Τετάρτη 13 Ιουνίου 2007

ΚΙ ΑΝ ΒΓΕΙ ΚΙ Η ΣΕΛΗΝΗ



ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ


ΠΑΜΕ ΣΑΝ ΑΛΛΛΟΤΕ


Πάμε σαν άλλοτε πάμε σαν άλλοτε
στο μακρινό τ' ακρογιάλι
που τα μυστικά του πάλι
θα μάς πει το μαϊστράλι

Πάμε σαν άλλοτε πάμε σαν άλλοτε
σκέψου γαλήνη που θά 'χει
κει που στέκονται οι βράχοι
και φιλοσοφούν μονάχοι

Πάμε σαν άλλοτε πάμε σαν άλλοτε
θα σε κρατώ απ' το χέρι
και της θάλασσας τ' αγέρι
τη δροσιά του θα μας φέρει

Πάμε σαν άλλοτε πάμε σαν άλλοτε
πάμε αγάπη μου πάμε
στ' ακρογιάλι π' αγαπάμε
και που πάντοτε θυμάμαι

Θά 'μαστε μόνοι εσύ κι εγώ
στη γνωστή μας ακρογιαλιά
και θα βρεθούμε με βήμα αργό
στα λημέρια μας τα παλιά

Συ κι εγώ συ κι εγώ
στης ακρογιαλιάς τη γαλήνη
Συ κι εγώ συ κι εγώ
συ κι εγώ κι αν βγει κι η σελήνη

Τρίτη 12 Ιουνίου 2007

ΚΑΘΗΜΑΓΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ



ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Η ΕΝΑΣΤΡΗ ΦΩΤΕΙΝΟΤΗΤΑ


Ο άνθρωπος που εισόρμησε πια στην απώτερη θλίψη
με δίχως έστω ένα τριαντάφυλλο
μ' εκείνα τ' ακατέργαστα στην ώχρα μεινεσμένα μάτια
στο μισοσκέπαστο ερημόκκλησο σέρνοντας
τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας
ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση-: πως είμαστε
καθημαγμένοι ερασιτέχνες του Πραγματικού
μ' ένα μυστήριο που βεβηλώνει τη διάνοια διχάζοντας
πριν η δορά της θάλασσας σηκώσει το ανάστημα του Άδη.

Πολύκρουνη η θύελλα σπάζει τα ματογυάλια της
κι ο μέγας τρόμος αδράχνει τα μελλούμενα
σχηματίζοντας αποστήματα στη μνήμη.
Κατάχαμα της ασίγαστης σιγής ένα κινούμενο
κειμήλιο-σκουλήκι.

Η ζωή που μικραίνει: η μεγάλη αλήθεια.
Στον οπού πιάνει το τσαπί γίνεται τσάπισμα
στον οπού πίνει το νερό γίνεται πιόμα.
Έρχεται έαρ αειπάρθενο προφέροντας αρώματα
κρατεί μια κατάμαυρη λεπτότατη κλωστή
στα ύπαιθρα της νύχτας
το σημείο του γκιώνη που είν' άγνωστο πέρα...

WATER WASSER EAU ACQUA вода etc.




ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ (1920-1998)


ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ


Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος -
δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.

Πίσω από τον χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2007

THE TEMPEST



ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ


Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΗΣΥΧΟΥ


Πώς να κοπάσει ετούτη η τρικυμία
τα κύματά της με καταζητούνε
φορούν οι φίλοι πορφυρό μανδύα
με ρούμι οι βοριάδες με κερνούνε

Στον όλμο εκεί υπνοβάτης βλαστημάει
και τρώει ένα κουλούρι σκεφτικός
έφυγε απ’ την καρδιά μου ο πανικός
και γελαστός την πόρτα μου χτυπάει

Άλογο ατίθασο μακριά με φέρνει
στων κυνηγών του χρόνου την αυλή
ο πυρετός τους την ζωή μου παίρνει
και τ’ άλογό μου τρέπει σε φυγή

Η τρικυμία ποτέ δε θα σβηστεί
για μιαν ανεξιχνίαστην αιτία
καρφώθηκα σε όμορφη εξορία
το πέλαγο καρφί μου και σφυρί

Κυριακή 10 Ιουνίου 2007

ΕΝΝΕΑ ΝΑΠΟΛΙΤΑΝΙΚΑ ΝΟΝΕΤΤΑ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΜΟΥΣΕΣ



Sunt diversa puellis pectora
OVIDIUS



1. ΤΑ ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ


Μετά από χρόνια, π’ ονειρεύτηκα τη Βάλια,
καπνούς και ατμούς φουγάρων είχε και λουτρώνων
ν’ ανθούν, και απ’ το κορμί της τό ’σκαγαν βουβάλια
γυμνούς υπέρους ναν της φέρουν – γαμηλιώτες
από άλλων γάμων γήπεδα. Η Βάλια κώνων
εκράταγε πυρσούς και γλόμπους κεκραγότες

στα δάχτυλά της τα κρυφά, τα δε σανδάλια
επάσχιζε να δέσει τα ειλημμένα. Μόνον,
σαν ξύπνησα, είδα πως εφόραε φρέσκες μπότες.



2. Ο ΓΕΓΟΝΕ ΓΕΓΟΝΕ


Τα πρίσματα έλαβεν υπόψη ο Γεωμέτρης
απόψε βράδυ και, χωρίς καν να βραδύνει,
φραγγέλια ανήγγειλε στιχόπλεχτα έως καί τρεις
φορές πυκνότερα των κοτσιδιών της Μαίρης.
Δεν άργησε και τόσο το κακό να γίνει
και μεταξύ των ιθυνόντων ξέσπασ’ έρις.

Δεν είμαστε (ευτυχώς!...) από δρυός ή από πέτρης –
κι η Μαίρη μας (με μίνι αρμονικό) καμίνι
ευλόγαε πάθους. Λάθος. Τό ’σβησε ο Σεφέρης.



3. ΚΑΘ’ ΥΠΝΟΥΣ


Παλαιά Διαθήκη απέπνεε το όνομα Δεββώρα –
γι’ αυτό μας διάταζε ναν τηνέ λέμε Ρίτσα
(εκ του Δεββωρίτσα). Ξάπλα στην αιώρα
πως εκοιμόταν έκανε, πλην τον Μορφέα
βλεφάριαζε (κρυφά και μες στην ανταρίτσα
της εκδρομής) αν την ποθούσε. Μια νυμφαία

σχισμή έγδυνε τα δόντια της τα σαρκοβόρα
για νά ’ν’ α υ τ ή εκεί, μέσ’ απ’ όλα τα κορίτσα,
στο εφηβικό χορόδραμά μας κορυφαία.



4. Ε΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


Λεπτότατο, ώσπερ μίσχος, πέρασ’ το Λενάκι
τ’ αντίδωρο να πάρει απ’ του παπά το χέρι
στης λειτουργίας το σκόλασμα. Το μηχανάκι
καβάλλησε μετά και γάζωσε ένα γύρο
το δρόμο στην πλατεία. Αμήχανος, τ’ αστέρι
εχάζευα του κάλλους, πλην δεν είταν στείρο

το κυριακάτικό μου το μεσημεράκι.
Μιαν αύρα μέσα μου απόλυσε τ’ αγέρι
και μού ’πεμψε των δυό μηρών της τ’ άγριο μύρο.



5. ΑΤΜ

Κι εγώ την είδα, Νιόνιο μ’, την Ξανθούλα, εψές α-
ργά στο μισόφωτο, όξω από την Alpha Bank,
να κάνει ανάληψη οχ τ’ αυτόματο. Μια τρέσα
μπουκλίσια, εκεί, χαράκωνε το μέτωπό της
με χάρη εκθέτοντας τον πλούτο ενός think tank
που θε να εφθόνουν βασιλεύς και στρατιώτης

φιλόπρωτοι. «Κερνάω –είσαι;–» της λέω «μπουγιαμπέσα…»
Πως είταν ψέλλισε αρρωστούλα:: «Ich bin krank».
Αλήθεια-ψέμα τρέχα βρες!... Εγώ, όμως, ιππότης!



6. ΦΑΙΔΡΕΠΙΦΑΙΔΡΟΣ


Δεν είχε πάρε-δώσε η Φαίδρα με τις Μούσες,
γιατί ούσα Μούσα η ίδια αήδιαζε τους στίχους.
Τελείως τζάμπα ναν της μάθεις πολεμούσες
να κοινωνεί των λυρικών σου. Διότι η Φαίδρα,
εξ άλλου, σιχαινότανε τους στιχωρύχους,
κι εσύ έστηνες στους Κλασικούς φριχτήν ενέδρα –

τους είχες για χαμάληδές σου… Τί χαλούσες
καιρό και χρόνο; Απ’ των αφτιώνεν της τους τοίχους
εσάλτα ο λυρισμός πανεύκολα και απέδρα.



7. ΕΝ ΚΟΛΠΟΙΣ ΑΒΡΑΑΜ


Ποτέ δεν τσιγκουνεύτηκε φιλιά η Αλίκη:
και του Τρικέρη εφύλαγε καμπόσα πάντα·
στους άγγελους (το ξέρω) έστρωνε χαλίκι
στο σπίτι οπού ’χε της χαράς στους πέρα κάμπους.
Τα μπατιράκια μόνιμη είχαν την αβάντα –
ο Σούπερμαν, ο Μπρες κι ο Χατζηχαραλάμπους.

Νυχθημερόν στηνότανε καλαμπαλίκι
και πατιρντί. Πώς να δεχθείς πως χθες, τριάντα,
η Αλίς κατέβασε τον γενικό του λάμπους;



8. ΕΥΜΟΛΠΩΣ


Στα μάτια της δυό δίδυμες κιθάρες κρύβο-
νταν δωδεκάχορδες. Διπλούς τους φθόγγους δίναν,
τη δε χαρά μου την υψώνανε στον κύβο.
Απ’ το Ποζίλιπο, οπλισμένη με τα τέλια
τ’ αχάτινα, που κάθε πόνο καταπίναν,
ερχόταν να με δει η παυσίλυπή μου η Κλέλια.

Στου νου μου τα φαράγγια τα βαθιά άμα σκύβω,
θωρώ τεκμήρια που τα μέλη μου όλα λύναν
εν τω άμα στην κρουστή τού κόσμου τη συντέλεια.



9. ΑΓΑΠΗΤΕ ΝΙΚΟ,


Οι νοσταλγοί (μας λες) τις λένε Κατερίνα.
(Εμέναν άλλα μού ’λεγε ο Παπαδιαμάντης
που νοσταλγός κ α ι α υ τ ό ς υπήρξε). Κι όλα ’κείνα,
για τις γυναίκες π’ αγαπάμε, στη Φαβιόλα
μου δεν κολλούν καθόλου μα καθόλου. Φάντης
μπαστούνι η ραπτομηχανή και η κατσαρόλα

παντού· και πουθενά τα δάση με τα κρίνα
ή τα πουλιά μας σε λιμάνια. Φυλλομάντις
δικός της είναι μια μπουκάλα κοκακόλα.


Νάπολη, 31 Μαΐου 2007




Αντί για εννέα Μούσες φτάνει μία: η Fabiana Nuñes. Μετά από επανειλημμένη προφορική επισήμανση που μας έγινε από ξανθιές επισκέπτριες του "Αλωνακιού της Ποίησης", ότι κάνουμε διακρίσεις υπέρ των μελαχρινών κυριών, η σημερινή καλεσμένη μας δεν είναι μελαχρινή, αλλά ξανθούλα... σαν του Σολωμού.

ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ



DARIO FO


ΤΟ ΣΤΡΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ


Ο νιός αφέντης απ' το Τούνεζι,
μαύρος σαν του βυθού το στρείδι,
αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα
είχε ένα μάτι,
είχε ένα μάτι σαν αχάτη
Αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα,
που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτά της.

Λευκή, λευκότερη κι απ' την αυγή
h Λεονώρα, η ινφάντη απ' την Καστίλλη
το δέρμα της λουλούδι της μανόλιας
τ' αφτάκι της σαν το κοχύλι
στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτα
στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτά του,
του νιού από το Τούνεζι ,
μαύρου σαν του βυθού το στρείδι,
που γίνεται χλωμός μόλις τη δει.

Το στρείδι ανοίγει, ανοίγει τρυφερά
και έπειτα μέσα του την κλείνει -
λευκή, λευκότερη κι απ' την αυγή
με χείλη που έτρεμαν πολύ
εκείνη τον γλυκοφιλεί.

Μα παραμόνευαν απ' το καστέλι
οι τρεις δικοί της αδελφοί
αστράψαν ξαφνικά τα βέλη
κι ο νιός από το Τούνεζι
πάει τον κατάπιε η θάλασσα.

Μαύρος σα στρείδι αυτός μαζί της
στην άβυσσο κατρακυλά
με την καλή του αγκαλιά,
τη σεντεφένια κοπελιά.
Στης θάλασσας τα βάθη ο μαύρος
σα στρείδι έμεινε κλειστό
Κι εκείνη έγινε μαργαριτάρι
Χλωμότερο απ' το θάνατο.


Μετάφραση: Κωστής Σκαλιόρας.


Το στρείδι παραλείπεται. Το μαργαριτάρι είναι η Almudena Fernandez.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2007

ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΧΡΟΝΟΣ



ROSE AUSLÄNDER (1901-1988)


SONETT Nr. 7
aus dem "REGENBOGEN"


Wir reichen uns der Liebe rote Beeren,
gereift am Glühen unsrer Leidenschaft.
Ich will mit Inbrunst deinen Leib verzehren,
und iß du mich mit aller Liebeskraft.

Nun haben wir Ambrosisches genossen,
und unsrer Seele quoll des Nektars Saft.
Der träge Raum ist unter uns zerflossen
und hält nicht länger uns in seiner Haft.

Du bist mein angetrauter Sterngefährte.
Wir nehmen alles, was uns einst gehörte:
Des Lebens Lust, der Lust Unsterblichkeit.

Wir werden uns unendlich noch genießen
auf Erden und in fernen Paradiesen,
wie wir uns liebten vor Beginn der Zeit.




ΣΟΝΕΤΤΟ υπ' αριθμ. 7
από το "ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ"



Τις κόκκινες γευθήκαμε του έρωτά μας
τις φράουλες, ώριμες, στου πάθους μας την άψη.
Τα δυό μας σώματα, που είναι ανάμεσά μας,
ποθώ κοινό το στόμα μας να ρθεί να χάψει.

Και νέκταρ και αμβροσία στην ψυχή μας μέσα ήμπαν,
κι ο νους παρόμοια πήρε εδέσματα τροφή του.
Λοξό διαλύθηκε από κάτω μας το σύμπαν -
δεν μας κρατάει δεσμώτες πια στη φυλακή του.

Πιστό μου σύντροφο έχω εσένανε προς τ' άστρα.
Ξανάβραμε ό,τι από παλιά δικό μας άστρα-
φτε: την αθάνατη χαρά του βίου που ο πόνος

δεν βλάφτει. Αιώνια θα χαιρόμαστε ανείπω-
τους έρωτες στη γη και στης τρυφής τον κήπο,
ως αγαπιόμασταν και πριν υπάρξει χρόνος.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΥΓΡΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΟΛΟΥΘΕ...



FORD MADOX FORD (1873-1939)


ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΗΣ ΦΛΑΝΤΡΑΣ


Τα παλιά σπίτια της Φλάντρας
Φυλάνε βάρδια δίπλα στους ψηλούς καθεδρικούς ναούς
Κοιτάν από πάνω τα επιβλητικά Δημαρχεία.
Τα μάτια τους είναι πένθιμα, συγκαταβατικά και σαρκαστικά
Θωρώντας τα φερσίματα των ανθρώπων
Στα λευκά, κεραμόσκεπα αετώματα.

Η βροχή κι η νύχτα κατακάθισαν πάνω στη Φλάντρα.
Υγρό σκοτάδι ολούθε. Δε βλέπεις τίποτα.
Τότε αυτά τα γέρικα μάτια,
Πένθιμα συγκαταβατικά και σαρκαστικά,
Κοιτάν τα μεγάλα αιφνίδια κόκκινα φώτα,
Κοιτάν τους ίσκιους των Μητροπόλεων,
Και για μια στιγμή τις χρυσές βέργες της φωτισμένης βροχής…

Κι αυτά τα γέρικα μάτια,
Τα πολύ γέρικα μάτια
Που από γενιά σε γενιά μελετήσανε τις συνήθειες των ανθρώπων
Σφαλάνε για πάντα.
Οι ψηλοί άσπροι ώμοι των αετωμάτων σκύβουν μεταξύ τους
Σα να θέλουν κάτι να πούνε.
Γέρνουν μεθυσμένοι και γκρεμίζονται
Δίπλα απ’ τους φλεγόμενους καθεδρικούς ναούς.
Πάνε πια τα παλιά σπίτια της Φλάντρας.


Μετάφραση: Νίκος Καββαδίας.

Ελεύθερα Γράμματα, αριθμός 13, Παρασκευή 3 Αυγούστου 1945, σελ. 10-11.

ΕΚ ΤΩΝ ΤΟΥ ΔΑΝΤΟΥ



DANTE ALIGHERI


[ΣΑΝ Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ ΧΑΙΡΕΤΑ ΣΕΜΝΗ, ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ]


Σαν η κυρά μου χαιρετά σεμνή, χαριτωμένη
με της τιμής χαρίσματα περίσσια στολισμένη,
ποίος ημπορεί το βλέμμα του επάνω της να ρίψει
χωρίς με φόβο στην ψυχή το λογισμό να κρύψει;

Κι όταν απ' όλους θαυμαστή, απ' όλους παινεμένη
με τη στολή της αρετής εντροπαλή διαβαίνει,
θαρρείς πως εκατέβηκε αφ' τ' ουρανού τα μέρη
να δείξει πώς θαυματουργεί του Άπλαστου το χέρι.

Εκστατικό επάνω της το μάτι λησμονιέται
και στέρνει φως μες στην ψυχή οπού ποτέ δε σβιέται.
Κανείς ας μην το παινεθεί ζωή πως δοκιμάζει,
αν δεν ευτύχησε ποτέ Εκείνη να θαυμάζει.

Πνοή γλυκιά ερωτική χαϊδεύει τη μορφή της
σα θείο πνεύμα τ' ουρανόύ σαν νά 'τανε η ψυχή της
και μες στα φύλλα της καρδιάς σιγά σαν γλυκοπνέει
-στενάζετε, στενάζετε- αδιάκοπα τους λέει.


Μετάφραση: Ναθαναήλ Δομενεγίνης.

Αι Μούσαι, έτος Β΄, φυλλ. ΛΑ΄, 1 Δεκεμβρίου 1893, σελ. 55.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2007

ΕΧΕΙ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΚΕΜΦΑΤΟ ΜΕΣΑ!...



FRANÇOIS COPPÉ


ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ


Η πλήξις η αχόρταγη, παιδί της θλίψεως νόθο,
μες στην καρδιά μου εθρόνιασε για πάντα σα δεσπότης·
θέρμη στα χρόνια τα χρυσά της άδικής μου νιότης
ουδ’ όσην έχουν τα στερνά τα γερατειά δε νιώθω.

Μάρτυρας τα σβυσμένα μου τα μάτια κι η ωχρότης
και η καρδιά που έρωτα δεν έχει πια ούτε πόθο.
Ξέρω το μαύρο ριζικό που μόνος μοιροκλώθω
για να περνώ, σαν έρημο που δεν θα κόψω ανθό της.

Κι όμως με αύρες χλιαρές σαν πνέει το καλοκαίρι
κάπου της νιότης μου θαρρώ πως μου φυσάει τ’ αγέρι
και πως με ραίνει ο έρωτας με τα ροδόφυλλά του.

Του κάκου! η μαύρη μου η χαρά δεν έρχετ’ απ’ τα ξένα
κι η ελπίδα διαβατάρικο είναι πουλί για μένα
που ένα μνήμα θά ’παιρνε να χτίσει τη φωλιά του.


Μετάφραση: Ιωάννης Γρυπάρης.

Μπουκέτο, έτος Ε΄, τχ. 208, 5 Απριλίου 1928, σελ. 365.

ΣΑΝ ΓΑΛΛΙΚΟ ...ΠΟΙΜΕΝΙΚΟ



ANDRÉ CHENIER


ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Όντας τα λέει τα πάθια του κανένας ξαλαφρώνει.
Η ζάχαρη τ’ αψύ πιοτό λιγάκι το μερώνει.
Και της ερωτοπλήγωτης καρδούλας το φαρμάκι
με το παράπονο κι αυτό γλυκαίνεται λιγάκι.
Για το βαρύ το ντέρτι του ο νιός ξεμολογιέται
σε φίλο του, απ’ τον έρωτα κι αυτός που τυραγνιέται,
ή μοναχός του σ’ έρημα ρουμάνια και ραχούλες
στις αύρες λέει τον πόνο του, στους βράχους, στις βρυσούλες.


Μετάφραση: Νίκος Χαντζάρας

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μπουκέτο», έτος Η΄, τχ. 405-406, 24 Δεκεμβρίου 1931, σελ. 1277.

Κυριακή 3 Ιουνίου 2007

ΞΕΚΟΛΛΗΣΑΝ;



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΧΙΝΑΣ


ΘΡΑΠΑ


Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυό σιαμαίοι Βούζοι,
ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν:
μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
τουμποκορδωμπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
εναλλασσοπθακίζονταν κι' αλληλοσφιχτομπλάφαν,
κάναν ο ένας τ' αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμενε απ' τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
και θάσπιφε μεσ' στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
απ' τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πιά ημέρας
οι μεν ήταν του θανατά, κι οι Βούζοι ξεκολλούσαν.



ΠΕΡΙ ΥΠΕΡΛΕΞΙΣΜΟΥ, ΚΕΙΜΕΝΟΚΟΛΛΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ
Περιοδικό "ΠΑΛΙ", τ. 2-3 (1965)
.

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΚΑΤΑΚΤΙΕΤΑΙ



UMBERTO SABA (1883-1957)

ΒΡΑΔΥ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ


Βγαίνει το φεγγάρι.
Στη λεωφόρο είναι ακόμα
μέρα, ένα βράδυ που πέφτει γοργά.
Αδιάφορη νεολαία αγκαλιάζεται σφιχτά•
εκτρέπεται σε ευτελείς στόχους.
Κι είναι η σκέψη
του θανάτου που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζήσεις.


Mετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.

Σάββατο 2 Ιουνίου 2007

ΑΠ' ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ


PABLO NERUDA


Η ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ


Πεταλούδα ψυχαρπαγμένη στο υφάδι, στεγνή εσάρπα
που αρπίζει απλωμένη στο δέντρο, έντρομη κόρη
στο ουράνιο μπουγάζι να πνίγεται, ψυχή καταβάσα
με βροχές μαζί και με σπιλιάδες,
μόνη, κατάμονη και γενικώς συμπαγής,
με τα ράκη των ρούχων της, με κόμη γινωμένη κομμάτια
και με κέντρα που αέρηδες τά ΄φαγαν. Ασάλευτη·
αντίσταση καμμιά στις βραχνές του χειμώνα σακοράφες,
στο ποτάμι με τ’ άγρια νερά που καρτέρι σού στήνουν.
Ουράνια σκιά, περιστερόκλαδο φίνο
που νύχτα ετσακίστη ανάμεσα στα ψόφια λουλούδια. -
Εδώ! Εγώ εδώ σταματάω, γιατί πονώ, όταν
σαν ήχος αργόσυρτος γιομάτος παγωνιές, γιομάτος μπούζια
αφήνεις ανοιχτή από παντού την κόκκινη λάμψη σου
να δέρνεται, να κοπανιέται απ’ όλα τα νερά της θαλάσσης.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007

ΜΠΑΞ, ΓΟΥΛΒΣ & Co Ltd



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΕΡΗΜΕΣ ΡΙΜΕΣ


Το γουώκυ-τώκυ πάει καλά στο Μιλγουώκυ,
το δε γινάτι γάντι με το Σινσινάτι.
Κανά καφέ-αμάν στο Αμμάν και στη Βαγδάτη
να βρει ορεγότανε, ήλπιζε πολύ και ευδόκει·

πλην ήβρε εκεί τον έτερό του Καππαδόκη,
και δη αδοκήτως. Είχαν φάει ψωμί κι αλάτι
(στο Γουλβερχάμπτον, στο Φορλί, στην Αρελάτη)
ο ποιητής με τον Μισέλ τον Καλαμβόκη

τους στίχους ξεψαχνίζοντας να βγάλουν ρίμες
μαγκιόρες (: στη Ντολόρες απαντούν τα mores,
στον έμπορα τα tempora*). Πλην γρηγορεί μες

στις λόχμες τού Λοχνές το τέρας με τις ώρες:
ολίγωρα στιχάκια οπού ριμάρουν χάλια
με του Στραβίνσκυ μια τριζάτη πασαγκάλλια.


*(Στην αβγοτέμπερα
τα μαυροτσέμπερα,
στα δε δυο δίδυμα
το στραβοπήδημα.)