Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ


 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ

 

Α 443 Κι εκείνος κάτω από το σκέπασμα το φλοκωτό οληνύχτα

το δρόμο που η θεά του ορμήνεψε στα φρένα εμελετούσε.

Α 445 Κι ας του αρέσανε τα λόγια της, είχε βουνό μπροστά του

ν’ ανεβεί. Τη σύναξη, πρόκριμα για την τιμή του άντρα

τελεσίδικο, σαν πολέμαρχος να την καλέσει ατός του

και στο λαό μπροστά τα πάθια του να πει. Ντροπή και δόξα,

εχθροί και φίλοι, όλα παίζονται. Πρώτη του, καίρια μάχη.

Ύστερα, τις γυναίκες του οίκου του, την ίδια του τη μάνα,

σε τάξη να τις βάλει. Λίγα ‘κει λόγια πρέπουν, μα ήθος

σωστό κι ακλόνητο. Κι αν έπρεπε στα φανερά να γίνουν

τα δυο τούτα, λαθραία τ’ άλλα δυο θα τέλευαν μονάχα.

Καράβι ν’ αρματώσει, πόλεμο ν’ ανοίξει στους μνηστήρες.

Τι σαν φανερωθεί το μίσος του στην αγορά, κι εκείνοι

θα τον μετρήσουνε γι αντίπαλο κι εμπόδια θα του φέρουν.

Ώσπου να βγουν τα όπλα κλέφτικη θα ‘ν’ η πατημασιά του.

Συντρόφους πρέπει να βρει, έμπιστους και γενναίους. Μόνος του

ένας, πολλά δεν αξιώνεται παρά να σεριανίζει,

τους άλλους να θωρεί κι απόμερα τους φθόγγους να ταιριάζει,

να κάμει ωδή για τους αγώνες τους. «Δεν πάει άλλο», είπε

βαθιά στα φρένα. «Το ξεκίνημα ταχιά θα γένει. Μέρα

δεν θα περάσει κι άλλη ράθυμα. Όσα γρίκησα πλέον

ας είναι αρκετά. Τα υπόλοιπα στη δράση θα τα μάθω.

Η ποίηση πρώτα τον ποιητή διδάσκει». Κι η αγρυπνιά του

πολληώρα βάσταγε. Η πίστη πως η γλαυκομάτα ήρθε

στο πλάι του οδηγός και σύμμαχος τράνευε τη θέληση,

ξεσήκωνε το νου του. Τώρα με πράξες διψούσε κύρος

στην πίστη ν’ αποδώσει. Άθιχτα μέναν τα βλέφαρά του

από τον ύπνο. Μα ως εκόντευε η Νύχτα να περάσει

το χάλκινο κατώφλι, σκέπασε με το μαύρο φτερό της

το κλινάρι του κι ο Τηλέμαχος μεμιάς αποκοιμήθη.

Κι είδ’ όνειρο πολύ παράξενο, σημαδιακό, π’ άφησε

για πάντα χαραγή στη μνήμη του, όσα χρόνια θα ζούσε.

Πως κολυμπούσε, λέει, στη θάλασσα, όχι σαν τους ανθρώπους

μα σαν τον δέλφινα, μια βούταγε και μια έξω πηδούσε

απ’ το νερό. Κι ήσαν τα χέρια του δεμένα στα πλευρά του

μα κι όλο το κορμί τ’ αρμόζανε σκοινιά που κατεβαίναν

από ‘ναν δίσκο π’ όλο γύρναγε πάνω, ψηλά στα ουράνια.

Κι ως κυλιντρούσε ο δίσκος, τράβαγαν τα σκοινιά, μπαινόβγαινε

στη θάλασσα το σώμα κι άνοιγε τη ρότα του. Σιωπηλά

χαιρόταν το νερό κι ούτ’ ένοιωθε σκλάβος μηδέ λεύτερος

και το ‘βλεπε ως να ‘ταν ατός του μαζί και ζωγραφιά.

 

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

 


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

απεβίωσε στις 4 Φεβρουαρίου 1943






ΜΟΥΣΙΚΕΣ

 











ΜΟΥΣΙΚΕΣ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 




ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

ΤΑΝΓΚΟ

 


ΤΑΝΓΚΟ

Τρεις σελίδες από το "Τάνγκο" σε μετάφραση της φίλης και συναδέλφου Μαρίας Δαμηλάκου.


 



ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ: ΔΥΟ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ

 


ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ: ΔΥΟ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ

Καλό είναι εδώ πέρα το εντευκτηριάκι [το Facebook], αλλά η διά ζώσης επικοινωνία ήταν, είναι και θα παραμείνει αναντικατάστατη. Τα πλήκτρα, όσο κι αν μας εξυπηρετούν, δυσκολεύονται να εγγυηθούν την απόσταση του άδολου επαίνου από την κολακεία, της φιλικής διαφωνίας από την έριδα, της επιμελημένης έκφρασης από την επίδειξη. Γι’ αυτό... όσο μπορώ πιο σύντομα: Το «Βιργιλίου θάνατος» του Hermann Broch, όπως το μετέφερε στη γλώσσα μας ο Γιώργος Κεντρωτής, απαιτεί από τον επίδοξο αναγνώστη του καλά ελληνικά ˙ εάν δεν τα βρει, θα κλειστεί στο σκληρό του κέλυφος, και ο αγοραστής του θα μετανιώσει που δεν επένδυσε τα χρήματά του στο «Φυτρώναν άγρια σέλινα τα βράδια μας τ’ ασέληνα» (μυθιστόρημα). Αλλά, όταν λέω «καλά ελληνικά», εννοώ και τα των αρχαίων προγόνων και τα των χριστιανών πατέρων και τα της δημοτικής μούσας και τα των λογίων και τα της πιάτσας και τα του Κάλβου και τα του Σκαρίμπα. Και τέτοια ελληνικά δεν πρόκειται να μάθει ποτέ κανείς, εάν συστρατεύεται είτε με αυτούς οι οποίοι, ακούγοντας ότι η ελληνική λαλιά έχει υπερβεί τις τρεις χιλιετίες ζωής, αισθάνονται να προελαύνει το επάρατο συντηρητικό πνεύμα, και ξιφουλκούν αρειμάνιοι, μπας και κερδίσουν κάνα αγωνιστικό ένσημο, είτε με εκείνους οι οποίοι, βλέποντας τους πρώτους σε θέσεις μάχης, αντιξιφουλκούν αρειμανιότεροι, για να μην παραδοθούν τα άγια τοις κυσίν – εντάξει, ακουστά το έχουμε κι ελόγου μας ότι η γλώσσα είναι πόλεμος, αλλά ηρακλείτειος, όχι τέτοιος που νομίζουν οι ως άνω στρακαστρούκες. Εν πάση περιπτώσει, εγώ δεν είμαι σίγουρος για το ποια ελληνικά ξέρω –αν ξέρω–, αλλά είμαι σίγουρος ότι βρήκα το ρήμα «αηδονίζω» με τη σημασία «ανακατεύω», απ’ όπου ο «αηδόνισος», το εργαλείο με το οποίο ανακάτευαν στο χωριό μου τον χόντρο (ήξερα μόνο τη σημασία «τραγουδώ, μιμούμαι το αηδόνι»), και είμαι σίγουρος ότι βρήκα και το «σάματι» του συγχωρεμένου του πατέρα μου. Εάν τυχόν βρήκα και κατιτίς άλλο, να μένει, διότι καλό είναι εδώ πέρα το εντευκτηριάκι αλλά κτλ. Καλό μήνα κιόλας.

Η ΨΥΧΗ Η ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ


 

RAFAEL ALBERTI

 

Η ΨΥΧΗ Η ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ

 

Τούτ’ η βασανισμένη ψυχή, μόνη της,

τούτ’ η βασανισμένη ψυχή, πάντοτε κυνηγημένη

από κάποιο μεγαλείο πεθαμένο.

Από κάποιον πεθαμένο.

 

Σύρτες, κλειδιά, πόρτες,

τινάζονται άκαιρα

και παγωμένες κουρτίνες στη νύχτα μέσα απλώνονται,

σιδερώνονται,

αρπάζουν φωτιά,

μακραίνουνε.

 

Σε γνωρίζω,

σε θυμάμαι,

σπαρματσέτο άπραγο, αλώνι χλομό φεγγαρίσιο, νεκρό φωτοστέφανο,

σε γνωρίζω και ας χιμάς λειωμένο στον άνεμο.

 

Βλέφαρα ξαγρυπνισμένα

έρχονται στη γη.

Σεισμικά μαστιγώματα ανατρέπουν όνειρα,

σεισμοί κατεδαφίζουνε τ’ άστρα.

Καταστροφές στον ουρανό ρίχνουν στον κόσμο χαλάσματα,

φτερούγες τσακισμένες, λαούτα, χορδές από άρπες,

αγγέλων λείψανα.

 

Στον ουρανό για κανέναν δεν υπάρχει είσοδος.

 

Βασανισμένη, πάντοτε βασανισμένη,

ψυχή κυνηγημένη.

Κόντρα στο φως, πάντοτε,

κανείς ποτέ να μην την φτάνει, μόνη της,

ψυχή μόνη της.

 

Πουλιά εναντίον πλοίων,

άνθρωποι εναντίον ρόδων,

οι μάχες οι χαμένες μες στα στάρια,

του αίματος η έκρηξη στα κύματα μέσα.

Και η φωτιά.

Η φωτιά η πεθαμένη,

το δίχως ζωή μεγαλείο,

πάντοτε στη σκιά άγρυπνη νά ’ναι.

 

Ψυχή βασανισμένη:

το δίχως ζωή μεγαλείο,

η ήττα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 





ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 




ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΧΟΛΟΥΜΠ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΧΟΛΟΥΜΠ

 

Είναι άνθος σαν νά ’ναι παραθύρι.

Και ομάδα είναι κλειστή σαν φιμωμένο στόμα.

Εικόνα μοιάζει δίχως θέμα, και στο χρώμα

ποτάμι που ό,τι βρει μπροστά το παρασύρει.

 

Σαν αίνιγμα είναι, μα δεν είναι για χατίρι

της λύσης του μι’ απάντηση να βρείς· κι ακόμα

ξερό πηγάδι χάσκει στο άνυδρο το χώμα,

πριν σαν νερό κυλήσει κάτω από γεφύρι.

 

Το ποίημα το απλό, το διόλου φορτωμένο

εμπρός σου τό ’χω σάμπως να ’ναι εφημερίδα

και γίνεσαι ο αναγνώστης της· και περιμένω

 

παιχνίδι να το δεις, μα όχι σαν το σκάκι

ή σαν το μπριτζ. Να το διαβάζεις στην κερκίδα

επιθυμώ, σαν νά ’σαι στο Καραϊσκάκη.

 


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ: ΕΡΓΑ ΣΤΑ ΙΤΑΛΙΚΑ / OPERE IN ITALIANO

 



ΠΡΟΣ ΕΚΔΟΣΗ

Τέλειωσα σήμερα τις διορθώσεις. Δίγλωσση έκδοση. 544 σελίδες.
Από τον Gutenberg σε λίγες μέρες.

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ




 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ