη τους κλώνους τους λωτούς
την αρχή και το τέλος των πάντων
διατηρείται ένα φως, το γοητεύει η θύμηση
μα η κατεύθυνση των ακτίνων μού μένει άγνωστη
πού είναι τα πόδια σου και πού το κεφάλι σου
η πηγή της λαμπηδόνας, η θέση του γερμού
το πρώτο κείμενο της ιεράς βίβλου;
Ποιός θα εκφωνήσει τον καλύτερο λόγο αυτού του αιώνα
αύριο όταν ξυπνήσουμε τι θα ειπείς;