Τετάρτη 9 Μαΐου 2007

ΟΧΙ ΓΡΑΣΟ ΣΤ' ΑΞΟΝΙΑ!



ΑTAHUALPA YUPANQUI


LOS EJES DE MI CARRETA


Porque no engraso los ejes
me llaman abandonao...
Si a mí me gusta que suenen,
¿pa' qué los quiero engrasaos?

Es demasiado aburrido
seguir y seguir la huella,
demasiao largo el camino
sin nada que me entretenga.

No necesito silencio,
yo no tengo en qué pensar.
Tenía, pero hace tiempo,
ahura ya no pienso más.

Los ejes de mi carreta
nunca los voy a engrasar...



ΤΟΥ ΚΑΡΟΤΣΙΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΑΞΟΝΙΑ


Που δε γρασάρω τ’ αξόνια,
με λένε όλοι ξεχασιάρη…
Σ’ εμένα αρέσει που τρίζουν·
κανείς μη μου τα γρασάρει!

Κι αλήθεια, τί βαρεμάρα –
στα χνάρια μένω τα ίδια
πάντα, στην πλήξη του δρόμου,
που μου τσακίζει τα παΐδια.

Να κάνω τί τη γαλήνη
που μου σκοτώνει τη σκέψη;!
Όσο τρίζουν ωραία τ’ αξόνια
ποιός το μυαλό θα μου κλέψει;!

Του καροτσιού μου τ’ αξόνια
ποτέ δεν θαν τα γρασάρω…


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΠΟΛΛΩΝ vs ΔΑΦΝΗ Ι



FRANCISCO DE QUEVEDO


Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΚΑΤΑΔΙΩΚΕΙ ΤΗ ΔΑΦΝΗ


Κοκκινομάλλης χρυσικός από τα ουράνια τα ύψη
στο σκυλολόι φως χύνει κάτω, που τα λιάζει τέζα·
η νύμφη Δάφνη στο πι πλέκει και στο φι πλερέζα
για σένα, που ούτε γρόσι δε σαλιώνεις να σου σκύψει.

Η φαγωμάρα και η σκοτούρα, αν θες ευθύς να λείψει,
ουράνιε μου οφθαλμέ, νάν τ’ ακουμπήσεις πρέπει, πρέζα
να λάβεις έρωτος. Το θώρακά του ο Άρης εζα-
χαρώθη με γλυκά, το δε σπαθί του τό ’χει αλείψει

με μεζεδάκια και ούζα. Τη φούστα είδε ο Δίας που εσήκω-
σε η κόρη, κι έγινε πουγκί, από φράγκα γκαστρωμένο,
χρυσή βροχή να τον τσακώσει, να τον πιεί η θηλυκο-

παγίδα! Τέτοια κόλπα μόν’ τσατσάς φορτσάτης μπαινο-
βγάνει ο νους. Όθεν, θεέ μου Φοίβε, βάλ’ τσατσάνα εν οίκω,
το φως που χύνεις να χειρίζεται – μην πάει χαμένο!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Στο ρόλο της Δάφνης η κ. Yamila Diaz.

Η ΜΑΥΡΗ ΠΕΤΣΑ ΤΟΥ ΑΛΗΤΑΡΑ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ


ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ Ο ΤΖΟ


Στον πόλεμο ο Τζο
περνάει καλά
τον έχουν ώπα-ώπα
τον νέγρο τον λοχία
τον παλικαρά
- και πού ‘χει μαύρη πέτσα
καθένας το ξεχνά
κατώτεροι κι ανώτεροι
τον λεν παλικαρά
τον νέγρο τον λοχία
τον Τζο τον φουκαρά

Στον πόλεμο ο Τζο
περνάει καλά
ώσπου κακιά μια σφαίρα
και το δεξί πιο πέρα
το χέρι του πετά
- και πού ‘χει μαύρη μάνα
κανένας δε νογά
κατώτεροι κι ανώτεροι
τον λεν παλικαρά
του δίνουν και βραβείο
του Τζο του φουκαρά

Μονόχειρας ο Τζο
ζητάει δουλειά
μα τί δουλειά να κάνει
που το δεξί έχει χάσει
πέρα στο Βιετνάμ
- και πού ‘χει μαύρη πέτσα
θυμήθηκαν ξανά
τον νέγρο Τζο τον ήρωα
τον λεν αληταρά
τις πόρτες δεν ανοίγουν
στον Τζο τον φουκαρά.

Τρίτη 8 Μαΐου 2007

ΝΥΧΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ


ΝΥΧΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ


Ξάφνου μέσα στο σκοτάδι άναψε ένα φως
χερουβείμ, σεραφείμ σ' έφεραν στη Γη
το φεγγάρι αρμενίζει στων ματιών σου την πηγή

Νύχτα μέσα στα μάτια σου
νυχτα και στην καρδιά σου
ο έρωτας κοιμήθηκε μέσα στην αγκαλιά σου

Καταπράσινα τα φύλλα τώρα σε φιλούν
χερουβείμ, σεραφείμ γλυκοτραγουδούν
έισαι ο πόνος ο μεγάλος, τύραννός μου και καημός

ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΛΟ


Πού την είδα; Συλλογίζομαι αν στους δρόμους
την αντίκρυσα ποτές μου ή στ' αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ' έβλεπε μ' εθώρει κι ήταν τ' όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της κερένιο
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ' σέ όνειρο και τ' όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ' ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι καί τρέμω νοερά μου
απ' τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ' ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ώ Κυρά μου Αγγελε Σύ των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ' έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .




Από την ποιητική συλλογή "Ουλαλούμ".
Η κόκκινη κυρία λέγεται Ana Alvarez και είναι γνωστή στους μπλογκόβιους.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2007

ΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΟΙ


PAUL ELUARD


Η ΜΑΣΑ ΕΓΕΛΑΓΕ ΣΤ’ ΑΓΓΕΛΟΥΔΙΑ


Την ώρα που τρέμει στου χιλιανακατωμένου χρόνου τα βάθη

Ένα ωραίο πανάλαφρο πουλί
Δρομεύς δριμύτερος και από σμήνος σκόνης
Σηκώνει σε καθρέφτη πάνω ακέφαλο ένα πτώμα που ’σερνε
Ηλιόμπαλλες γλυκαίνουν τις φτερούγες του
Και με καλάθια αλαφιάζει το φως ο άνεμος

Το έτι δε καλύτερο διαθέτει θέρος αθέριστο πιο πέρα από ’δω.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΟΡΦΕΣ ΠΙΚΡΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΩΜΙΟΥ




LUIS CERNUDA (1902-1963)


ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑ


Τώρα όλα εκείνα τα πλάσματα τα γκρίζα
Που τη δίψα τους μοίρα του έρωτα τη νύχτα τη χορταίνει
Το συζυγικό υγρό, στο άκουσμα των στίχων σου,
Απ' την αλήθεια που εξάγουν θα μπορούσαν να γελάσουν.


Πόσο ο διανοούμενος της μόδας κι ο δημοσιογράφος που πουλιέται
Άνθος του ανθρώπου τέλειο θα εκτιμώνται τότε
Μπρος σε σένα, το ίδιο όπως και ο τελευταίος αγροίκος
Ανασκαλεύοντας ως τη ναυτία τη σκουριά του πόθου.


Την αναγνώριση του κόσμου δεν την γύρεψες ποτέ,
λιγότερο ακόμα όταν το τίμημά της ήταν ένα ψέμμα,
Σαν σκοτεινός παλιάτσος που προδίνει την ψυχή του
Σ' αντάλλαγμα μιας ολοκλήρωσης με την επίσημη ευλογία.


Για τούτο σε ζωή και θάνατο αργά θα πληρώνεις
Την ευκαιρία να' σαι πιστός στον εαυτό σου και σε λίγους,
Αν και οι άλλοι δεν γνωρίζουνε ποτέ πως η παρέκκλιση
Πάντα είναι δίκιο μεγαλύτερο μπρος στο κοπάδι.


Μα είναι φορές ακόμα που αμφιβάλλεις αν την αλήθεια της ψυχής
Δεν θα' πρεπε η ψυχή κρυφά να τη φυλάει,
Να την θεάται στη σιωπή, τρέφοντας έτσι τη ζωή
Με θησαυρό ανέγγιχτο που ο κόσμος δεν τον βεβηλώνει.

Πολύ τα χείλη σου μιλήσαν, κι η αλήθεια της πήγε του αέρα.
Συνέχισε μ' ήρεμο μέτωπο μες στους ανθρώπους,
Κι αν ακούς κάποιο σαρκασμό, άξαφνο σαν την πέτρα,
Μορφές πικρές του εγκώμιου εκεί ας βλέπει η περηφάνια σου.



Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης.
Πλανόδιον, τχ. 22 (1995).

Κυριακή 6 Μαΐου 2007

ΠΟΤΕ ΤΟ ΠΡΩΪ



ΕΡΡΙΚΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ


ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΛΑ ΒΑΡΥ


Του άντρα του πολλά βαρύ
μην του μιλάτε πρωί.


Ο λόγος του συμβόλαιο
στη πιάτσα έχει βέτο
το ούζο πίνει ανέρωτο
και τον καφέ του σκέτο.

Του άντρα του πολλά βαρύ
μην του μιλάτε πρωί.


Ψηλά φτάνει το χέρι του
μα χαμηλά κοιτάζει
μ' αγάπη ξέρει να μιλά
μ' αγάπη ν' αγκαλιάζει.

Του άντρα του πολλά βαρύ
μην του μιλάτε πρωί.

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΙΝΗΣΕΙ...



ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ


Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΜΕΝΤΙΟΥ


Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο
της ζωής το ρημαδιό!

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού 'βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλά εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Μάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
- Σε καβάλησε ο Χριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Χώρα κι οι καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

- Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
- Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
- Αντραλίζομαι!... Πεινώ!...
- Σούτ! θα φας στον ουρανό!"

Kι έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδυ
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ είν' η ζωή),

H ψυχή μου θε να δράμη
στη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι' αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Αι-Φραγκίσκο:
"Χαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κύρ Μέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη,
συ που δίδαξες αρνί
τον κύρ λύκο να γενή!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Μα με την κουβέντα αυτή
πόρτα μού 'κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσω από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βιά:

"Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι όξαποδώ
κει δεν είναι παρά δώ.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρης. Οπου ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου!
τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρω το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά 'ρτη ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινίσει
κι άλλος ήλιος έχει βγη
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".

Σάββατο 5 Μαΐου 2007

C'EST LA LUTTE FINALE...






Στα γενέθλια του Καρόλου Μαρξ και της αφεντιάς μου


Η ΔΙΕΘΝΗΣ


Εμπρός της γης οι κολασμένοι
Της πεινάς σκλάβοι εμπρός, εμπρός
Το δίκιο από τον κρατήρα βγαίνει
Σαν βροντή σαν κεραυνός.
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια
Όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
Που ζούσαμε στην καταφρόνια
Θα γίνουμε το παν εμείς.

Θεοί, άρχονται, βασιλιάδες
Με πλάνα λόγια μας γελούν
Της γης οι δούλοι και οι ραγιάδες
Μονάχοι τους θα σωθούν.
Για να λείψουν πια τα δεσμά μας
Για να πάψει πια η κλεψιά
Να ιδούνε πρέπει την γροθιά μας
Και την ψυχή μας την φωτιά.

Εμπρός μονάχη μας ελπίδα
Είναι η σφιγμένη μας γροθιά
Κάτω οι πόλεμοι και η πατρίδα
Ζήτω, ζήτω η λευτεριά
Και αν θελήσουν να δοκιμάσουν
Της ψυχής μας τους κεραυνούς
Να ιδούνε τότες θα προφτάσουν
Πως είναι οι σφαίρες μας για αυτούς

Σκληρός ο νόμος μας ξεσκίζει
Κι οι φόροι ασήκωτοι για μας
Ο πλούσιος ότι κι αν κερδίζει
Είναι πλούτος της κλεψιάς.
Η σκλαβιά, η αδικία φτάνει
Όχι πια ταπεινοί σκυφτοί
Αδέλφια η φύση όλους μας κάνει
Και είμαστε ίσοι μπρος σε αυτή.

Οι πλούσιοι άσπλαχνα μας γδέρνουν
Και μας αρπάζουν το ψωμί
Τον κόπο μας και αυτοί κι αν παίρνουν
Για μας η πεινά πληρωμή
Της δουλείας Όλοι οι κλεφτες κατου
Δίκιο τώρα ο φτωχός ζητάει
Όσο γυρεύει είναι δικά του
Κι όταν θελήσει τα αποκτάει

Εμάς που αδιάκοπα η δουλεία μας
Γεννάει της γης τους θησαυρούς
Όλα τα πλούτη είναι δικά μας
Όλα ανήκουν στους φτωχούς.
τώρα πια κόρακες και ακρίδες
Δεν σκεπάζουν τον ουρανό
Χρυσός ο ήλιος στέλνει αχτίδες
Χαμόγελο παντοτινό.

Στον αγώνα ενωμένοι
Κι ας μη λείψει κανείς
Ω νά τη! μας προσμένει
Στον κόσμο η Διεθνής.



Στίχοι: Ευγένιος Pottier.
Μουσική: Πέτρος Degeyter.
Μετάφραση στα Ελληνικά: Ρήγας Γκόλφης, 1921.

Παρασκευή 4 Μαΐου 2007

ΣΑΤΙΡΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ "ΜΕ ΧΩΡΙΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟ" ΚΑΙ "ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ"



ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ


Η ΙΣΤΟΡΙΑ


Μια ιστορία σαχλαμάρα θα σας πω
με χωρίς ενδιαφέρον και σκοπό
που την έγραψα για πλάκα
να γεμίσουμε την πλάκα
με στιχάκια σαν κι αυτό

Η γυναίκα μου μού είπε σε τόνο γλυκό
γράψε αν θέλεις και κανένα σουξέ λαϊκό
γράψε κάτι που να πιάνει
τη μεσαία τάξη Γιάννη
κάτι πιο ερωτικό

Ήταν λέει μια φορά κι έναν καιρό
ένας τύπος άσος κούπα στο χορό
που τους έκανε όλους βίδες
μες στις χοροεσπερίδες
με το βαλς και το ταγκό

Τυλιγμένος σ’ ένα κίτρινο κασκόλ
τα μαλλιά του γυαλισμένα με μπριγιόλ
ήταν γύρω στα τριάντα
θαυμαστής του Φρανκ Σινάτρα
αλλά και του Νατ Κινγκ Κόουλ

Η ιστορία μας τελείωσε εδώ
σ’ ένα πούλμαν μες στην εθνική οδό
λίγο πριν απ’ τα διόδια
πήγαμε όλοι με τα πόδια
για χωνάκι παγωτό



ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΟ ΚΑΝΙΣ

"Ρε Γιαννάκη πονηρέ
με τον κίτρινο μπερέ
βιβλιάρια ταμεία
και δραχμή δεν έχω μία.
Που το βρήκες δηλαδή
το κοστούμι το λαδί
το χρυσό το δαχτυλίδι
και διάφορα άλλα είδη.
Το σκυλάκι το κανίς
ποιος το έκλεψε - ΚΑΝΕΙΣ
το ρολόι τη γραβάτα
και της Άγκυρας τη γάτα"...



Ο ΣΕΡ

Ο κύριος με τα λεφτά
και με το ρετιρέ
μπερδεύει τ’ όνομά μου
και με φωνάζει ρε

Ή έχεις ρετιρέ
ή σε φωνάζουν ρε

Ο κύριος με τα λεφτά
μπαίνει στο ασανσέρ
μπερδεύω τ’ όνομά του
και τον φωνάζω σερ

- Αφού ξηγήθηκα σαφές!
Παιδί! Κόκαλα έχει ο καφές;



ΤΟ ΡΕΖΙΛΙ ΤΩΝ ΣΚΥΛΙΩΝ

Σαν το σκυλάκι μ’ είχε μέσα στο σαλόνι της
κι ό,τι γουστάριζα το είχα τελικά
ήμουν ο σκύλος της ο άντρας της τ’ αγόρι της
μιας και η γκόμενα διέθετε λεφτά

Αλλά εγώ ο καραγκιόζης, ο ξυπόλητος
μόλις μου κούναγαν σκυλίτσες την ουρά
την εκοπάναγα απ’ το σπίτι επ’ αόριστον
και η κυρία με σφουγγάρισε μετά

Αυτά λοιπόν αυτά λοιπόν
αυτά και έγινα ρεζίλι των σκυλιών


Σαν το σκυλάκι τρέχω πίσω από τη φούστα της
και με κλωτσάει και με βρίζει φοβερά
γιατί της γκόμενας αλλάξανε τα γούστα της
και ψάχνει γάτους τώρα στην ψαραγορά

Θέλω στ’ αλήθεια να πεθάνω από τη θλίψη μου
νά ’ρθει κι ο μπόγιας με την κλούβα να με βρει
γιατί ο βλάκας δεν εστάθηκα στα ύψη μου
κι εφόσον ήμουνα σε όλα φαβορί

Αυτά λοιπόν αυτά λοιπόν
αυτά και έγινα ρεζίλι των σκυλιών


Τώρα πουλάω μενεξέδες σε σκυλάδικο
κι όλοι οι σκύλοι με λυπούνται και γι’ αυτό
μου εξηγιούνται και κανένα κατοστάρικο
μια και της μοίρας μου έτσι ήτανε γραφτό

Έχω και γκόμενα μια άσχημη και φρόκαλο
κι όλο τρομάζω όταν την βλέπω το πρωί
και αμολιέμαι για να βρω κανένα κόκαλο
για να γλυκάνω τη σκυλίσια μου ζωή

Αυτά λοιπόν αυτά λοιπόν
αυτά και έγινα ρεζίλι των σκυλιών




ΔΕ ΔΟΥΛΕΥΩ

Εγώ γεννήθηκα ελεύθερο πουλάκι
χωρίς οχτάωρα χωρίς αφεντικό
όλο πετάω από κλαδάκι σε κλαδάκι
λέω και ένα ρεφραινάκι μαγικό

Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
και ούτε θέλω να μιλάω για δουλειά
δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
γιατί έχω βρει του Παραδείσου τα κλειδιά

Εγώ γεννήθηκα τελείως μπατιράκι
χωρίς γραμμάτια, χωρίς επιταγές
μένω στο Ζάππειο σε ξύλινο παγκάκι
και τραγουδάω κάτω από τις νεραντζιές

Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
και ούτε θέλω να ακούω για δουλειά
δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
γιατί έχω βρει του Παραδείσου τα κλειδιά


Κι όταν πεθάνω κάποια μέρα όπως όλοι
θα υπογράψω κι ένα συμφωνητικό
να με αφήνουνε οι Δώδεκα Αποστόλοι
να λέω κάποιο ρεφραινάκι μαγικό

Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
και ούτε θέλω να μου λένε για δουλειά
δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
γιατί έχω βρει του Παραδείσου τα κλειδιά




ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ ΜΟΥ


Το ανθρωπάκι μου λοιπόν
γεννήθηκε στο παρελθόν
με δυο γυαλάκια στρογγυλά
να κοροϊδεύει να γελά
κι απάνω στο λευκό χαρτί
κάναμε πάρτυ και γιορτή
και ξενυχτήσαμε μαζί
μ’ ένα μπουκάλι σινική

Μια μέρα πήρε το κλειδί
και πήγε μέσα στη Βουλή
και μίλησε στον ενικό
στον κύριο πολιτικό
του τά ’ψαλε του βουλευτή
από τ’ αριστερό αφτί
είπε και στον πρωθυπουργό
σήκω εσύ να κάτσω εγώ

Το ανθρωπάκι μου λοιπόν
είναι και σήμερα παρόν
με δυο ματάκια πονηρά
να αγοράζει να πουλά
σνομπάρει τους εφοπλιστές
τις πιπεριές τις γεμιστές
και τους αστούς που λένε "ω!"
όταν δοξάζουν τον Θεό




Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ


Το μακρύ-μακρύ μου χέρι
ψάχνει μέσα στο πανέρι
ψάχνει μεσημέρι-βράδυ
για κανένα παξιμάδι

Νά ’χα δυο τσουβάλια μήλα
μια τηγανητή γκαμήλα
κάνα-δυο ελεφαντάκια
να τα έκανα σουβλάκια

Ντρίγκι-ντράγκα ντρίγκι-ντράγκα
όλο δίφραγκα και φράγκα
ντρίγκι-ντράγκα ντρίγκι-ντράγκα
γεια σου Καραγκιόζη μάγκα



Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ Η ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ

Ακούμπα-κούμπα-κούμπα-κούμπα-κέρο
συλλάβαν τις προάλλες ένα γέρο
να φλερτάρει μια μικρούλα
σ’ αγαπάω Σπυριδούλα
το και το
θέλω να σε παντρευτώ

Η Σπυριδούλα πήγαινε ωδείο
ο γέροντας ετών ογδόντα δύο
πλοιοκτήτης στο Λονδίνο
ό,τι έχω σου το δίνω
το και το
θέλω να σε παντρευτώ

Ο γέρος χρόνια δεν κοιτά
στη Σπυριδούλα δίνει λεφτά
και μετά…

Ο γέροντας παρ’ όλο του το γήρας
χαϊδεύει τη γατούλα της Αγκύρας
με το χέρι του το ένα
υπογράφει με την πένα
την αυγή
άλλη μια επιταγή

Ακούμπα-κούμπα-κούμπα-κούμπα-κέρο
συλλάβαν τις προάλλες ένα γέρο
κάτω απ’ τον προβολέα
λέει στον εισαγγελέα
το και το
θέλω να την παντρευτώ

Παντρεύτηκε ο γέροντας τη νέα
το έγραψαν "Το Βήμα" και "Τα Νέα"
ύστερα από δύο έτη
φεύγει με τον υπηρέτη
η τρελή
πάει στην Άπω Ανατολή

Λαβαίνει τηλεγράφημα ο γέρος
την ώρα που επήγαινε στο μέρος
του εστράβωσε το στόμα
τρέχει μία νοσοκόμα
να τον δει
αλλά πάει το παιδί



Η ΚΑΣΕΤΑ ΚΑΙ Η ΛΕΤΑ

- Πούλαγα χαρτοπετσέτες
και πειρατικές κασέτες
ψιτ μου λέει μια δεσποινίδα
γύρισα λοιπόν και είδα

- Τ’ όνομά μου είναι Λέτα
θέλω μια καλή κασέτα
Μπιθικώτση Καζαντζίδη
και διάφορα άλλα είδη

- Πάρε τον αριθιμό μου
τον αριθιμό σου δό μου
στο διαμέρισμα μου έλα
έχω μια κασέτα τρέλα

- Καλέ κύριε εργένη
με αξύριστο το γένι
μπα Θεέ μου σε καλό σου
μαύρο είναι το λουτρό σου

- Η αιτία η κασέτα
την αγάπησα τη Λέτα
με του έρωτα τα βέλη
την παντρεύτηκα εν τέλει

- Πήγα στο μπακάλη πήρα
δυο αυγά και μία μπύρα
λίγο Καρολίνα ρύζι
πάω σπίτι και με βρίζει

- Με το όχι με το ναι της
άλλον βρήκα στο καρνέ της
με γιατί και με διότι
έναν έφεδρο στρατιώτη

- Σου τ’ ορκίζομαι στο φως μου
είναι πρώτος ξάδερφός μου
ρίχνει στο ποτήρι πίνει
με κοιτάει και με φτύνει

- Με ηλίθιο το βλέμμα
είπε άλλο ένα ψέμα
και της δίνω ένα χαστούκι
γίναμε κι δύο Τούρκοι

- Άλλο ένα χαστούκι δο μου
αν με αγαπάς μωρό μου
είχα από το σαράντα
να γνωρίσω τέτοιον άντρα

- Απ’ την βιοπάλη πάω
θέλει να τήνε βαράω
και πληρώνω κάποιο φίλο
τήνε κάνει μπλε στο ξύλο



Στη φωτογραφία είναι ο Γιάννης Λογοθέτης με τον Δημήτρη Πουλικάκο.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2007

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΓΚΟΥΑΝΤΑΛΚΙΒΙΡ




FEDERICO GARCIA LORCA (1838-1936)


ΛΟΥΖΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ


Λούζεται η αγάπη μου
στο Γουαδαλκιβίρ
και τ' άνθη παίρνουν ευωδιά
απ'το γλυκό κορμί της

Μεταξωτά η αγάπη μου
μαντίλια μου κεντά
κι όλο φιλάει την κλωστή
και βυσσινιά τη βάφει

Τρέξε πέτα χελιδόνι
φέρ' της Βενετιάς βελόνι
να κεντήσει στο μαντίλι
τη χαρά της να μου στείλει


Μετάφραση: Λευτέρης Παπαδόπουλος.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΚΕΒΕΔΟ


FRANCISCO DE QUEVEDO


[ΤΙ ΜΟΥ ΟΡΙΖΕΙ Ο ΕΡΩΣ;]


Μου ορίζει ο Έρως, φευ, το φύλο, τις αισθήσεις·
σ’ ερωτική έκσταση έχω ολόσωμος βουλιάξει·
ανακωχή, διαπραγματεύσεις ή άλλη πράξη
ειρήνης δεν δίνουν στον πόλεμο αυτόν λύσεις

σωσμού. Βουβαίνουν καταρράχτη, αχ, οι δονήσεις
των στεναγμών μου, οπού η καρδιά μου να βαστάξει
αδυνατεί· ποινή για εμέ ο Έρως έχει τάξει:
και οι μνήμες μου στη λήθη να κυλιούνται επίσης.

Νικήθηκα, έχω καταρρεύσει πια και γίνει
των εραστών περίγελο, μιας κι εγώ, αχ, μόνο
με θλίψη τους λέω πώς τρέφονται η χαρά, η γαλήνη.

Μελλοντικοί και παλαιοί στον δικό μου στόνο
θε να σπουδάσουν την υγεία που τους δίνει
η αγάπη· μα, ας μη μου φθονήσουνε τον πόνο!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η εικονιζόμενη κυρία λέγεται Almudena Fernandez.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2007

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ ΤΗΣ ΦΕΥΓΑΤΗΣ ΖΩΗΣ



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


Από την ΠΡΟΦΑΣΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

[III]


Απόψε, που έρμη νιώθω την καρδιά,
στον κήπο μου έχω πάει να σε συντύχω.
Έχω αφανίσει τη ζωή, για νά 'ρθεις
σε μύρο ανθιών ή σε αρμονίας ήχο.

Των ταφλανιών τα φύλλα εμούσκεψε
μια μνημοσυνική ψιχάλα.
Σιμοτινό τα φέρνει αποχαιρέτισμα
ο σπαραγμός που εκρέμασεν η στάλα.

Γυρίζω εδώ που τόσο σε ονειρεύτηκα
να βρω κάτι δικό σου.
Σωριάζει θλίψη κάθε φούντωμα.
Ως ίσκιος στ' όνειρό μου απλώσου.

Τα μάτια σου απ' το όνειρο βαρίσκιωτα
μες στην ψυχή μου κλαίνε. Λυώνω.
Το δειλινό, φεύγοντας με ίσκιους μακροτάξιδους,
πίνει του ξενιτέματος τον πόνο.

Για να χινοπωριάσω τα δεντρά
σκορπίζω την ψυχή μου για όνειρά των,
τώρα, βαρύπνοη που επίκρανε η ενθύμηση,
σα φάντασμα παλαιών ηλιογερμάτων.


[VI]

Όλο και βρέχει απαρηγόρητα.
Της ώρας το φευγιό τι θλίψη πό ’χει!
Του χινοπώρου το φιλέρημο στοιχειό
σκορπά τη μοναξιά σε κάθε κόχη.

Γιόμισ' η αυλή μου απουσία και χορτάριασε.
Θλίβουνται τα νερά με άμοιρες μνήμες.
Στους δρόμους σέρνεται η παράμερη ζωή,
που αράχνιαζε σ' έρημες ρίμες.

Τραβιέμαι στα όνειρά μου τ' απαράμοιαστα.
Κι εφταδιπλώνω την ψυχή μου στα όνειρά της:
στην αγκαλιά της μοναξιάς μου γέρνοντας,
μεθώντας με ίσκιους μιας ζωής φευγάτης.

Τρίτη 1 Μαΐου 2007

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ...



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΟ ’ΧΕ ΚΙ Ο ΤΕΛΒΕΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟ



Στον Βαγγέλη Πρόντζα



Από το Ιόνιο
στην ενδοχώρα
με τα φραγκόσυκα,
να βρουν το Αιώνιο
επήραν φόρα·
– τα βρήκαν μπόσικα·

και από εμπλοκή
στα νιτερέσα
του κόντε-Σπέντζα,
σ’ ένα λακκί
πέσανε μέσα
και… Αντίο Γλαρέντζα.

Ποιος να ’ταν, άραγε;…
να ξεδιαλύνω…
Το αίμα θαν τού ’πινα!…
Μα Εκειός εβάραγε
το μαντολίνο
μασώντας λούπινα.

Με τα μπατζού-
ρια κουφωμένα
στο μπουντουάρ της
η Καφετζού
μού ’πε: «Βρέ, εσένα
σ’ έφταιγε ο χάρτης!

’Κει που περίμενες
ν’ αλλάξουν οι όροι,
κλέψαν τον πάπυρο!…»
Με δυο προκείμενες
κι ένα a priori
φτάσαμε στο άπειρο.