Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

ΟΙ ΜΑΤΑΙΟΣΠΟΥΔΕΣ ΟΡΧΗΣΤΡΙΔΕΣ




PAUL VALÉRY


ΟΙ ΜΑΤΑΙΟΣΠΟΥΔΕΣ ΟΡΧΗΣΤΡΙΔΕΣ

Αυτές, που λυγερά είναι –ω, ναι!– άνθη, εδώ έχουν τώρα πλέον φτάσει
χρυσά όντας φιγουρίνια ή μινιατούρες καλλονές με κράση
ουράνιου τεντωμένου τόξου και χλομής σελήνης. Να τες,
διαβατικές και αρμόνιες, απ’ τα φέγγη των δασών φευγάτες!

Μαβιές και ιριδωτές, και ρόδα εσπερινά, με ωραίους μπούστους:
έτσι είναι της νυχτός οι χάριτες με τους σκαστούς χορούς τους.
Τί αρώματα κρυφά σκορπούν τα χρυσοδάχτυλά τους γύρω!
Γλυκό γαλάζιο ξεφυλλίζεται εκεί μέσα ωσάν το μύρο,
και το λεπτό νερό ίσα μόλις λάμπει. Αυτά τα δυό τους τά ’σωσ’
ωχρό λογάρι μιάς παλιάς δροσιάς στο πεθαμένο δάσος,
απ’ όπου η σιωπή αναθρώσκει ολάνθιστη. Και ιδού τες πάλι! –
στα φέγγη των δασών γλιστρούν με τα μελωδικά τους κάλλη.
Οι κάλυκες στα χέρια τους των αβροτήτων είναι φίλοι·
λιγάκι φεγγαρόφωτο μαρμαίρει στ’ άχραντά τους χείλη·
σαν νανουρίσματα λικνίζουν τις θαυμάσϊες ωλένες,
και τους αρέσει να ξελύνουν στις μυρτιές τις λατρεμένες
ανήμερους δεσμούς, δασιές θωπείες… Είν’ και κάποιες όμως,
που δεν τις πιάνει η απόμακρη άρπα, μήτε των ρυθμών ο νόμος·
λεπτοφυείς το σκαν και πάν στης λίμνης της νεκρής τα βύθη
με κρινοκύπελλα να πιούν νεράκι, οπού κοιμάται η λήθη.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΒΡΑΟΥΛΙΟ ΑΡΕΝΑΣ!







BRAULIO ARENAS


LA SILENCIOSA

Te hablo. No estás. La noche.
No quiero convencerme de la noche.
No estás. La noche. Te hablo.
Sólo la noche en torno.
En torno. Y un silencio.
Un silencio que dice que eres tú.
Te hablo. No me respondes.
La noche. Y un silencio.
Te hablo. Son las estrellas.
No estás. Te hablo. La noche.
Por mucho tiempo en torno.
No quiero convencerme. Y en silencio.
Te hablo. La noche en torno.
Las estrellas.
Y un silencio que dice que eres tú.
Y un tú que dices que eres un silencio.
No quiero convencerme de tu muerte.
No quiero convencerme. Las estrellas.
Y tanto tiempo en torno.
Tanta noche.
Tanto sollozo para tanto tiempo.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ




D.H. LAWRENCE


ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Αν μπορούσα να σ’ είχα βάλει στην καρδιά μου,
αλλά και αν μπορούσα να σ’ είχα μέσα μου τυλίξει,
πόσο, ω πόσο ευτυχισμένος θά ’μουν!
Ο χάρτης όμως τώρα της δικής μου μνήμης
και πάλι ξετυλίγεται μπροστά μου και δείχνει
όλη του ταξιδιού μας την πορεία ώς εδώ,
ώς το σημείο αυτό εδώ του χωρισμού μας.

Εσύ, αχ, ποτέ δεν ήσουν, ουδέποτε υπήρξες
κάποιος από τους εαυτούς σου, αγάπη μου, κάποια
από τις πολλές σου και διάφορες όψεις, που ποτέ μου δεν είδα!
Συνέχειας έρχονται μπροστά μου, συνέχεια φεύγουνε
κι εγώ όλο κλαίω γοερά για τις στιγμές εκείνες.

Αχ, αγάπη μου, τί ανατριχίλα, τί ρίγος απόψε για σένα –
και δεν μου μένει πια ελπίδα καμιά
να γιατρέψω τον πόνο, ούτε να σε ανταμείψω
για όλη τη ζωή σου που ήτανε γεμάτη πόθο και απελπισία.
Ένα κομμάτι, ομολογώ, του εαυτού μου πέθανε τούτο το βράδυ.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΕΠΟΧΗ




ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ


ΕΠΟΧΗ

Γνωρίζω το βρυχηθμό σας
όμοιο με σκέλια σαραντάπηχου·
κατεβαίνει από τη ράχη του βατοπεδιού
βγάζει λόγους μες στα καφενεία
παίρνει το σαρωνικό ένα χερόβολο τον τσαλακώνει
κι αγωνιά κι αγωνιά όπως ναυτολογικό γραφείο
για τα σκάφη όταν βράζουν τα μπουγάζια.


Πρόκειται για το μισό σου χέρι που έμεινε
κρεμασμένο στο λαιμό μου
να ωρύεται μανιακό να κουδουνίζει
ν’ ανοίγουνε οι πόρτες τρελές απ’ τη λαχτάρα
να κόβεται το τελευταίο βαγκόνι
παίρνοντας τον κατήφορο του σκοτωμού
να κρέμεται σε μια κλωστή το πάθος μας
κι ο πράκτοράς του που ειδικεύτηκε
στο δράμα του θεανθρώπου.
Αυτός δεν είναι ο βρυχηθμός σας,
ένας κοινός τύπος;
τί να περιμένω λοιπόν απ’ αυτόν;
μήπως δεν είναι ένας ισόθερμος
ένας ισοβαρής ένας εξωφλημένος,
ένας ώριμος για εθελουσία έξοδο;
Να γιατί στον τράχηλό μου το μισό σου χέρι
φύεται κάτασπρο όπως η λέξη βοήθεια
κόβει την αγωνία μας σε κέρματα μικρά
πληρώνει σύνταξη στις χήρες
εξαγοράζει προϊστάμενους
κρεμάει απ’ τα πολύ ψηλά παράθυρα
σεντόνια άσπρα της υποταγής
και παίρνομε μιαν απόφαση άψογα ευθύγραμμη
όπως στενεύει ο δρόμος σε πρωινή βροχή
γκαστρώνεται γεννά νεφρά πελώρια
τα τσακίζει τρέφεται επιζεί·
πέστε μου δεν αρχίζουν έτσι όλοι
οι βρυχηθμοί σας οι ύμνοι σας
για το μεγαλείο τόσων προγόνων
και τη νομοθεσία τάχα για
χρήζοντα βοηθείας πρόσωπα και τα λοιπά;


Τέλος ο άλλοτε γενναίος ήχος ατόνησε·
χαμήλωσε ως το γελαδίσιο μουκανητό
ίσα μ’ έναν αριθμό τριψήφιο εξωμότη
που μόνη ζωντάνια τού έμεινε
να βλέπει απ’ τις γρίλιες τις γυναίκες
να γδύνονται·
φοβούμαι πως αυτή ήταν όλη όλη
η ιστορία του γένους των ανθρώπων
με τους γενναίους της παραφοράς, της παρακμής·
έχει γεια λοιπόν αγάπη μου σε παρθεναγωγείο
αλέστα τώρα όλοι στο κατάστρωμα
με τα τσεκούρια όρθια της οργής·
θα την σπάσουμε την πόρτα που πάει στο υπόγειο
εκεί το αίμα μας κλωστή κουβάρι
δώστε το στο θησέα
να κλείσει πια η εποχή ετούτη
του μίνωα.



Από την ποιητική συλλογή: «Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή» (1972).
Από το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2010, σσ. 97-99.