Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

O TOMAZO ONEIΡEYETAI



PIER PAOLO PASOLINI

 

[O TOMAZO ONEIΡEYETAI]

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα: Βίος Βίαιος

 

Στὸ μεταξὺ εἶχε μαζευτεῖ γύρω στὴν αὐλίτσα ὅλη ἡ γειτονιά: κάθονταν ὅλοι τους στριμωγμένοι, ἦταν ἀμίλητοι, σιγανογελοῦσαν μεταξύ τους καὶ κοίταζαν πρὸς τὴν παράγκα τοῦ Τομάζο.

«Οὔφ, τὶ γυρεύουν τώρα ὅλοι τοῦτοι;» σκεφτόταν ὁ Τομάζο μπανίζοντάς τους. Σηκώθηκε καὶ μπῆκε στὸ σπίτι. Ἡ μάνα του καθόταν σὲ μιὰ καρεκλίτσα μὲ ξεπατωμένη ψάθα δίπλα στὸ τραπέζι. Ἦταν κι αὐτὴ περιποιημένη, πεντακάθαρη, μὲ τ’ ἄσπρο της φόρεμα. Κοιτάζοντάς την, ὅμως, ὁ Τομάζο ξαφνικὰ κατατρόμαξε, ποιός ξέρει γιατί. Τὴν κοίταζε σχεδὸν τρέμοντας καὶ τὴ ρώτησε: «Ρὲ σὺ μάνα, μπὰς κι εἶσαι πεθαμένη;»

Ἡ κυρα-Μαρία ἔσκασε στὰ γέλια· σηκώθηκε ἀπ’ τὴν καρέκλα της καὶ πῆγε στὸ ντουλάπι. Τὸ ἄνοιξε κι ἄρχισε νὰ βγάζει σωρὸ τὰ φαγητά, ἀμέτρητα φαγητά.

«Φάε, Τομά μου, φάε!» τοῦ ’λεγε τρυφερά, ὅλο ἀγάπη. Κι ἔβαζε στὸ τραπέζι φετουτσίνες, ἀβγά, κοτόπουλα, σαλάτα, ροδάκινα.

«Φχαριστῶ, ρὲ μάνα», ἔκανε ὁ Τομάζο κι ἄρχισε νὰ τρώει, ἐνῶ οἱ γονεῖς του κάθονταν καὶ τὸν ἐκοίταζαν χαμογελώντας.

Τὸ σπίτι ἦταν σὰν νά ’χε μεγαλώσει, κι ὁ Τομάζο μὲ δυσκολία τὸ ἀναγνώρισε: ὁ μεσότοιχος, ποὺ τὸ χώριζε στὰ δύο, ἦταν πανύψηλος, σὰν να μὴν τελείωνε πουθενά, κι ἔμοιαζε σὰν νὰ μὴν ἔφτανε τὸν καβαλάρη —τὸ ζευκτὸ δοκάρι τῆς στέγης γιὰ ὅποιον δὲν ξέρει—, λὲς κι ἐκεῖ πάνω περίσσευε κάτι σὰν κενὸ ποὺ δὲν εἶχε κανένα νόημα.

«Τί ’ν’ αὐτὸ κεῖ πάνω;» ρώτησε τὴ μάνα του ὁ Τομάζο ἔχοντας ἀρχίσει νὰ τρώει τὶς φετουτσίνες.

«Τί πά’ νὰ πεῖ Τί ’ν’ αὐτό;» τοῦ ’πε ἡ μάνα του· «Δηλαδὴ ἐσὺ ποῦ κοιμᾶσαι; — κεῖ πάνω δὲν κοιμᾶσαι;»

Στὸ μεταξύ, μὲ χαρούμενες γιορταστικὲς φωνὲς καὶ μὲ σπρωξίματα, ἄρχισαν οἱ γείτονες νὰ μπαίνουν στὸ σπίτι· ἦταν ὅλοι τους ἱκανοποιημένοι, γελοῦσαν ἀκόμα καὶ τὰ μάτια τους: «Νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρός!» ἄρχισε νὰ στριγγλίζει κάποιος. Κι ὕστερα ἀπὸ λίγο γίνηκε ὁ χαμὸς τοῦ χαμοῦ. «Νὰ ζήσουν τὰ νιογάμπρια, νὰ ζήσουν τὰ νιογάμπρια!» φώναζαν ὅλοι. «Τὸν Καρλέτο  νὰ φωνάξουμε, ρέ σεῖς, νὰ φέρει τὴν κιθάρα!» φώναζε κάποιος. Ὁ Καρλέτο, ὡστόσο, ἦταν ἤδη ἐκεῖ, εἶχε μαζὶ καὶ τὴν κιθάρα του, τὴν ἔπαιζε καὶ τραγουδοῦσε μὲ τὰ μαλλιά του ἀνακατεμένα καὶ μὲ τὰ μάτια του νὰ φτύνουν φωτιές.

Τὰ νιογάμπρια ἦταν ὁ πατέρας κι ἡ μάνα τοῦ Τομάζο, καὶ χαμογελοῦσαν κάπως συγκινημένοι μ’ ὅλη τούτη τὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα· Ὁ κυρ-Τορκουάτο εἶχε πιάσει ἀπὸ τὴ μέση τὴν κυρα-Μαρία, μικροδέματη καὶ ἀξιολάτρευτη μὲς στ’ ἄσπρα μεταξωτά της ροῦχα, κι ἡ σκηνὴ ἔμοιαζε σὰν νά ’χαν πάρει πόζα γιὰ νὰ βγοῦν φωτογραφία.

Στὸ μεταξύ ὁ Τομάζο, μένοντας λιγάκι παράμερα, γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλεῖ μὲ τὴν παρουσία του τὸ γλέντι τοῦ γάμου, συνέχιζε τὸ φαγητό του. Τώρα τὸν ἐνδιέφερε μόνο τὸ φαΐ. Εἶχε μπροστά του ἕνα πιάτο φετουτσίνες πού ’χαν γίνει ψηλὸς λοφίσκος, μὰ δὲν κατάφερνε πάντα νὰ τὶς τυλίξει στὸ πιρούνι του, κι ὅταν τὸ κατάφερνε, ἦταν μετὰ ὁλόκληρη ἱστορία τὸ πῶς θὰ τὶς μπούκωνε καὶ πῶς θὰν τὶς κατάπινε.

Ἦταν, ὅμως, νόστιμες· τέτοιες ὁ Τομάζο παλιὰ δὲν τὶς εἶχε ποτέ του ξαναδοκιμάσει· κι εἶχαν ἀπὸ πάνω τους τριμμένο δυὸ δάχτυλα πεκορίνο, κι ἀπ’ τὸ χρῶμα τους καταλάβαινε ὅτι ἦταν φτιαγμένες μὲ μπόλικα ἀβγά, γιατ’ ἦταν κατακίτρινες, καὶ καθόλου λασπωμένες, πραγματικὰ ἀλ ντέντε, καὶ ἔλιωναν, καθὼς τὶς ἐμάσαγε, πολὺ-πολὺ μαλακὰ μέσα στὸ στόμα. Κι εἶχαν κι ἕνα ὡραῖο χρωματάκι ἀπὸ ντομάτα χτυπημένη μὲ βούτυρο, ἄσε ποὺ ἀπ’ τὸ βούτυρο εἶχαν μείνει ἀκόμα τρία-τέσσερα κομματάκια ἄλειωτα — φαΐ ἄπαιχτο! Μὲς στὸ πιάτο εἶχαν σπαρθεῖ καὶ κάτι κομματάκια κοτόπουλο ἀνακατεμένα μὲ μανιτάρια βουτηγμένα σὲ πεκορίνο — καὶ μόνο ποὺ τά ’βλεπες σοῦ ’τρεχαν τὰ σάλια.

Ὁ Τομάζο, ἐντούτοις, ὅσο κι ἂν τοῦ ἄρεσαν ὅλα ἔκανε μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ τὰ καταπιεῖ: ἦταν σὰν νὰν τοῦ ’σγιγγε μιὰ τανάλια τὸ λαιμὸ κι ἔτσι ἔφτανε σχεδὸν στὸ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ πάρει ἀνάσα. Καὶ δὲν ἔκανε τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ τὸ νὰ κοιτάει τὸ μεσότοιχο, καὶ τὸν εἶχε πιάσει μιὰ τρελὴ ἐπιθυμία νὰ σηκωθεῖ νὰ πά’ νὰ δεῖ τί ’ταν ἀπὸ πίσω ἀπὸ κεῖνο κεῖ τὸ χώρισμα.

Ἡ μάνα του, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐκεῖ γύρω γέλαγαν, φώναζαν, χόρευαν, κάνανε τρελὴ φασαρία νὰ σοῦ παίρνει τὸ κεφάλι, πῆγε κοντά του, ἔσκυψε ἀπὸ πάνω του καὶ τοῦ ’πε στ’ ἀφτί: «Βρὲ Τομά μου, σταμάτα νὰ κοιτᾶς τὸ χώρισμα!»

«’Ντάξ, ρὲ μάνα, ἔγινε!» τῆς εἶπε εὐγενικὰ ὁ Τομάζο.

«Κι ἄσ’ τες τὶς φετουτσίνες… τὸ κοτόπουλο φάε!»

Ὅλοι ἐκεῖ ἦταν πολὺ εὐχαριστημένοι, πράγμα ποὺ τοῦ Τομάζο τοῦ τὴν ἔδινε ὅσο νά ’ναι κατακούτελα, ἀλλὰ δὲν ἤθελε μὲ τίποτα νὰ τὸ δείξει. Ἔπιασε μὲ τὸ χέρι ἕνα μπούτι κοτόπουλο κι ἄρχισε νὰ τρώει. Ἔτρωγε καὶ σκεφτόταν πῶς θὰ γινόταν νὰ σηκωνόταν καὶ νὰ πήγαινε νὰ δεῖ τί ’ταν πίσω ἀπ’ τὸ χώρισμα. Ὅσο κι ἂν τὸ κοτόπουλο, ὅπως καὶ οἱ φετουτσίνες, ἦταν μιὰ σκάλα παραπάνω στὴ νοστιμιὰ ἀκόμα κι ἀπὸ μάνα ἐξ οὐρανοῦ, τοῦ Τομάζο μὲ τίποτα δὲν τοῦ κατέβαιναν κάτω.

«Ρὲ δὲ γαμιέται!» εἶπε ἀπὸ μέσα του ξαφνικά· «Γιά κάτσε καλά, δηλαδή; Εἶμαι ἢ δὲν εἶμαι σπίτι μου; Ἐγὼ δὲν κοιμᾶμαι ἀπὸ κεῖ;»

«Νὰ σοῦ πῶ, ρὲ σύ μάνα», εἶπε τότε, «σαλάτα καὶ ροδάκινα τρώω μετά, ’ντάξει;» Τὸ εἶπε καὶ σηκώθηκε, πέρασε ἀπὸ πίσω ἀπ’ τὸν Καρλέτο, ποὺ συνέχιζε νὰ τραγουδάει, καὶ βρέθηκε πίσω ἀπ’ τὸν μεσότοιχο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου