Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

ΖΩΡΖ ΜΠΑΤΑΪΓ!




GEORGES BATAILLE


ONZE POÈMES RETIRÉS DE L’ARCHANGÉLIQUE

ma folie et ma peur
ont de grands yeux morts
la fixité de la fiebre

ce qui regarde dans ces yeux
est le néant de l’univers
mes yeux sont d’ aveugles ciels

dans mon impénétrable nuit
est l’impossible criant
tout s’effondre

Η ΛΟΥΟΜΕΝΗ




PAUL VALÉRY


Η ΛΟΥΟΜΕΝΗ

Καρπός σαρκός και λούζεται σε κάποια φρέσκια στέρνα
(γαλάζιο μες σε κήπους ριγηλούς) αλλά έξω απ’ το νερό
αυτόνομη μια κεφαλή απ’ τα σφιχτά της στέρνα
αστράφτει ολόχρυση σαν προτομή, σημείο θανατερό.

Το κάλλος εκκολάπτεται στο ρόδο και στ’ αγκάθι!
Από καθρέφτη εβγήκε, και της στάζουν τα κοσμήματα
αλλόκοτες φωτιές σπασμένες, και μι’ αγκάλη με άνθη
τ’ αφτάκι τής τσιγκλίζει με ό,τι λεν γυμνά τα κύματα.

Αόριστο ένα μπράτσο πνίγηκε στο διάφανο μη ον,
σαν πήγε μι’ άνθινη σκιά να δρέψει, πλην ματαίως –
κοιμάται, κυματίζει τώρα στο κενό των ηδονών·

και τ’ άλλο καμπυλώνεται σαν ουρανός ωραίος
στην πλούσια κόμη της και υγραίνεται στο ύψος του ώμου
πιασμένο στη χρυσότρελη πορεία ενός εντόμου.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

ΕΒΑΡΙΣΤΟ ΚΑΡΡΙΕΓΟ!




EVARISTO CARRIEGO


EL CLAVEL

Fue al surgir de una duda insinuativa,
cuando hirió tu severa aristocracia,
como un símbolo rojo de mi audacia,
un clavel que tu mano no cultiva.

Quizás hubo una frase sugestiva,
o viera una intención tu perspicacia,
pues tu serenidad llena de gracia
fingió una rebelión despreciativa...

Y así, en tu vanidad, por la impaciente
condena de un orgullo intransigente,
mi rojo heraldo de amatorios credos

mereció, por su símbolo atrevido,
como un apóstol o como un bandido,
la guillotina de tus nobles dedos.

ΣΕ ΕΙΔΑ, ΓΗ, ΠΟΛΥΧΡΩΜΗ ΒΙΤΡΙΝΑ




ΜΑΡΙΑ ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗ


ΣΕ ΕΙΔΑ, ΓΗ, ΠΟΛΥΧΡΩΜΗ ΒΙΤΡΙΝΑ

Μες απ’ του ήλιου τις περασάδες
τ’ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα της δύσης που κλείνει το χορό
Σε είδα, Αρετούσα, με τ’ απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια
Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα



Από το βιβλίο: Μαρία Γερογιάννη, «Άδειοι στίχοι», Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2012, σελ. 9.


ΓΛΑΦΥΡΟ ΤΟΥΦΕΚΙ




ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


ΓΛΑΦΥΡΟ ΤΟΥΦΕΚΙ

Γηράσκω πάντα στην ελάσσονα κλίμακα
με λύσσα ξεσχίζοντας τα σκουτιά της χαρμολύπης
ν’ αποδίνουμε δίκαιο: η χειρότερη ανοησία μας –
κολατσίζω πρωινό απόλυτο Μηδέν ακουμπισμένος
  απάνω στη συμφορά μου να υπάρχω.
Σ’ αυτό δεν έχω συντροφιά δεν έχω σπάργανα
για τον Υιό του Φανταχτερού Ζώου
δεν εξυμνώ κροκόδειλους λυτρώνω σαχλαμάρες πέρσι
  στην Ταγκανίκα
κι όπως το είπα κι άλλοτε η βλακεία είναι απολύτως αναγκαία
  είν’ η αποπάτηση του νου με ανακούφιση.
Κάθε γλώσσα σημαδεύει περιπέτειες απ’ το δεινόσαυρο
  έως εμένα
  μέχρι τη γάτα της γειτόνισσας την αχρωμάτιστη
κάθε πρόσωπο ιδρύει το χαμόγελο στα πιότερο ηλίθια χείλη
κάθε αντίλαλος και μυστικισμός κάθε γυναίκα και βασιλεία
  κοφίνια με θάλασσα κουβαλημένα στον κατάμαυρο σκύλο.
Θ’ αγιάσουμε γονατίζοντας αντίκρυ στα νωπά γιασεμάκια
  ταραγμένα συνέχεια απ’ τα έμορφα μύρα τους
τιποτένια διάτορα καθόλου πραχτικά κι ασυλλόγιστα
  τρομερό κι απέριττο μεγαλείο.



Από την ποιητική συλλογή: «Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα» (1980).
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα, Β΄ (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνα 1994, σελ. 88.