Κυριακή 10 Μαΐου 2020

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΑΣΗ



GEORG TRAKL



ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΑΣΗ

Αλλόκοτα είναι του ανθρώπου τα νυχτερινά μονοπάτια. Εκεί που υπνοβατούσα σε κάτι πέτρινα δωμάτια, που τα φώτιζε μια ήρεμη φλόγα σ’ ένα μπρούντζινο κηροπήγιο, κι εκεί που, επειδή εκρύωνα, εχώθηκα στο κρεβάτι μου, να τος πάλι όρθιος ο μαύρος ίσκιος της ξένης, οπότε κι εγώ, χωρίς να πω τίποτα, έκρυψα το πρόσωπό μου μες στ’ αργοκίνητα χέρια μου. Επίσης, άνθιζε γαλάζιος στο παράθυρο ο υάκινθος και στα πορφυρά χείλη του πνεόντος όντος ανέβηκε η παλιά προσευχή, κι απ’ τα βλέφαρά του έτρεξαν για τούτο τον κατάπικρο κόσμο κρυστάλλινα δάκρυα. Την ώρα αυτή ήμουν στου πατέρα μου τον θάνατο ο λευκός του ο γιός. Απ’ το λόφο κατέβηκε με τα κυανόχρωμα ρίγη του ο άνεμος της νύχτας, ο σκοτεινός θρήνος της μητέρας άρχισε να πεθαίνει και πάλι, κι εγώ είδα τη μαύρη κόλαση τότε μες στην καρδιά μου: στιγμές γαλήνης μαρμαίρουσας. Σιγανά-σιγανά πρόβαλε απ’ τον ασβεστωμένο τοίχο μια όψη ανείπωτη –νεαρός που επέθαινε– το κάλλος μιας γενιάς στο νόστιμον ήμαρ της. Λευκό σεληνόφως αγκάλιαζε το ψύχος της πέτρας ο άγρυπνος κρόταφος, έσβηναν σ’ ερειπωμένα σκαλοπάτια τα βήματα των ίσκιων, χορός ροδαλός στο κηπάριο.
  Σιωπηλός καθόμουν σ’ έρημη ταβέρνα, μονάχος κάτω απ’ τα καπνισμένα της δοκάρια, εγώ και το κρασί μου· πτώμα απαστράπτον είχε γείρει πάνω από κάτι σκοτεινό κι ένα νεκρό αρνί κειτόταν στα πόδια μου. Μέσ’ απ’ το μπλε που εσάπιζε φάνηκε η ωχρή μορφή της αδελφής, και το στόμα της, που έτρεχε αίμα, μίλησε και είπε: Κέντα μαύρο αγκάθι. Ακόμα, αχ, ηχούν καταιγίδες ανήμερες στ’ ασημένια μου μπράτσα. Κύλα αίμα από τα φεγγαρίσια τα πόδια, έτσι όπως θάλλεις σε νυχτερινά μονοπάτια, την ώρα που σκληρίζοντας περνάει ο αρουραίος. Τρεμοπαίξτε, αστέρια μου εσείς, στα γαϊτανόφρυδά μου· κι ακούγεται να χτυπάει απαλά η καρδιά στης νύχτας το σώμα. Ίσκιος κόκκινος με ξίφος φλεγόμενο εχίμιξε μέσα στο σπίτι, κι έφυγε μετά με το μέτωπό του νά ’ναι όλο με χιόνια. Ω πικρότατε θάνατε.
  Και μια φωνή ζοφερή εμίλησε από μέσα μου: Του μαύρου αλόγου τσάκισα εγώ το λαιμό στο νυχτωμένο δάσος, γιατί από τα καταπόρφυρα μάτια του ανάβλυζε η παράνοια· οι σκιές απ’ τις φτελιές επέφτανε πάνω μου, της πηγής το γαλανό το γέλιο και η ψύχρα η μελανή της νύχτας, γιατί εγώ, ο άγριος κυνηγός, κάποιο χιονάτο εκυνήγαγα αγρίμι· σε λίθινη κόλαση η όψη μου πέθανε.
  Και μια σταγόνα αίμα έσταξε μες στο κρασί του έρημου και μόνου· και όταν ήπια εγώ από κει, γεύση πικρότερη και απ’ το όπιο πως είχε κατάλαβα· κι ένα μαυρωπό σύννεφο το κεφάλι μού σκέπασε, τα κρυστάλλινα δάκρυα των επικαταράτων αγγέλων· και σιγά-σιγά εκύλαγε το αίμα από την ασημένια πληγή τής αδελφής, και πύρινη βροχή επάνω μου έπεφτε.
  Στις παρυφές του δάσους θέλω να πάω αμίλητο κάτι, από του οποίου τ’ άλαλα χέρια έσβησε ο τρίχινος σάκος του ήλιου· κάποιον ξένο στον εσπερινό λόφο, που κλαίγοντας σηκώνει τα βλέφαρά του πάνω από την λίθινη πόλη· κάποιο αγρίμι που ησυχάζει στη γαλήνη της γέρικης κουφοξυλιάς· ασίγαστα αφουγκράζεται η τυλιγμένη στην αμφιλύκη κεφαλή, ή ακολουθούν τα διστακτικά βήματα του γαλάζιου σύννεφου στο λόφο, όπως και αστερισμοί αυστηρότατοι. Η πράσινη σπορά σιμά του τον οδηγεί ήρεμα, στα χορταριασμένα μονοπάτια του δάσους δειλό τον συνοδεύει το ελάφι. Βουβές σφαλίσανε των χωρικών οι καλύβες, και αγωνιά μέσα στη μαύρη νηνεμία του άγριου ρυακιού ο θρήνος γαλάζιος.
  Αλλά καθώς κατέβαινα το βραχομονοπάτι, η παραφορά με κυρίεψε, κι έπιασα και ούρλιαζα δυνατά μέσα στη νύχτα· και καθώς έσκυψα με δάχτυλα ασημένια πάνω από τ’ αμίλητα νερά, είδα να μ’ έχει εγκαταλείψει η όψη μου. Και η λευκή φωνή μού μίλησε και μου είπε: Αυτοκτόνησε! Αναστενάζοντας σηκώθηκε εντός μου ενός αγοριού ο ίσκιος και με κοίταξε αστράφτοντας μέσ’ απ’ τα κρυστάλλινά του μάτια, τόσο που κλαίγοντας εγώ καταποντίστηκα κάτω απ’ τα δέντρα κάτω από τον κραταιότατο έναστρο θόλο.
  Ανειρήνευτη περιπλάνηση μέσα στις άγριες πέτρες μακριά από τα νυχτωμένα χωριουδάκια, απ’ τα κοπάδια που γυρνούσαν στα μαντριά τους· πολύ μακριά πέρα βόσκει ο ήλιος που σε κρυστάλλινο βασιλεύει λιβάδι, και συγκλονίζει το άγριο τραγούδι του, το μοναχικό κρώξιμο του πουλιού, μες στη γαλανή γαλήνη όπως πεθαίνει. Αλλ’ απόσιγα έρχεσαι μέσα στη νύχτα εσύ, καθώς εγώ αγρυπνούσα πάνω στο λόφο ή μες στη μανία της ανοιξιάτικης μπόρας· και ολοένα μαυρύτερη συννεφιάζει η μελαγχολία τη μοναχική κεφαλή, απαίσιες αστραπές τη νυχτωμένη τρομάζουν ψυχή, τα χέρια σου το ξέπνοο μού ξεσκίζουνε στήθος.
   Με το σούρουπο καθώς εβάδιζα στον κήπο και όπως είχε ξεμακρύνει από μένα του Κακού η μαύρη μορφή, η υακίνθινη σιγαλιά με σφιχταγκάλιασε της νύχτας· και με μια πιρόγα έσκιζα τα νερά τής ήρεμης λίμνης, και ειρήνη γλυκιά ακράγγιζε το απολιθωμένο μου μέτωπο. Αμίλητος έγειρα κάτω από τις γέρικες ιτιές, και είχε ψηλά από πάνω μου ο γαλανός ο ουρανός γεμίσει τώρα αστέρια· και καθώς κοιτάζοντάς τα πέθανα, εντός μου πέθαναν και ο φόβος και από τους πόνους ο βαθύτερος· και υψώθηκε του αγοριού ο γαλάζιος ίσκιος αστραφτερός μες στο σκοτάδι, άσμα μειλίχιο· και υψώθηκε με φεγγαρίσια φτερά πάνω από τις πρασινωπές δεντροκορφές, πάνω από τους κρυστάλλινους γκρεμούς η όψη της αδελφής η πάλλευκη.
  Με πέλματα αργυρά κατέβηκα τότε τ’ αγκαθωτά σκαλοπάτια και μπήκα στον ασβεστωμένο κοιτώνα. Ήσυχα φώτιζε ένα κηροπήγιο εκεί μέσα και αμίλητος εκάλυψα το κεφάλι με λινό πορφυρό· και η γη απόριξε το πτώμα ενός παιδιού, μια μορφή φεγγαρίσια, που, ξεκόβοντας σιγά-σιγά απ’ τον ίσκιο μου, εβούλιαξε με χέρια τσακισμένα, λες κι έπεφταν πέτρες, πυκνές χιονονιφάδες.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου