Δευτέρα 30 Απριλίου 2007

Ο ΧΑΡΟΣ... ΑΥΤΗ Η ΚΟΥΦΑΛΑ!



FRANCISCO DE QUEVEDO


ΠΥΡΡΕΙΟΣ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΙ ΗΔΗ ΗΤΤΗΘΕΝΤΟΣ ΕΡΑΣΤΟΥ



Γενναίος τόσο μου είσαι… τόσο σθεναρός,
που και σε αδύναμους το δείχνεις… το μοστράρεις!
Πλην, Έρωτά μου, φτάνει… μπάστα! Ως ερωτάρης
τους πόνους μου θ’ αφήσω μόνον ο καιρός

να γιάνει. Το αίμα μού ρουφούσες σταθερώς
επί έτη· εσμούς βελών επάνω μου εβάρεις…
Το θύμα σου έχει υπομονή, κι έτσι (ως Άρης
εσύ άλλος) θύτης του περνιέσαι τρομερός.

Κανάν ισάξιον σου, αν κοτάς, στη μάχη κάλα·
εκεί να δούμε πόσα το σακκί σου πιάνει –
εγώ ’μαι τίποτα… μισοριξιά… μια στάλα!

Καμένος είμαι – στάχτη καις!... Μα τί σε βάνει
νεκρούς με θάνατο να τιμωρείς, κουφάλα,
σεφτέ μ’ εμένα κάνοντας, πού ’χω πεθάνει;!...


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ανάρτησα το σονέττο αυτό χάριν του επισκέπτη του "Αλωνακιού της Ποίησης" Αλαφροίσκιωτου. Τον Quevedo τον έχω ποστάρει κάμποσες φορές ήδη... Γι'' αυτό και δεν τον ξαναποστάρω. Η κυρία που εικονίζεται εδώ -έτσι, για να πεθάνει ο Χάρος!...- λέγεται Eugenia Silva.

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΥΤΗΣ


ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΑΓΓΕΛΟΚΑΜΩΜΕΝΗ ΜΟΥ


Αγγελοκαμωμένη μου
και λαμπαδοχυτή μου
ομορφονιά της μάνας σου
και συντροφιά δική μου

Θα σ' αγαπώ θα σ' αγαπώ
διόλου δεν θα πάψω
ή κατά βάθος θα χαθώ
ή θα σε απολαύσω

Σ' αφήνω την καληνυχτιά
μηλιά μου με τους κλώνους
πάω κι εγώ να κοιμηθώ
με βάσανα και πόνους

Ζαχαροζυμωμένη μου
πέσε γλυκά κοιμήσου
και στ' όνειρό σου να με δεις
σκλάβο και δουλευτή σου



Η εικονιζόμενη είναι -βεβαίως...- η Κλαούντια Καρντινάλε.

ΘΑ ΒΟΣΚΗΣΩ ΤΟ ΜΑΥΡΟ



ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


ΑΙΦΝΗΣ


Αυτό που λέμε όνειρο δεν είν’ όνειρο
που η πλατιά πραγματικότητα δεν είναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα,
σαν το σύννεφο που αλλάζει στα νωθρά δευτερόλεπτα
όντας μονάχα η ακάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δεν παραγνώρισε το θήραμα
και η πάπια δεν έπαψε να πιπιλίζει τη λάσπη•
το χταπόδι βγαίνει απ’ το ρηχό θολάμι του με γαλαζόπετρα
στα ξέφωτα η τίγρη λησμονιέται ανεπίληπτα.
Νυχτώνει και σήμερα. Η αγωνία
λέει πάλι: θα βοσκήσω το μαύρο.

ΑΔΕΙΑΖΩ ΑΠΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ




PAUL ELUARD


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΚΥΡΗΚΟΣ


Τοίχος καταγγέλλει άλλον τοίχο
Και όλως τυχαίως υπεραμύνεται εμού η σκιά
Από τη σκιά μου την έμφοβη.
Ω πτέρυξ του έρωτά μου πέριξ του έρωτά μου,
Όλοι οι τοίχοι πέριξ της σκιάς μου εκλώθανε κάτασπρα.

Εσύ, τίνος υπεραμυνόσουν; Αναίσθητε, παναίθριε ουρανέ,
Στο τρέμουλό σου με κουτσοστέγαζες
Το φως, ανάγλυφος αχνός, στον ουρανό,
Που δεν είναι πια καθρέφτης του ήλιου,
Τ’ άστρα της ημέρας φύρδην-μίγδην με πράσινα φύλλα,

Η ανάμνηση όσων άνευ γνώσεως μίλαγαν, κυρίαρχοι
Της ανημπόριας μου αυτοί κι εγώ υποκαθιστώντας τους
Με μάτια του έρωτα και χέρια μπιστικά
Αδειάζω από κόσμο τον κόσμο,
Απ’ όπου προσωπικώς ως γνωστόν απουσιάζω.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 29 Απριλίου 2007

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΡΩΣ;



FRANCISCO DE QUEVEDO


ΣΟΝΕΤΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΥ ΟΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ


Ως φλόγα ψύχεται, ενώ ως ψύχρα είν’ φλογώδης·
πληγή είναι, σε πονά, μα εσύ δεν νιώθεις πόνο·
ονειρεμένο είναι αγαθό, κακά όμως μόνο
προοιωνίζεται· βραχείες, μα και κοπιώδεις

χαρές σου δίνει, και είναι εξόχως μεριμνώδης
η σχόλη που σου εγγυάται. Αν και ήρως ο Έρως, θρόνο
δειλίας κατέχει· μόνος και άφιλος, τον στόνο
γεννάει στον κόσμο: αγάπη γαρ του εαυτού του εργώδης.

Ελευθερία είναι, αλλ’ είναι ελευθερία αλύσου,
και τη χαλκεύει με μια τέλειαν αφροσύνη
– σαν νόσος που με τη γιατρειά θεριεύει· αβύσσου

ανοίγει βάραθρα ο νήπιος Έρως· στην ι-
δέα της φιλίας δεν πιστεύει καν: εξ ίσου
με ροχάλες μίσους και την αφεντιά του φτύνει.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 28 Απριλίου 2007

Ο ΚΗΠΟΣ



ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ


Μ’ ΑΓΑΠΑΤΕ;


Τις νύχτες έκοβα κίτρινα φύλλα.
Μαδούσα τις γλάστρες στο μπαλκόνι μου,
βήματα μπρος πίσω φυλακισμένου ανθρώπου.
Μ’ αγαπά-δεν μ’ αγαπά ο κόσμος,
η ζωή, το όνειρο του κόσμου; Χρόνια
και χρόνια-σαράντα, αν δεν σας φαίνονται
λίγα, κατέληξα να μαδώ φρέσκα κλαδιά,
λόχμες κι άνθους και κρίνα.
Τις νύχτες έχανα τη μνήμη μου.
Αντί απ’ το περίσσευμα, τον ίδιο
τον κήπο μου ξερίζωνα,
για να σας τον χαρίσω.

ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ ΛΟΓΙΑ...



ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΡΒΟΣ


ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ Ο ΧΑΡΟΣ


Ταβερνιάρη να μου ζήσεις
είσαι άνθρωπος ντερβίσης,
φέρε από τα ίδια πάλι
να γεμίσω το κεφάλι.

Φέρε να πιω
για να μου φύγει το βάρος
γιατί απόψε
θα πεθάνει ο χάρος.


Μια γυναίκα μ' έχει κάνει
το πιοτό να μη με πιάνει,
θέλησε να με πληγώσει
μα πικρά θα το πληρώσει.

Φέρε να πιω
για να μου φύγει το βάρος
γιατί απόψε
θα πεθάνει ο χάρος.


Κι αν απόψε θα μεθύσω
βάστα μην τη συναντήσω,
τίποτα δεν λογαριάζω
και θα ιδείς το πώς δικάζω.

Φέρε να πιω
για να μου φύγει το βάρος,
γιατί απόψε
θα πεθάνει ο χάρος.



Τη μουσική του τραγουδιού έχει γράψει ο Μπάμπης Μπακάλης ή Κουβάς. Το πρωτοτραγούδησε η Σωτηρία Μπέλλου.

ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΧΡΩΣΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ



FRANCISCO DE QUEVEDO


Η ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΝ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΑΛΛΟΝΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΟ ΔΥΣΚΟΛΟ, ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΕΔΩ ΤΟΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΗΣ


Αν πρέπει να σε δει αυτός που θα σε ζωγραφίσει
και, αφού σε δει και σε κοιτάξει, τυφλωθεί, πορτραίτο
ποιός θα μπορέσει –πες!– ποτέ να σου φιλοτεχνήσει,
χωρίς τα μάτια του να βλάψει; Σ’ ένα καβαλέττο

εν μέσω ρόδων χιονισμένων σ’ έχω παραστήσει,
μα αυτό κολάκευε τα ρόδα – όχι εσένα! Νέτο
στις κόγχες φως τ’ αυγερινού η παλέττα να σου χύσει
εβάλθη, πλην ποιό αστέρι νά ’βρει τέτοια τύχη; Σκέτο

του πράγματος το μάταιον είχε φανεί (καθόλου!)
στο σκίτσο κιόλας. Μα ο καθρέφτης μιά στιγμή, οπού επόνα
ο νους μου, πιάνει τη λάμψη άπαξ του δικού σου ειδώλου

και δίχως τονισμούς φωτός ασχέτους, στον κρυψώνα
τη χώνει της ουσίας, για νά ’σαι πάντα εσύ ολωσδιόλου
αυθεντική: ζωγράφος και χρωστήρας και εικόνα!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2007

ΤΟ ΥΠΕΡΩΚΕΑΝΕΙΟΝ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ


Στον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο


Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθείς απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πως ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία και ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι' όπως στο χέρι του η στιλπνή κι' αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι’ αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα – πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.

Τετάρτη 25 Απριλίου 2007

ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ



ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


[ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ...]


Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Τρίτη 24 Απριλίου 2007

Η ΔΟΝΗΣΗ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ




PAUL ELUARD


Η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΩΜΙΛΕΙ ΣΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ


Το εσπέρας έσερνε χελιδονάκια. Οι κουκουβάγιες
Διαγούμιζαν τον ήλιο, εβάραιναν της γης τη μύτη
Με κάτι ακαταπόνητα κανιά ενανού ερημίτη
Παράχλωμου κι ασήκωτου σαν τίποτα κανάγιες.

Το εσπέρας έσερνε όπλα αγχέμαχα στην κεφαλή μας.
Το θάρρος έβραζε κορίτσια ανάμεσά μας. Με ίση
Φωνή λαλάγανε κι εκλαίγαν ’κείνα· εμείς, αλί μας,
Ανήσυχοι, περιδεείς είχαμ’ όλοι γονατίσει.

Το εσπέρας, ένα τίποτα, ένα χέλι χελιδόνι
Διαβατικό. Και λίγος άνεμος σε κέντρων φύλλα
Που δεν θα πέσουν. Λεπτομέρεια μαγικιά – κι εκύλα
Για κάποιο βλέμμα ασύλληπτου ματιού που μας εδόνει.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2007

ΕΩΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΡΩΣ




MIGUEL HERNÁNDEZ (1910-1942)


SONETO FINAL


Por desplumar arcángeles glaciales,
la nevada lilial de esbeltos dientes
es condenada al llanto de las fuentes
y al desconsuelo de los manantiales.

Por difundir su alma en los metales,
por dar el fuego al hierro sus orientes,
al dolor de los yunques inclementes
lo arrastran los herreros torrenciales.

Al doloroso trato de la espina,
al fatal desaliento de la rosa
y a la acción corrosiva de la muerte

arrojado me veo, y tanta ruina
no es por otra desgracia ni por otra cosa
que por quererte y sólo por quererte.



ΤΕΛΙΚΟ ΣΟΝΕΤΤΟ

Χιονιάς κρινένιος με τα σβέλτα δόντια επόθει
τους παγερούς αρχάγγελους να ξεμαδήσει·
να κλαίει δικάστηκε, την δε ποινή θα εκτίσει
σε νάματα πηγών απελπισμένα. Εδόθη

ολόψυχα στα μέταλλα: του σίδερου ώθει
το μέσα πυρ να βγει έξω, και λαμπρούς να χύσει
στ’ αμείλικτα αμόνια πόνους, να λυγίσει
τους χειμαρρώδεις σιδεράδες. Εφαγώθη-

κα στο άλγος πάνω τού ακάνθινου στεφάνου,
στου ρόδου το μαράζι που μοιραίως θάλλει·
η πράξη του θανάτου θα οριστικοποιήσει

τα ερείπια που με περιβάλλουν. Αχ, τυγχάνου-
σι ταύτα! Στο χαμό μου μη ζητάς αιτία άλλη,
παρά που σ’ έχω έως θανάτου εγώ αγαπήσει.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΦΕΓΓΑΡΟΠΡΟΣΩΠΗ ΓΛΥΚΙΑ ΜΑΡΟΚΑΝΑ



ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ ή ΤΕΜΠΕΛΗΣ


ΑΠ' ΤΟ ΜΑΡΟΚΟ Η ΕΣΜΕ


Απ' το Μαρόκο η Εσμέ
το είχε αποφασίσει
μες στον Περαία για να 'ρθεί
και να με ξεμυαλίσει

Φεγγαροπρόσωπη γλυκιά
με φιλντισένιο σώμα
την είδα κι έμεινα ο φτωχός
μ' ολάνοιχτο το στόμα

Εσμέ χανούμι μου γλυκό
με λυώσαν οι ματιές σου
πεθαίνω σαν χαμογελάς
μέσ' απ' το φερετζέ σου

Και στο Μαρόκο σαν θα πας
εγώ θα 'ρθώ κοντά σου
δικός σου σκλάβος θα γινώ
μες το χρυσόν οντά σου

Φεγγαροπρόσωπη γλυκιά
με φιλντισένιο σώμα
την είδα κι έμεινα ο φτωχός
μ' ολάνοιχτο το στόμα

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ



ΣΕΡΓΚΕΗ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΒΙΤΣ ΓΕΣΕΝΙΝ


[ΠΡΟΤΟΥ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ Η ΚΑΜΠΑΝΑ]


Προτού κτυπήσει του όρθρου η καμπάνα
να ’ρθείς να με ξυπνήσεις αύριο, μάνα.
Αφήνοντας τη θαλπωρή του κόσμου
έξω θα βγω, και θα ’ναι ο αδελφός μου.

Στον ύπνο μου τον είδα• στο παλτό του
είχε κρυμμένο τ’ άγιο πρόσωπό του.
Όρθιος, περιμένοντας στο χιόνι,
του Οκτώβρη κάτω τίναζε τη σκόνη.

Θα βγω• κι αυτός μαζί του θα με πάρει
να βρούμε το λειψό, αρχαίο φεγγάρι.
Σκυφτοί θα περπατήσουμε στον δρόμο
πηγαίνοντας αργά, ώμο τον ώμο.

Μάνα, αύριο νωρίς να με ξυπνήσεις
προτού τη λάμπα του σπιτιού μας σβήσεις.
Κι αν μάθεις πως ποιητής ήταν ο γιος σου
σβήσε το φως, και κάνε τον σταυρό σου.


Μετάφραση: Δημήτρης Ελευθεράκης.

Κυριακή 22 Απριλίου 2007

Η ΠΑΣΑ ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ



LUÍS VAZ DE CAMÕES (1514-1580)


A FERMOSURA DESTA FRESCA SERRA


A fermosura desta fresca serra
E a sombra dos verdes castanheiros,
O manso caminhar destes ribeiros,
Donde toda a tristeza se desterra;

O rouco som do mar, a estranha terra,
O esconder do Sol pelos outeiros,
O recolher dos gados derradeiros,
Das nuvens pelo ar a branda guerra;

Enfim, tudo o que a rara natureza
Com tanta variedade nos of'rece,
Me está, se não te vejo, magoando.

Sem ti, tudo me enoja e me aborrece;
Sem ti, perpetuamente estou passando,
Nas mores alegrias, mor tristeza.



ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΔΡΟΣΕΡΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΤΑ ΕΞΑΙΣΙΑ ΚΑΛΛΗ

Αυτού του δροσερού βουνού τα εξαίσια κάλλη•
και οι καστανιές οι πράσινες με τα εύσκια φύλλα·
των ρυάκων το μαιάνδρισμα που τη μαυρίλα
του μισεμού εξορίζει και τον πόνο• ή –πάλι–

ο φλοίσβος της θαλάσσης σ’ ώριο περιγιάλι·
της γης τα σβωλαρούδια• οι λόφοι και η ασπρίλα
τους η χρυσή στο ηλιοβασίλεμα• τα κοίλα
των σύγνεφων, που ορχούνται οι ανέμοι· το χαλάλι

το μέγα των χυμών που η Φύσις θέλει στύψει
απλόχερα να πιω• και η πάσα ποικιλία
των πάντων με πληγώνουν τώρα που μου λείπεις.

Χωρίς εσέ οι ηδονές μού φέρνουν υπνηλία
–αξία έχουν (το πολύ) λιανής, αχνής τολύπης–,
μιας κι η χαρά μικραίνει και αβγαταίνει η θλίψη.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.