Τετάρτη 11 Ιουλίου 2007

ΑΓΡΙΩΠΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ



PAUL ELUARD



Η ΙΣΟΤΗΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ


Τα μάτια σου ξανάρθανε από χώρα αυθαίρετη·
Κανείς δεν έμαθε ποτές εκεί σαν τί ’ναι βλέμμα·
Δεν άλωσε το κάλλος των ματιών – τί εξαίρετη
Χάρη έχουν οι σταλίδες, τα στολίδια, οι πέρλες! Στέμμα

Φοράς γυμνούς λιθίσκους άνευ σκελετού, άγαλμα
Δικό μου. Κι ο ήλιος που τυφλώνει βλέπει στον καθρέφτη
Της όψης σου φωτός και σκότους ένα αμάλγαμα
Που απ’ το κεφάλι σου το θεόκλειστο μονίμως πέφτει

Μες στης αγάπης μου τ’ αγριωπά τεχνάσματα.
Ο ακίνητός μου πόθος είν’ ανίκητο τσαντήρι.
Αμαχητί σε παίρνω ακέραιη, δίχως κλάσματα
Σε μεταφέρω στα γιοφύρια που ’χω γύρω ενσπείρει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Η εικονιζόμενη -που της αρέσουν τ’ αγριωπά τεχνάσματα- είναι (φαίνεται, άλλωστε, γραμμένο) η κ. Ariadne Artiles

Τρίτη 10 Ιουλίου 2007

Η ΜΟΡΦΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ



PAUL ELUARD


ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Την καρδιά απ’ το δέντρο απλώς τη μαζεύετε,
Γέλια και χαμόγελα, χάχανα και υπέργλυκοι λύκοι,
Νικητές, νικημένοι, φωτεινοί, αγνοί σαν άγγελοι,
Ψηλοί ως τον ουρανό, με τα δέντρα.

Μακριά, γκρινιάζει η μορφονιά που θά ’θελε να παλέψει
Κι αδυνατεί, πεσμένη ως είν’ στους πρόποδες του λόφου.
Ο δε ουρανός, άθλιος ή διάφανος,
Δε μπορεί να τήνε δει αν δεν την αγαπάει.

Οι μέρες διπλώνουνε σα δάχτυλα τις φάλαγγές τους.
Τ’ άνθη αποξεράθηκαν κι οι σπόροι εχαθήκαν,
Ο καύσων καρτεράει τις μεγάλες άσπρες παγωνιές.

Στο μάτι του φτωχού θανάτου. Βάφω πορσελάνες.
Μελωδία που λένε ολόγυμνες λευκές ωλένες.
Οι άνεμοι ενώνονται με τα πουλιά – ο ουρανός αλλάζει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
«Μορφονιά» είναι η από παλιά γνωστή μας (και μη εξαιρετέα) εξαίρετη κ. Almudena Fernandez.

Η ΜΑΥΡΗ ΑΥΛΑΙΑ




ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ (1879-1932)


ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ


Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει.
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ' ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι εβγαίναν κι έπαιζαν τ' αλλόκοτό τους δράμα,
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία.
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά καθώς επαρασταίναν,
κι έβγαινε, Θε μου κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2007

ΟΧΙ ΑΚΟΜΑ...



ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


ΚΟΚΚΙΝΟ ΓΛΥΚΟ ΜΟΥ ΣΤΟΜΑ


Το μυγδαλάκι τσάκισα
και μέσα σε ζωγράφισα
και τό 'δωσα σ' ένα πουλί
σ' ένα άσπρο περιστέρι
να τρέξει να στο φέρει.

Μα το πουλί πληγώθηκε
και δε σου φανερώθηκε
και η αγάπη μου για σε
κρυφή θα μένει για πάντα,
φτωχή καρδιά νταγιάντα.

Κόκκινο, κόκκινο,
κόκκινο γλυκό μου στόμα,
κόκκινο γλυκό μου στόμα,
δε σε φίλησα ακόμα.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2007

ΚΑΤΑ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ ΔΑΝΤΗ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΑΤΑΛΑΝΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΤΥΧΑΙ


Ο φίλος μου είναι ποιητής εκ των μετριωτάτων·
κι εμέ, που διάγω βίον λυρωδού, συχνά ελοιδόρει
’τί γράφω ρίμες κι έμμετρα. Διό κι έγινα παπόρι
σαν άκουσα να λέγει μου (απαιτών, μα και διαττάτων)

στους στίχους μου να τού ’βρω θέση. Πλην στων αθανάτων
την τράπεζα γι’ αυτόν δεν έχω πιάτο, κι ούτε ζόρι
τραβώ μην και πεινάσει. (Και με τί παλιαποφόρι
θα μου κουβαληθεί στο δείπνο των δεινών και υπάτων

δημιουργών; - για να μ’ εκθέσει!...) Τί ’χε κάνει ο Δάντης;
- αυτό κι εγώ θα κάμω! Λυρικούς φουρνιές στο Inferno
στριμώχνει σ’ όποιον κύκλο θέλει και γουστάρει ως φάντης

της «Αλιγκέρης & Εταίροι» ο μέγας Φιορεντίνος.
Στης μαζικής αθανασίας τη φάμπρικα θα φέρνω
-στο Διάβολο, ήγουν- αταλάντους όσους και Ε κ ε ί ν ο ς .



Ο πίνακας του Μαγκρίτ είναι άσχετος με το θέμα... - μου αρέσει όμως, γι' αυτό και τον ποστάρισα. (Τί να έβαζα; Φωτογραφία του Δάντη;!...)

Σάββατο 7 Ιουλίου 2007

ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ



ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΚΟΥΦΑΣ


ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ


Βγήκαν λάμιες στο ποτάμι
σύννεφο έβαλαν γιορντάνι
κι άντρας ζώνει τ' άρματά του
πάει ταμένος του θανάτου.
Και ποιος θα σου κρατήσει
άσπρο στο χορό μαντήλι
μαγιάπριλο του κόσμου
πίκρα περπατάει στα χείλη
άι... γαρούφαλλό μου...

Άλογο φαρί καβάλα
δράκοι τού 'στησαν κρεμάλα
μπρος στο μαρμαρένιο αλώνι
στέκει και το πεταλώνει.
Ανέμη να γυρίσει
παραμύθι ν'αρχινήσει
μαύρο κρασί να πιούμε
το φεγγάρι έχει μεθύσει
άι...γαρούφαλλό μου...

Και στην άκρη, στο ποτάμι
μια φλογέρα, ένα καλάμι
κάνει τον καημό φλογέρα
το παράπονό του αέρα.
Και ποιος θα σου κρατήσει
άσπρο στο χορό μαντήλι
μαγιάπριλο του κόσμου
πίκρα περπατάει στα χείλη
άι...γαρούφαλλό μου...

Ποιος πονεί και ποιος το θέλει
του ανέμου οι Αρχαγγέλοι
του καπνού 'ναι και τ' ανέμου
δεν το βάσταξα ποτέ μου.
Ανέμη να γυρίσει
παραμύθι ν'αρχινήσει
μαύρο κρασί να πιούμε
το φεγγάρι έχει μεθύσει
άι...γαρούφαλλό μου...

Του Χαρόντου πανηγύρι
το χορό νεκρός να σύρει
τ'άστρα μες στο παραγάδι
και τον ήλιο στο σημάδι.
Και ποιος θα σου κρατήσει
άσπρο στο χορό μαντήλι
μαγιάπριλο του κόσμου
πίκρα περπατάει στα χείλη
άι...γαρούφαλλό μου...

ΛΙΓΗ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΙΣ



Κ.Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ


Θέλω να φύγω πια 'πό 'δω, θέλω να φύγω πέρα
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία νά 'ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτα πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2007

ΕΠΑΝΩ ΑΠ' ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ Τ' ΑΓΡΙΑ ΣΚΟΤΗ



ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ


ΥΠΕΡΑΝΩ


Κι αν δοθήκαμε ολάκεροι στη Νειότη,
κι αν άφραστα αγαπήσαμε ό,τι ζει,
κι αν οι στερνοί δεν είμαστε, ούτ' οι πρώτοι
ένθεη η ορμή μας ξεπετάει εκεί

επάνω απ' της Αβύσσου τ' άγρια σκότη
και πέρα από του πλήθους τη βοή:
δρόμο να μη χαράξουμε προδότη,
στο χώμα αχνάρι μας να μη σταθεί.

Κι αν η πίστη στη χίμαιρα άλλης πλάσης
δεν γλυκάνει την πίκρα στην ψυχή,
Ανυπαρξία, κι αν δε μας ξεγελάσεις,

οι κοσμικοί κι οι απόκοσμοι μαζί
να πούμε πως εζήσαμε σε αμάχη,
μέσα μα και σαν έξω απ' τη Ζωή!...

Τρίτη 3 Ιουλίου 2007

ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΟΧΤΩ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ


Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ


Η φάμπρικα δε σταματά
δουλεύει νύχτα μέρα
και πώς τον λεν το διπλανό
και τον τρελό τον Ιταλό
να τους ρωτήσω δεν μπορώ
ούτε να πάρω αέρα

Δουλεύω μπρος στη μηχανή
στη βάρδια δύο-δέκα
κι από την πρώτη τη στιγμή
μου στείλανε τον ελεγκτή
να μου πετάξει στο αφτί
δυο λόγια νέτα-σκέτα

Άκουσε φίλε εμιγκρέ
ο χρόνος είναι χρήμα
με τους εργάτες μη μιλάς
την ώρα σου να την κρατάς
το γιο σου μην το λησμονάς
πεινάει κι είναι κρίμα

Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός
ξεχνάω τη γενιά μου
είμαι το νούμερο οχτώ
με ξέρουν όλοι με αυτό
κι εγώ κρατάω μυστικό
ποιο είναι τ' όνομά μου

Η ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΤΕΧΝΗ



JAROSŁAW IWASZKIEWICZ (1894-1980)


ARS POETICA


Σε λίγο θα βγει το φεγγάρι. Βράδυ φθινοπώρου.
Συνέχεια, δώσ’ του να γυρνοβολούν παντού σκιές. Τάχα
τα μάτια μου ποια νύχτα φυλλωμένη μες στου χώρου
τους ψίθυρους και τις φωνές σφαλίζει; Οπλές μονάχα

ακούω. Να ψαύσω θέλω με τον λόγο αρχαίους τόπους.
Ψηλαφητά στο σκότος θά ’βρω (λες;…) ποτέ την κρήνη
ή εις μάτην ψάχνω μες στην πλησμονή το magnum opus
που τα έτη τα μπαγιάτικα απ’ τα φρέσκα θα διακρίνει;

Κι αν πάλι τώρα μου στερούν το δάσος του φθινόπω-
ρου, ανοίγουν –να!– τα μάτια μου, και σα χωράφια απλώνουν
με δέντρων δύναμη βγαλμένη απ’ των κορμών τον κόπο
που αγέρα και νερό ρουφούν και σε αψιούς οπούς ενώνουν.

Γιατί, άραγε; Αχ, γιατί; Οι κραυγές εκβάλλονται ματαίως
σε μια εποχή όπου το σκοτάδι αφρόντιστη γαλήνη
εγγυάται· σαν κλαδί ετσακίστη ο θρήνος ο πηγαίος.
Το δάσος εκοιμήθη πια – τις ρίμες τις κεντά η σελήνη.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΙΤΑΛΙΚΟ ΡΗΤΟ ΓΙΑ ΤΑ ΧΕΙΛΗ




Le donne hanno 4 labbra, 2 per dare disastri e le altre 2 per mettere le cose a posto. Οι γυναίκες έχουν 4 χείλη, τα δύο είναι για να φέρνουν την καταστροφή και τα άλλα δύο για να βάζουν τα πράγματα στη θέση τους!


Τα πρώτα χείλη είναι της Aida Yespica. Θα ήταν δύσκολο να το βρείτε. Κουίζ: Ποιανής είναι τα χείλη που βλέπετε στη δεύτερη εικόνα; Εύκολο!

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2007

ΕΠΑΛΛΟΝΤΟ ΣΦΥΖΟΝΤΕΣ



ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΔΟΝ ΤΩΝ ΦΙΛΕΛΛΗΝΩΝ


Στον Conrad Russel Rooks

Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ' τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους.
Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ' στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.
Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί - ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.
Nαι, ήτο Iούλιος• και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.
Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη - η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ' όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ' στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα - οι άνθρωποι και τα κτίσματα - τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.
Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:
"Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου".

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2007

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΓΡΗΓΟΡΟΥΣΑ




Για όσο χρονικό διάστημα (καμμιά βδομάδα!) δεν θα επικοινωνούμε στον ποιητικό κυβερνοχώρο, θα φυλάει σκοπιά στο ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ η φίλη μου κ. Elisabetta Gregoraci. Γρηγορεί...

ΤΙ ΤΡΑΒΑΜΕ... (ΦΤΑΣΑΜΕ ΑΙΣΙΩΣ ΣΤΑ ΔΙΑΚΟΣΙΑ ΠΟΣΤΑΚΙΑ...)



ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ


ΑΧ, ΒΡΕ ΠΑΛΙΟΜΙΣΟΦΟΡΙΑ


Ένα βράδυ στη Καστέλα
σε μια όμορφη κοπέλα
που 'παιρνε τ' απεριτίφ της
ρίχτηκ' ένας τσίφτης
απ' την Κοκκινιά

Δεν εγνώριζε όμως ότι
τα 'χε μ' ένα Πειραιώτη
Πειραιώτη ντερμπετέρη
σίδερο στο χέρι
άσσο στη μπουνιά

Αχ βρε παλιομισοφόρια
τι τραβάν για σας τ' αγόρια


Αλλά και ο Κοκκινιώτης
ήταν παλικάρι πρώτης
και στο τέλος και οι δύο
στο νοσοκομείο
πήγαν σηκωτοί

Και οι δυο σε αφασία
μα εκείνη σημασία
που τους έφαγε η μαρμάγκα
και με άλλο μάγκα έκανε χαρτί

Αχ βρε παλιομισοφόρια
τι τραβάν για σας τ' αγόρια




Η πέτρα του σκανδάλου, που όμως μας δροσίζει, είναι η κ. Alessia Marcuzzi.

Σάββατο 23 Ιουνίου 2007

ΣΤΟΝ ΑΥΛΟΓΥΡΟ


PHILIPPE SOUPAULT


ΑΥΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ


Να μάθω πρέπει να γελώ
με τον μουντό καιρό τη μπόρα.
Γιατί να κλαίω αλήθεια σήμερα
που απαλοχρυσαφολάμπει ο ήλιος;
Των φίλων αύριο ξημερώνει η γιορτή
των βατραχιών και των ορνέων
μανιταριών τε και σαλιάγκων.
Μη λησμονήσουμε όμως τα έντομα
τα μυγάκια ναι και τις παπαδίτσες.
Και μόλις σκάσει μεσημέρι
το ουράνιο θα περιμένω νά ’ρθει τόξο
μαβί λουλακί γαλαζοπράσινο
κίτρινο πορτοκαλί και κόκκινο
να παίξουμε κουτσό κι αμάδες
οι δυό μας εμείς στον αυλόγυρο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σήμερα μας δροσίζει η κ. Alessandra Ambrosio -
σκέτη αμβροσία και κάθε άλλο παρά αλεξ-άνδρα!