Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

1929



JORGE LUIS BORGES


1929

Παλιά το φως έμπαινε νωρίτερα
στο υπνοδωμάτιο που βλέπει στην τελευταία μεσαυλή·
τώρα πια το σπίτι το γειτονικό από ψηλά
του κόβει τον ήλιο, πλην όμως μες στο αόριστο σκοτάδι
ο σεμνός ένοικός του έχει ξυπνήσει
ήδη απ’ τα χαράματα. Αθόρυβα ο άνθρωπος αυτός,
για να μην ενοχλήσει κανέναν απ’ τους από δίπλα του,
πίνει το μάτε του εκεί και περιμένει.
Άλλη μια μέρα άδεια, όπως όλες.
Και πάντοτε εκείνες οι καούρες του έλκους.
Δεν υπάρχουν πια γυναίκες στη ζωή μου – σκέφτεται.
Οι
φίλοι τον βαριούνται. Μάλλον το ίδιο
τους βαριέται κι εκείνος. Μιλάνε για πράγματα
που δεν τα πιάνει, για τερματοφύλακες και για πίνακες.
Δεν είδε την ώρα. Με το πάσο του
σηκώνεται και ξυρίζεται με ανώφελη εντελώς
σχολαστικότητα. Τον χρόνο του πώς να τον γεμίσει;
Το πρόσωπο που του δείχνει ο καθρέφτης
διατηρεί ακέραιη την αυτοπεποίθηση
που ήτανε παλιότερα δική του.
Γερνάμε περισσότερο από την όψη μας,
σκέφτεται, εδώ όμως υπάρχουν –να τες– και οι ζάρες,
το ήδη γκριζωπό μουστάκι του, το κούφιο στόμα.
Γυρεύει το καπέλο του και βγαίνει. Στον διάδρομο
βλέπει μι’ ανοιγμένη εφημερίδα. Διαβάζει τα μεγάλα γράμματα,
υπουργικές κρίσεις σε χώρες που είναι γι’ αυτόν
απλώς ονόματα και τίποτ’ άλλο. Ύστερα προσέχει ότι
η ημερομηνία είναι χθεσινή. Νιώθει ανακούφιση·
δεν βλέπει τον λόγο να συνεχίσει το διάβασμα.
Έξω, το πρωί τού προσφέρει
τη συνηθισμένη του ψευδαίσθηση πως κάτι αρχίζει
με τις φωνάρες των πάσης φύσεως πουλητάδων.
Ματαίως ο άχρηστος άνθρωπος στρίβει σε γωνίες,
σε στενά, πολεμώντας να πάει κάπου, να χαθεί.
Με βλέμμα επιδοκιμαστικό κοιτάει τα νέα σπίτια,
κάτι –ίσως ο νοτιάς που φυσάει– τον ζωντανεύει.
Περνάει την οδό Ριβέρα, που σήμερα τη λένε Κόρδοβα,
και δεν θυμάται πώς πολλά χρόνια πίσω
τα βήματά του την απέφευγαν. Δυο-τρία τετράγωνα.
Αναγνωρίζει ένα παλιό κιγκλίδωμα,
τους σιδερένιους ρόδακες κάποιου μπαλκονιού,
έναν φράχτη ορθωμένο που έχει κομμάτια γυαλιού σπασμένου
επάνω-επάνω. Τίποτε άλλο. Έχουν τα πάντα αλλάξει.
Παραπατάει σ’ ένα πεζοδρόμιο. Ακούει τα χάχανα
κάτι νεαρών. Μα δεν τους δίνει σημασία.
Τώρα βαδίζει πιο αργά, ολοένα πιο αργά.
Και ξάφνου σταματάει. Κάτι έχει συμβεί.
Εδώ που τώρα είναι παγωτατζήδικο
κάποτε ήτανε το Μαγαζί του Φιγούρα.
(Η ιστορία μετράει κάπου μισόν αιώνα.)
Εδώ κάποιος άγνωστος με ύποπτη φάτσα
τον εκέρδισε δεκαπέντε φορές στο τρούκο,
κι αυτός του είπε πως δεν παίζει καθόλου τίμια.
Δεν θέλησε να το συζητήσει, και είπε μόνο:
εδώ εγώ θα παίξω και τα ρέστα μου,
ύστερα όμως θα κανονιστούμε έξω, στο δρόμο.
Ο άλλος του αντιγύρισε πως με την κάμα
δεν θα τα πήγαινε καθόλου καλύτερα
απ’ ό,τι τα πήγε με τα χαρτιά της τράπουλας.
Κανένα άστρο δεν ήτανε μαζί του. Ο Βεναβίδες
του δάνεισε το μαχαίρι του. Ο καβγάς
ήτανε σκληρός. Στη μνήμη είναι μια στιγμή,
μι’ ακίνητη αναλαμπή και μόνο, ένας ίλιγγος.
Τα μαχαιρώματα κράτησανε ώρα
πολλή. Και, στο τέλος, να κι άλλο ένα,
έτσι για κάθε περίπτωση. Άκουσε
πώς έπεφτε το κορμί και το ατσάλι.
Και τότε ήτανε που ένιωσε πρώτη του φορά
τη λαβωματιά στον καρπό και είδε τα αίματα.
Και τότε ήτανε που ξέρασε από το λαρύγγι του
μια παλιοκουβέντα, που συνδύαζε
την αγαλλίαση, την οργή και το βάλσαμο.
Τόσα και τόσα χρόνια κι επί τέλους, ναι, σώθηκε
η ευτυχία να είσαι άνθρωπος και να είσαι γενναίος
ή, τουλάχιστον, να έχει έστω και μια φορά υπάρξει,
κάποτε, σε κάποιο εκεί από τα χτες του χρόνου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου