GIVE me women, wine, and snuff Untill I cry out "hold, enough!" You may do so sans objection Till the day of resurrection: For, bless my beard, they aye shall be My beloved Trinity.
Το ποίημα μάς το έστειλε ο εικονιζόμενος φίλος του ιστολογίου κ. Ματ Ντάρμπυσιρ - και τον ευχαριστούμε από καρδιάς.
ΣΤΗΝ ΑΜΙΝΤΑ, ΠΟΥ ’ΧΕ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΚΑΙ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΔΑΓΚΩΣΕΙ ΑΥΤΟ, ΔΑΓΚΩΣΕ ΤΑ ΧΕΛΙΛΗ ΤΗΣ ΩΣΠΟΥ ΜΑΤΩΣΑΝ
Αρκούσε στο γαρύφαλλο που ζούσε κ α ι κομμένο στο χείλι που το εφίλει, μα εκεί που ’μοιαζε με πώμα, απ’ τη ντροπή του εγίνηκε το κρεατί του χρώμα πιο κόκκινο κι απ’ το ρουμπίνι σου το παινεμένο·
και ξάφνου, από ’να πλήθος πέρλες άσπρες χωρισμένο, ως είτανε, στα δυό το ποθητό και ωραίο σου στόμα, αντί νά ’χεις το γαρυφαλλάκι κάμει λυώμα, κατάφερες το κάτω χείλος νά ’χεις δαγκωμένο.
Και νά ’λεγες πως στου αίματός σου ανήκε τις προθέσεις να βγεί να πεί πως σού ’ραβε δαμασκηνή δαντέλλα η υγρή πορφύρα που έτρεχε, κι εσύ ναν τη φορέσεις,
να πω κι εγώ Εν τάξει! Μα διέπραξε την τρέλα το σοβαρό σου στόμα, διότι –και μη με διαψεύσεις!– τ’ ανθάκι ροδαυγή το πήρε, που έκλαιγε κι εγέλα.
Τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα φέρνουνε μηνύματα για μιαν αγάπη που 'χα και στις φλέβες μου βαθιά η Μαύρη Θάλασσα σαν αίμα λέει λόγια πικραμένα
Κανένα πλάσμα του Θεού δε ζει σε τέτοιο βάθος όπου σ' αγάπησα πολύ κι απόμεινα μονάχος Μαύρη Θάλασσα κλειστή και ψυχή μου χαρισμένη σ' όποιον πιο πολύ σε θέλει
Να πούμε λόγια άγρια, παράξενα κι ατόφυα σάβανα και χώματα στη μούρη της την ψόφια η φωνή της η σκληρή λιώνει σα μεγάλο σώμα μέσα στο δικό μου στόμα
Φταίνε τα τραγούδια του, φταίει κι ο λυράρης μα φταίει κι ο ίδιος του ο λαός γιατί είναι μαραζιάρης Μαύρη θάλασσα κλειστή, μακρινές μου πεδιάδες πίσω από τις συμπληγάδες
Στα μάγια και στα όνειρα, καμπάνα και καντήλα Πόλη, Βάρνα, Οδησσός, Κωστάντζα και Μπραΐλα και σε χρόνο μυστικό σαν ηφαίστειο του Αίμου λεγεώνες του πολέμου
Carrero dicen por ahi como quien dice carreta, carrero dicen por ahi como quien dice carreta, cosa que en el mundo va de arrastro y a onde la llevan, cosa que en el mundo va de arrastro y a onde la llevan.
Hombre que a paso de buey se recorre la existencia, hombre que a paso de buey se recorre la existencia, y al mismo paso tardido quiere, sufre, vive y piensa, y al mismo paso tardido quiere, sufre, vive y piensa.
Y güeno,que se va a hacer quedense con sus creencias, y güeno,que se va a hacer quedense con sus creencias, de eso no enseñan los libros la vida tiene otras letras, de eso no enseñan los libros la vida tiene otras letras, hay leña que arde sin humo cada cual quema su leña.
Un pájaro de papel en el pecho dice que el tiempo de los besos no ha llegado; vivir, vivir, el sol cruje invisible, besos o pájaros, tarde o pronto o nunca. Para morir basta un ruidillo, el de otro corazón al callarse, o ese regazo ajeno que en la tierra es un navío dorado para los pelos rubios. Cabeza dolorida, sienes de oro, sol que va a ponerse; aquí en la sombra sueño con un río, juncos de verde sangre que ahora nace, sueño apoyado en ti calor o vida.
Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Karol Castillo.
Πλατσούρισε στη λίμνη, η μουσούδα του υγρή, ανάμεσα στις πάπιες. Βρήκε ξαφνικά και παρέα, λίγο πιο πέρα. Δεν υπήρχε περίπτωση η αγάπη ενός σκύλου να πάει χαμένη.
Από το βιβλίο: Μαριγώ Αλεξοπούλου, «Πιο γρήγορα απ’ το φως», Κέδρος, Αθήνα 2000, σελ. 16.
Τον εαυτό σου να κοιτάς –αυτό σημαίνει αγάπη–, αλλά όπως κάτι πράγματα που μακριά μας είν’ κοιτάμε. Διότι μόνος είσαι κι ένας μεταξύ πολλών πραγμάτων. Μόνο όποιος έτσι τα κοιτά, γιατρεύει την καρδιά του (και δίχως να το ξέρει καν) από πολλές αρρώστιες. Πουλιά και δέντρα τού μιλάνε και του λένε Φίλε! Ποθείς μετά εκεί με τα πράγματα να γίνεις ένα, μαζί τους ν’ ανεβείς στης ωριμότητας τη λάμψη. Αδιάφορο αν γνωρίζεις τί είναι αυτό που εσύ θα κάνεις. Σαν κάνεις το καλό, δεν το πολυκαταλαβαίνεις.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ τη φύσι λίγο. Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού λαμπρά μαβιά και κίτρινη όχθη∙ όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά (τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα) κι όχι κι εδώ τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.