Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

ΣΤΑ ΚΑΛΑ ΚΑΘΟΥΜΕΝΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΤΖΗΣ


ΤΑ ΠΛΕΟΥΜΕΝΑ


Χτες το βράδυ στον Περαία
στα καλά καθούμενα
βγήκανε στην προκυμαία
είκοσι πλεούμενα.
Κι όπως έκανε και ζέστη
πέταξαν τη μπλούζα τους
και στις δέκα στου Ανέστη
τράβαγαν τα ούζα τους.

Γιαλό-γιαλό πηγαίναμε
κι όλο για σένα λέγαμε.

Με το πίνω πίνεις πίνει
ήρθαν τα χαράματα
και μεθύσαν τα καράβια
κι άρχισαν τα κλάματα.
Και πιασμένα χέρι-χέρι
τα δρομάκια πήρανε
βρήκαν ήσυχο λημέρι
και για ύπνο γείρανε

Γιαλό-γιαλό πηγαίναμε
κι όλο για σένα λέγαμε.


Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Μουσική: Μάνος Λοΐζος.

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

ΣΑ ΦΛΟΓΕΡΗ ΛΙΑΝΗ ΣΚΙΑ


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΙΣΗΣ, ΠΟΥ ΘΑ ΤΑ ΞΑΝΑΔΩ, ΚΑΘΩΣ ΓΥΡΙΖΩ ΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΜΑΚΡΑΝ ΑΠΟΥΣΙΑΝ


Να μεγαλώσουν δύνανται τη μέρα, και με μία
ευχή τον ήλιο ή την αυγή να υποκαταστήσουν,
μα και να μιμηθούν τη νύχτα, αρκεί να το θελήσουν,
γλυκιά μου Λίση, τα όμορφά σου μάτια. Η μοναρχία

είναι η μεγάλη – της φωτιάς και του φωτός· καμμία
δεν λείπει ηγεμονία απ’ όσες θε να θησαυρίσουν
του Θεού –που θά ’ρθει πυρ βαλείν– οι τάξεις, για να σβήσουν
από προσώπου γης και δια παντός την ακηδία.

Τα μάτια σου να δω επιστρέφω. Κι αν εκεί, που μένανε,
παλμούς καρδιάς χρειάζονταν απ’ όσους τ’ αγαπήσαν,
ποιός εραστής απών μπορεί σώος να γυρίσει πίσω;

Ας είταν να μου επιτραπεί τουλάχιστον εμένανε,
αχ, οτιδήποτε κι αν είν’ εκείνο που μου αφήσαν,
σα φλογερή λιανή σκιά εγώ να το ξαναντικρύσω!...



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΗΡΩΪΚΗ




1. Allegro con brio






2. Marcia funebre. Adagio assai




3. Scherzo: Allegro vivace





4. Finale. Allegro molto


LUDWIG VAN BEETHOVEN, SYMPHONIE nr. 3 in E-flat Major, Op. 55: "EROICA"
Ο WILHELM FURTWÄNGLER ΔΙΕΥΘΥΝΕΙ ΤΟΥΣ WIENER PHILARMONIKER

Βιέννη 1944.



Η εγγραφή αφιερώνεται στον φίλο μου Θόδωρο Α. Πέππα, βητθοβένειο και φουρτβαιγγλεριστή.

ΕΛΙΟΤ!




T.S. ELIOT (1888-1965)


SWEENEY AMONG THE NIGHTINGALES


PENECK Sweeney spreads his knees
Letting his arms hang down to laugh,
The zebra stripes along his jaw
Swelling to maculate giraffe.

The circles of the stormy moon
Slide westward toward the River Plate,
Death and the Raven drift above
And Sweeney guards the horned gate.

Gloomy Orion and the Dog
Are veiled; and hushed the shrunken seas;
The person in the Spanish cape
Tries to sit on Sweeney's knees

Slips and pulls the table cloth
Overturns a coffee-cup,
Reorganized upon the floor
She yawns and draws a stocking up;

The silent man in mocha brown
Sprawls at the window-sill and gapes;
The waiter brings in oranges
Bananas figs and hothouse grapes;

The silent vertebrate in brown
Contracts and concentrates, withdraws;
Rachel née Rabinovitch
Tears at the grapes with murderous paws;

She and the lady in the cape
Are suspect, thought to be in league;
Therefore the man with heavy eyes
Declines the gambit, shows fatigue,

Leaves the room and reappears
Outside the window, leaning in,
Branches of wistaria
Circumscribe a golden grin;

The host with someone indistinct
Converses at the door apart,
The nightingales are singing near
The Convent of the Sacred Heart,

And sang within the bloody wood
When Agamemnon cried aloud,
And let their liquid droppings fall
To stain the stiff dishonoured shroud.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Danielle Panabaker.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ


ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΜΟΥ ΓΛΥΚΙΑ


Στου Τζελέπη στον Πειραία
μια καμωματού κι ωραία
που γυρνά το βράδυ απ' τη δουλειά
μού 'χει πάρει νου και την καρδιά
Τήνε λένε Περσεφόνη
με μαγεύει με πληγώνει
Σ' αγαπώ της λέγω και γελά
παίρνει δρόμο και δε μου μιλά

Στάσου πες μου δυό λογάκια
να ξεχάσω τα φαρμάκια
σαν και σε δεν είναι άλλη καμμιά
στάσου Περσεφόνη μου γλυκιά
Μη μου κάνεις πια γινάτια
να χαρείς τα δυό σου μάτια
Δεν είναι έγκλημα πως σ' αγαπώ
δώσε βάση σ' ό,τι θα σου πω

Περσεφόνη σ’ το δηλώνω
πως αρχίζω να θυμώνω
κι αν στ' αλήθεια δεν με αγαπάς
από του Τζελέπη μην περνάς
Μη με πάρεις στο λαιμό σου
κοίτα για καλό δικό σου
Θέλω φως μου να σε παντρευτώ
θέλω και να νοικοκυρευτώ

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ


ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ


ΑΝΟΙΞΗ


Άνοιξη! Μόλις ξέσπασε του φθινοπώρου η μπόρα,
κι εγώ το καραβάκι σου νειρεύομαι από τώρα
ν᾿ αράζει στα λιμάνι μας, με τ᾿ άρμενα ανθισμένα,
πλάι στα καϊκάκια τα φτωχά, τα θαλασσοδαρμένα.

Να φέρεις τον αἰθέριο αχό του αφρού στα υγρά χαλίκια,
γύρω στα βράχια των φυκιών τις πράσινες νταντέλες,
και για τους ήσκιους που περνούν ή μένουν στ᾿ ακρογιάλι,
να φέρεις απ’ τη Βενετιά τπ πιό λαμπρό κρουστάλλι.

Στα δέντρα, που θρηνούν βραχνά στου κάμπου τη μαυρίλα,
να φέρεις γέλια ολόδροσα, στα νιόφυτά τους φύλλα.
Μέσα στα ρόδα τ᾿ ουρανού το φως του Αποσπερίτη,
κι εμένα μιά μικρή φωλιά χελιδονιών στο σπίτι.

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

ΕΚΕΙΝΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ



PAUL ELUARD


Μ’ ΕΝΑ ΦΙΛΙ


Το σπίτι ημέρα και ο δρόμος νύχτα
Οι πλανόδιοι μουζικάντηδες
Παίζουν όλοι για να χαθεί η σιωπή
Κάτω απ’ τον μαύρον ουρανό που βλέπουμε αίθριον

Εγέμισε ο λαμπτήρας απ’ τα μάτια μας
Και κατοικούμε τη δική μας κοιλάδα
Τους τοίχους μας τ’ άνθη μας τον ήλιο μας
Τα χρώματά μας και το φως μας

Του ήλιου η πρωτεύουσα
Κατ’ εικόνα είναι ημών των ιδίων
Στο δε άσυλο των τοίχων μας
Η θύρα μας είν’ εκείνη των ανθρώπων



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΜΝΗ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


ΤΑΜΑΡΑ


Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι' επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ' εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ' Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε —όπως πάγαινε παχειά— κανείς διεί
στο φίνο της κι' εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες —κει— να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί —εμβατήριο τέλειο—
κι' είχε κάτω απ' τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι' εγώ την ειχ' αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ' τ' αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει...

Κι' ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι' οι Άγιοι του, για με πια ουδ' αρωτάγαν
κι' ενώ ουδ' εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού —αυτηνής —
—κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν...

Και πέθανε... Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ' αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ' τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε...

Ο ΚΑΡΟΥΖΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΝΤΟΝΙΤΣΕΤΤΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ENRICO CARUSO


UNA FURTIVA LACRIMA


Una furtiva lagrima
Negli occhi suoi spuntò...
Quelle festose giovani invidiar sembrò...
Che più cercando io vo?
M'ama, lo vedo.
Un solo istante i palpiti
Del suo bel cor sentir!..
Co' suoi sospir
Confondere per poco i miei sospir!...
Cielo, si può morir;
Di più non chiedo.



Από την όπερα του Gaetano Donizetti «L’elisir d’amore».

ΡΟΒΕΡΤΟ ΧΟΥΑΡΡΟΣ!




ROBERTO JUARROZ


A VECES COMPRENDEMOS ALGO


A veces comprendemos algo
entre la noche y la noche.
Nos vemos de pronto parados debajo de una torre
tan fina como el signo del adiós
y nos pesa sobre todo desconocer si lo que no sabemos
es adónde ir o adónde regresar.
Nos duele la forma más íntima del tiempo:
el secreto de no amar lo que amamos.

Una oscura prisa,
un contagio de ala
nos alumbra una ausencia desmedidamente nuestra.
Comprendemos entonces
que hay sitios sin luz, ni oscuridad, ni meditaciones,
espacios libres
donde podríamos no estar ausentes.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Federica Ridolfi.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΖΑ ΠΟΝΣΕΛ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ROSA PONSELLE


DICITENCELLO VUJE

Dicitencello a 'sta cumpagna vosta
ch'aggio perduto 'o suonno e 'a fantasia
ca 'a penzo sempre.
Che é tutta 'a vita
mia i' nce 'o vvulesse dicere,
ma nun nce 'o ssaccio di!

A' voglio bbene,
A' voglio bbene assaie,
Dicitencello, vuie ca nun m' 'a scordo maie!
E''na passiona...
cchiù forte 'e 'na catena,
ca me turmenta ll'anema
e nun me fa campá.

Dicitencello ch' è na rosa 'e maggio.
ch'è assaje cchiù bella 'e 'na jurnata 'e sole...
D''a vocca soia, cchiù fresca d''e vviole...
I' già vulesse sentere
ch' è nnammurata 'e me!

'Na lacrema lucente v' è caduta...
Diciteme 'nu poco a che penzate...
Cu' st'uocchie doce
vuie sola me guardate...
Levámmece 'sta maschera,
dicimmo 'a veritá.

Te voglio bbene, te voglio bbene assaie
si' ttu chesta catena
ca nun se spezza maie!
Suonno gentile, suspiro mio carnale
te cerco comm'all'aria
e nun me fa campá!



Στίχοι: Enzo Fusco.
Μουσική: Rodolfo Falvo.

ΕΣΤΩ


ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ


[ΕΙΜΑΙ ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ]


Είμαι προφανώς εργαλείο.
Κάτι θα πρέπει ν’ ανοίγω.
Ας δοκιμάσω πάλι
Με το κεφάλι
Ή έστω
Με το μηχανικό σου χέρι
Ή έστω
Όπως τώρα
Με γοερές φωνές σε άλλη κλίμακα



Από την ποιητική συλλογή «Καρτ ποστάλ», 1980.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟ 32: ΑΝΤΕΛΙΑ ΠΕΝΤΡΟΖΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ADÉLIA PEDROSA: LINDA MORENA

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

ΚΙ ΗΡΘΑΜΕ ΙΣΟΠΑΛΙΑ...


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ


ΠΑΣ ΦΙΡΙ-ΦΙΡΙ


Πας φιρί-φιρί γυρεύοντας
με τα μαύρα σου τα μάτια
δέκα πιάτα στο κεφάλι μου
κι άλλα τέσσερα κανάτια
Πας φιρί φιρί γυρεύοντας
να με κάνεις ν' αγριέψω
έχω και τις πεποιθήσεις μου
μα στο τέλος θα σ' τις βρέξω

Αλλά σώπα και μη
μου τη βγαίνεις στην κόντρα
αν βαρούσα κι εγώ
δεν θα ήσουνα εδώ
Έχεις γλώσσα σκληρή
που σκοτώνει σαν κόμπρα
κι όσο πείσμα εσύ
άλλο τόσο κι εγώ

Τέτοιος χαλασμός που έγινε
κι ήρθαμε ισοπαλία
κι απ' τη ταραχή κουνήθηκε
όλη η πολυκατοικία
Σχολιάζουνε οι γείτονες
κι απορούν κι οι αστυνόμοι
πώς οι δυο μας δεν χωρίζουμε
κι αγαπιόμαστε ακόμη

Μία τέτοια σκηνή
να τη δεις στην οθόνη
μα σαν παίξεις κι εσύ
θα σκιστεί το πανί
Έχε χάρη που δεν
αγαπώ καμμιά άλλη
κι από τώρα μας κλαιν
και τα ψώνια του Ζεν.

Στα δελτία των ειδήσεων
θα μας γράψουν σαν σε σφάξω
πας φιρί-φιρί μού φαίνεται
την ψυχή σου ν' αναπαύσω
Μού 'ρθε κρίση και παλάβωσα
μη με κάνεις ν' αμαρτήσω
πας φιρί-φιρί γυρεύοντας
στα μπουντρούμια να σαπίσω

Αλλά σώπα και μη
μου τη βγαίνεις στην κόντρα
θα βαρέσω κι εγώ
κι απαιτώ σεβασμό
Είναι κάτι φορές
που φτηνά τη γλυτώνεις
με πέντε-έξη μπουνιές
και δυό-τρεις μελανιές

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


FEDERICO GARCÍA LORCA


ΕΙΔΥΛΛΙΟ


Το μυστικό της άνοιξης, αχ, πόσο
ποθούσες νά ’ρθω να σου φανερώσω!

Μα εγώ είμαι για το μυστικό της κάτι...
το ίδιο, να, ακριβώς που ’ν’ και το ελάτι.

Δεντρί που με τα χίλια δάχτυλά του
χιλιάδες δρόμους δείχνει παρακάτου.

Ποτέ δεν θα σου πω, μικρό μου, αν κάμει
καλά που αργοκυλάει το ποτάμι.

Στη στάσιμη φωνή μου στέριωσα όλο
των δυό ματιών σου τον σταχτένιο θόλο.

Στροφές για δίνε μου, μελανουράκι,
κι αφήσου στου έρωτα το γαϊτανάκι!

Στροφές για φέρνε με γερές και μίλα,
μά πρόσεχε τα πράσινά σου φύλλα!

Της άνοιξης το μυστικό, αν και θέλω,
δεν σ’ το λέω: είν’ κρυμμένο σ’ ένα βέλο.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.