Πέμπτη 17 Μαΐου 2007

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ



ΜΗΤΣΟΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ (1945-2003)


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ


Μια φορά κι έναν καιρό
στον τόπο τούτο το μικρό
ζούσαν κάτι φουκαράδες,
οι ραγιάδες

Κοτσαμπάσηδες, πασάδες
και σεβάσμιοι δεσποτάδες
κυβερνούσανε τη χώρα,
καλή ώρα


Είδε κάτι ο τσιφλικάς,
πως στο κόψιμο ο πασάς
υπαγόρευε το ράσο,
σφάξε με αγά μ' ν' αγιάσω

Κοτσαμπάσηδες, πασάδες
και σεβάσμιοι δεσποτάδες
κυβερνούσανε τη χώρα,
καλή ώρα

Έτσι τρεις από κοινού
πίναν το αίμα του λαού
αφού τότε τσιφλικάδες
ήσανε οι μπουρζουάδες

Κοτσαμπάσηδες, πασάδες
και σεβάσμιοι δεσποτάδες
κυβερνούσανε τη χώρα,
καλή ώρα

ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ



FRANCISCO DE QUEVEDO



Η ΓΡΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΤΗ ΝΙΑ


Θες, τώρα, να μας πεις και να μας πείσεις ότι είσαι μόνον
δεκαέξη;… ή δεν κοιτάς που η ευλογιά σε ροκανίζει;
Και το μωρό δεν έχει δόντια ναν τα σφιγκοτρίζει,
πλην είν’ μωρό – όχι γριέντζω κλασοδόντα ογδόντα χρόνων!

Για καλλονή περνιέσαι (χα!), υπεράνω ετών και αιώνων·
δεν παν –λες– χρόνια που ’τρωγες από το ρωγοβύζι.
Έλα, όμως, που το στόμα σου γριαμπάμπω μού θυμίζει,
το δε βρακί σου μπόχα (πφ!) έχει έως κι εκατό σκατώνων!

Σαλιάρα και φασκιές μωρών σού ’ν’ τα κοντά σοσόνια!
Της νιότης θες το φαίνεσθαι να επιδεικνύεις, μα μήτε
της μούρης σου οι ρυτίδες έαρ δηλώνουν. Και τα ψώνια

να ζήσουν πρέπει· διό και τόσες μαϊμουδιές λυπητε-
ρές χάβουμε: πως (και καλά!) εσύ σέρνεις λίγα χρόνια…
(σαν τα ψωμιά!) – αυτά που σού ’χουν μείνει ακόμη, εννοείται…


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2007

ΒΙΤΣΙΑ...



FRANCISCO DE QUEVEDO



Ο ΕΝΑΣ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝΕ ΒΙΤΣΙΟΖΟ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ ΤΑ ΘΗΛΕΑ


Νά ’ν’ κόμματος το θήλυ θέλω – εγώ έ τ σ ι ανάβω.
Μά ’ν’ κι άλλες πιο όμορφες (καθόσον άλλες!). Πάντα
γουστάρω μι’ άλλη νά ’χω, εφεδρικιά, γι’ αβάντα –
την καλλονή δεν πά’ των καλλονών να σκάβω

στην κλίνη δεόντως;!... Μ’ όποιαν στο κρεβάτι τραβο-
λογιέμαι εγώ πετάω στην πάντα· στον ιμάντα
μεταφοράς κορμιών τοποθετώ όποια ινφάντα
κιαλάρω ή λιμπιστώ – ποιά να πρωτοπρολάβω!...

Με μια μονάχα γκομενίτσα εσύ, όλη κι όλη,
κοιμάσαι χρόνια· εγώ χτυπάω εκατό την ώρα –:
αμφότεροι είμαστε ωστόσο (αι, ναι…) αρχιδιαβόλοι!

Διαφέρουμε, όμως, κάπου: εγώ γυναικοβόρα
έχω ήθη, με αμαρτίες χορταίνω· εσύ, καργιόλη,
πεινάλα, μ ί α πηδάς αμαρτωλή – στα φόρα!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Η εικονιζόμενη είναι ελληνοαργεντινή και λέγεται Monica Antonopoulos.

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ



ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ


ΩΔΗ Σ' ΕΝΑ ΔΡΟΜΕΑ ΗΜΙΑΝΤΟΧΗΣ


Σε βρήκα έξω απ’ την Ιεριχώ
να κλαις στων σαλπισμάτων το σκοπό
φωτόνια στην παλάμη να κρατάς
πέντε δηνάρια τό ’να να πουλάς

Και οι τυφλοί τα οράματα
πώς κοίταζαν κατάματα
παραμυθάκι μου ακριβό
νά ’ξερες πόσο σ’ αγαπώ.

Και καθώς δεν επέφτανε τα τείχη
να φύγουμ’ είπες κι όπου μας βγάλει η τύχη
και πάει στη νύχτα ακέφαλη η πορεία
μας φέγγει μια ετερόφωτη λυχνία

Τώρα ανακάλυψες μεμιάς
σαράντα αιώνες μοναξιάς
παραμυθάκι μου ακριβό,
βαλκανικά σε χαιρετώ

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΣΟΝΕΤΤΟ ΤΟΥ ΚΕΒΕΔΟ



FRANCISCO DE QUEVEDO


ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΑΔΟΚΗΤΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΝΟ
ΤΗ ΒΡΑΧΥΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΚΑΘΑΥΤΗΝ,
ΔΕΧΘΕΙΣ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ



Ό,τι είταν όνειρο χθες αύριο θά ’ναι χώμα.
Πριν τίποτα· μετά καπνοί. Όσο σχέδια βάνω
μπροστά φιλόδοξα, αλαζονικά, θα χάνω
τα τείχη πάντα από τα μάτια μου. Με το όμμα

τυφλό, εγώ, ο πολιορκημένος, είμαι ακόμα
η πρώτη απειλή της άμυνάς μου. Πιάνω
τον εαυτό μου – τον ξεκάνω με ό,τι κάνω:
το σώμα τάφος είναι, και όχι εξαίσιο δώμα.

Το χθες εχάθη· το αύριο αργεί· και μες στις δίνες
του χρόνου τρέχει η σήμερον: σημείον του αχρόνου
παρόντος, κι έξω απ’ τη σπηλιά του Άδη σήμα.

Η ώρα είν’ κασμάς και οι στιγμές αξίνες
που για το μεροκάματο του μαύρου πόνου
συνέχεια σκάβουν μέσα μου για εμέ το μνήμα.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 15 Μαΐου 2007

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΡΕΠΑΝΗΣ



ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ


Η ΔΙΠΡΟΣΩΠΗ


Σβήσε με κυρά μου
απ' τα τεφτέρια σου
κι άντε ν' ανταμώσεις
ξανά τα ταίρια σου

Δώσε τώρα τη καρδιά σου
σε άλλο πρόσωπο
και μαζί του τώρα παίξε
ρόλο διπρόσωπο

Σβήσε με κυρά μου
απ τα κιτάπια σου
και μοίραζε όπου θέλεις
τώρα τα χάδια σου

Στα όπα όπα σ' είχα
και σε ζηλεύανε
να βρούνε τέτοιον άντρα
κι άλλες γυρεύανε




Στο ρόλο της "Διπρόσωπης" η Amalia Maiorana.

ΜΙΛΑΕΙ Η ΜΟΥΣΑ




ANNA AXMATOBA


ΑΦΙΕΡΩΣΗ


Τα βουνά λυγίζουν μπρος σ’ αυτή τη συμφορά
δεν κυλάει ο μέγας ποταμός
μα της φυλακής τα σίδερα γερά
κι από πίσω τους του κάτεργου η «μονιά»
κι ο θανατερός καημός.
Δροσερό φυσάει το αγέρι, γι’ άλλους, ξένους
γι’ άλλους γλυκοφέγγει αχνά το δειλινό
ίδιοι εμείς παντού, δεν παίρνουμε είδηση κανένας
τα κλειδιά μονάχα ακούμε σιχαμένα
και τα βήματα βαριά των στρατιωτών.
Σηκωνόμασταν, λες κ’ είτανε για τους εωθινούς
μες στην αποθηριωμένη πόλη οδεύοντας ξανά,
συναντιόμασταν πιο ξέπνοοι κι από τους νεκρούς
χαμηλότερος ο γήλιος και στο πούσι ο Νέβας, στους καπνούς,
κι όμως τραγουδάει η ελπίδα πέρα μακριά.
Καταδίκη... και τα δάκρυα ευθύς, μα τί να σώσουν
έχει απ’ όλους ήδη αποκοπεί
λες και τη ζωή με πόνο απ’ την καρδιά θα ξεριζώσουν
λες και βάναυσα τ’ ανάσκελα θα την ξαπλώσουν
μα βαδίζει... και τρικλίζει... μοναχή.
Τάχατες οι αθέλητές μου φίλες πού είναι τώρα εκείνες
των σατανικών μου δύο ετών;
Τί στης Σιβηρίας τις θύελλες βλέπουν, στου χιονιού τη δίνη
τί φαντάζονται στον κύκλο γύρω απ’ τη σελήνη
Στέλνω σ’ όλες τους τον ύστατο χαιρετισμό.


Μάρτιος 1940


Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2007

Η ΕΙΚΟΝΙΖΟΜΕΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΥΡΙΑ ANDREA BOLATTI



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


WENN ICH ZWEI VÖGLEIN WÄR – Joachim Ringelnatz


Αν είμουν στ’ αλήθεια δυο πουλάκια,
σαν άλλος Ρινγκελνάτς θα ξεπετούσα
ποιήματα και ρίμες· και φτεράκια
θα εφόραγα κάτω απ’ την πατούσα,

να μην αργώ να φέρνω μανταλάκια
να μου κρατούν (με τη φωτιά παρούσα
στο ποίημα) σώα και αβλαβή στιχάκια
και μέτρα. Μια σαρανταποδαρούσα,

κορμαδερή και ρούσα, και ένας κέλης
φρενήρης άραψ, γίνονται, άμα θέλεις,
πηγή βαθιάς εμπνεύσεως. Τα ούτια

της θυμέλης βγάλε μόνο, για να διώξεις
τις που θα σού ‘ρθουν όρθιες ονειρώξεις,
καθώς θα τρίβεις της Μπουμπούς τα μπούτια.

Κυριακή 13 Μαΐου 2007

Η ΕΙΚΟΝΙΖΟΜΕΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΦΡΑΝΣΟΥΑΖ ΑΡΝΤΥ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ



ΕΑΡΙΝΟ ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΟ ΑΛΑΛΑΖΟΝ


Frühling mit Nachtigalen und anderem Zubehör
JOSEFH VON EICHENDORFF


Αηδόνια και συμπράγκαλα στον κάμπο
πληρώσανε της άνοιξης το νοίκι
με τούνικες και μ’ άσους στο μανίκι.
Δεν είν’ τοπίο ετούτο ’δώ για νά ’μπω,

μα αλλιώς δεν γίνεται. Κι αν, φευ, δεν λάμπω,
γλομπάκια θά ’χει ανάψει η αμφιλύκη
για μένα που διαπρέπω στο ξυλίκι
(παιδιόθεν). Όθεν βάζω μια γρια-μπάμπω

να μου διδάσκει παραμύθια: αφάνες
ν’ ανάβει, αφάντους να κηρύσσει, βάνες
να ξεβουλώνει. Τους οπούς, τους τόπους,

τους τύπους και τους χτύπους ξαναπιάνω·
λυσσομανάν τα χέρια μου στο πιάνο:
πικροπληκτροκοπούν το magnum opus.

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΛΥΦΟΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ





IVAN GOLL (1891-1950)


ΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΑΥΓΟ


η χνουδωτή νύχτα μόλις εγέννησε
το αυγό του κρανίου μου –επώαση
του κρόκου του παραλογισμού μου
ο ήλιος μές στο λιωμένο μάτι μου

σε λίγο ελευθερωμένο το πουλί
από το ποίημα όπου ήταν φυλακή
φτερούγισε στους τέσσερεις ορίζοντες που σκίρτησαν
απ’ την καρδιά μου τώρα έμεινε μόνο το κατακάθι

φτέρωμα - πρίσμα εφτάχρωμο
ψυχή που φλέγεται από εφτά πόνους·
κάθε πλάσμα που μεταμορφώνεται
δεν το χωράει πια το αυγό
βγαίνει και αναδύεται στο σύμπαν ολοκαίνουργιο
έξω από το κέλυφος του τίποτα


Μετάφραση: Ε.Χ. Γονατάς.

Σάββατο 12 Μαΐου 2007

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ-ΠΟΥΛΙ



CHARLES BAUDELAIRE


ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ


Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πως κοίτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός
τ' ωραίο πουλί τί κωμικό κι αδέξιο που απομένει
ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πως πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.


Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.

ΠΑΒΕΖΙΑΝΟ ΤΟΠΙΟ



CESARE PAVESE



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Τοιχαλάκια τριγύρω και κήπος στη μέση
με ξερόχορτα και φως που καίει σιγανά το
άσπρο χώμα του. Είν’ ένα φως που ξέρει τί θα
πει γιαλός. Ανασαίνεις τα χόρτα του κήπου.
Σαν αγγίζεις την κόμη σου, διώχνεις τη μνήμη
της χλωρίδας.
Πολλά ώριμα φρούτα που πέφταν
είδα… ολόγλυκα… σ’ ένα χορτάρι που ξέρω
πέφταν με δυνατό γδούπο… Εσύ όμοια πετιέσαι
σαν σκιρτάει εντός σου το αίμα. Κουνάς το κεφάλι,
σαν να γίνεται γύρω σου θαύμα μεγάλο,
ενώ το θαύμα είσαι εσύ. Έχουν γεύση γλυκιά και
σένα τα μάτια· μιά θερμή θύμηση βγάζουν.
Ακούς. Τα λόγια, που ακούς, σ’ αγγίζουνε μόλις.
Λάμπει μιά σκέψη στο πρόσωπο το γαλήνιο,
και στους ώμους σου λάμπει το φως της θαλάσσης.
Στην όψη έχεις σιωπή που ακουμπά την καρδιά σου
με βαρύ χέρι, και στάλα τη στάλα ο πόνος
σε τρυπάει σα χυμός απ’ τα φρούτα τού τότε.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2007

ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΟΜΟΡΦΙΑΣ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ (1908-1941)



ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ


H πιο γλυκιά παρθένα
Στολίζει το δωμάτιο
Eυφραίνει την περισυλλογή

Aς πούμε πως είμαστε ευτυχείς

Kι είναι η σειρά μας
Nα βρεθούμε αθάνατοι,
Nα φιλήσουμε την ομορφιά
Στα χείλη
Kαι στο λεπτό της φόρεμα



ΑΕΡΙΝΗ ΛΕΠΤΗ, ΑΝΑΛΑΦΡΗ


Θυμάμαι. Θέλω και θυμάμαι
H ανάμνηση, με την ανατροφή,
αέρινη λεπτή γίνεται ηδονή•
βασανισμένη, γοητεύει τα δάκρυά της
με χαμογέλια• είναι
κι αισθάνεται τον εαυτό της ηδονή
αέρινη λεπτή, ανάλαφρη...



Η εικονιζόμενη είναι -κατά τα υπεσχημένα- η κ. Inez Sastre.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2007

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ!




Ημείς ο Μπλογκάρχης, Γιώργος Κεντρωτής, κυκλοφορούμε με το ψευδώνυμο Βικέντιος Καρμπονάρος από τις εκδόσεις "Τυπωθήτω". Πρόκειται για μυθιστόρημα ψυχωφελές (τουλάχιστον...) αναπτυσσόμενο σε 540 σελίδες και τιτλοφορούμενο ως ακολούθως: Ο ΣΥΝΟΝΟΜΑΤΟΣ ή ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΚΑΘΕΤΟ ΡΗΓΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ.


Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί και η μετάφρασή μας μερικών ποιημάτων του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκη με τίτλο ΦΥΣΩΝΤΑΣ ΤΩΝ ΣΠΟΝΔΥΛΩΝ ΜΟΥ ΤΟ ΦΛΑΟΥΤΟ.

Με κλικ πάνω στα εξώφυλλα μπορείτε να τα διαβάσετε καλύτερα.

Τη διαφήμιση μέσα από το μπλόγκ την κάνουμε, επειδή προσωπικώς δεν έχουμε άλλον τρόπο. Ζητάμε κατανόηση και συμπάθιο από τους επισκέπτες μας.

ΑΠΟΛΛΩΝ vs ΔΑΦΝΗ II



FRANCISCO DE QUEVEDO


ΣΤΗ ΔΑΦΝΗ ΠΟΥ ΞΕΓΛΙΣΤΡΑΕΙ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ


«Αλχημιστής ξοπίσω σ’ έχει, Δάφνη, πάρει,
που Απόλλωνα τον λεν, μα εσύ μην τον λυπάσαι!
Λέω, νυχτερίδα ζόφου πρέπει μάλλον νά ’σαι,
με φώτα ο ήλιος τ’ ουρανού μην σε τουμπάρει!

Σε θέλει, και ποθεί στο δάσος σα μανάρι
να σε ξαρμέξει μέσα. Εσύ, όμως, Δάφνη μου, άσε!
Μιλά η ορμή του, όχι το πουγκί του! Μη φοβάσαι –
ψοφίμι έχει σκυλί, δεν έχει κυνηγάρη!

Πλανόδιος των σημείων στων πλανητών τις κοίτες
τα πράγματα φωτίζει και τις φάτσες τήδε
κακείσε με ατμηρές ουρές από κομήτες!...»

Αυτά της είπα. Φλούδια δάφνης βάζει επίδε-
σμα η κόρη, καμουφλάρεται, το σκάει στις μύτες,
κι ο Φοίβος, που αμανάτι μένει, φως δεν είδε!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δάφνη είναι η κ. Ines Sastre.