Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΔΡΙΑΝΑ ΒΑΡΕΛΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ADRIANA VARELA


CORRIENTES Y ESMERALDA


Amainaron guapos junto a tus ochavas
cuando un cajetilla los calzó de cross
y te dieron lustre las patotas bravas
allá por el año... novecientos dos...

Esquina porteña, tu rante canguela
se hace una melange de caña, gin fitz,
pase inglés y monte, bacará y quiniela,
curdelas de grappa y locas de pris.

El Odeón se manda la Real Academia
rebotando en tangos el viejo Pigall,
y se juega el resto la doliente anemia
que espera el tranvía para su arrabal.

De Esmeralda al norte, del lao de Retiro,
franchutas papusas caen en la oración
a ligarse un viaje, si se pone a tiro,
gambeteando el lente que tira el botón.

En tu esquina un día, Milonguita, aquella
papirusa criolla que Linnig mentó,
llevando un atado de ropa plebeya
al hombre tragedia tal vez encontró...

Te glosa en poemas Carlos de la Púa
y el pobre Contursi fue tu amigo fiel...
En tu esquina rea, cualquier cacatúa
sueña con la pinta de Carlos Gardel.

Esquina porteña, este milonguero
te ofrece su afecto más hondo y cordial.
Cuando con la vida esté cero a cero
te prometo el verso más rante y canero
para hacer el tango que te haga inmortal.



Μουσική: Francisco Pracánico.
Στίχοι: Celedonio Flores.
Τραγούδι του 1933.

ΕΛΙΣΕΟ ΔΙΕΓΟ!



ELISEO DIEGO (1920-1994)


ODA A LA JOVEN LUZ


En mi país la luz
es mucho más que el tiempo, se demora
con extraña delicia en los contornos
militares de todo, en las reliquias
escuetas del diluvio.
La luz
en mi país resiste a la memoria
como el oro al sudor de la codicia,
perdura entre sí misma, nos ignora
desde su ajeno ser, su transparencia.

Quien corteje a la luz con cintas y tambores
inclinándose aquí y allá según astucia
de una sensualidad arcaica, incalculable,
pierde su tiempo, arguye con las olas
mientras la luz, ensimismada, duerme.

Pues no mira la luz en mi país
las modestas victorias del sentido
ni los finos desastres de la suerte,
sino que se entretiene con hojas, pajarillos,
caracoles, relumbres, hondos verdes.

Y es que ciega la luz en mi país deslumbra
su propio corazón inviolable
sin saber de ganancias ni de pérdidas.
Pura como la sal, intacta, erguida,
la casta, demente luz deshoja el tiempo



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η παλιά φίλη του ιστολογίου κ. almudena Fernandez.

ΜΟΝΑΧΑ ΕΣΥ ΥΠΑΡΧΕΙΣ

JORGE LUÍS BORGES


Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ


Φεγγάρια, όργανα, σεντέφια, ρόδα, λάμπες,
καθώς επίσης και του Ντίρερ η γραμμή,
οι εννιά αριθμοί, το μεταβλητό μηδέν,
όλα αυτά, πρέπει να προσποιηθώ ότι υπάρχουν.
Πρέπει να προσποιηθώ πως κάποτε υπήρξαν
η Ρώμη κι η Περσέπολη κι ότι μιά σκόνη
φτενή καταμέτρησε των επάλξεων τη μοίρα
που έσβησαν οι αδήριτοι αιώνες.
Πρέπει να επινοήσω την πυρά και τα όπλα
του έπους και τα απύθμενα πέλαγα
που ροκανίζουν τα θεμέλια της οικουμένης.
Πρέπει να υποκριθώ ότι υπάρχουν κι άλλοι. Ψέματα.
Μονάχα εσύ υπάρχεις. Η δυστυχία μου, εσύ
κι η ευτυχία μου, απλή και ανεξάντλητη.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης:
Απο το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης καλοκύρης, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 220.




**************************




EL ENAMORADO


Lunas, marfiles, instrumentos, rosas,
Lámparas y la línea de Durero,
Las nueve cifras y el cambiante cero,
Debo fingir que existen esas cosas.
Debo fingir que en el pasado fueron
Persépolis y Roma y que una arena
Sutil midió la suerte de la almena
Que los siglos de hierro deshicieron.
Debo fingir las armas y la pira
De la epopeya y los pesados mares
Que roen de la tierra los pilares.
Debo fingir que hay otros. Es mentira.
Sólo tú eres. Tú, mi desventura
Y mi ventura, inagotable y pura

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΕΛΑΝΔΡΙΑ



ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΕΛΑΝΔΡΙΑ: ΘΑ ’ΣΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ


Μουσική: Παναγιώτης Κελάνδριας.
Στίχοι: Βάιος Βαϊόπουλος.
Ενορχήστρωση & Φωνητικά: Νίκος Παπαδημητρίου.
Τραγούδι: Μαρία Γιαννικοπούλου & Παναγιώτης Κελάνδριας.
Κοντραμπάσο: Γιάννης Κουτάγιαρ.
Σοπράνο σαξόφωνο: Ναπολέων Σαββανής.

ΤΙΣ ΚΑΝΝΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΣΟΥ


ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΒΛΑΧΟΣ


ΔΙΑΠΛΟΥΣ

Θέλω να περάσω αλώβητος
προς τον κρυμμένο κήπο με τα άνθη τς παραφοράς σου
προς τα εκεί που αδιάκοπα φυτρώνει
στο χυμένο αίμα σου ο αμάραντος
και εξαίσιοι έφηβοι μ’ ένα κλωνί του
πηγαινοέρχονται άφοβα στον Άδη.
Διαπλέοντας ακόμη κι αυτή την άβατη σκέψη σου
με των καθαγιασμένων την υπεροψία να ξανοικτώ
αψηφώντας τις κάννες της σιωπής σου
προς τα εκεί που πάντοτε ενεδρεύεις
που ανελλιπώς μ’ αγγίζεις
με δάχτυλα παραφροσύνης
και στιβάζεις μέσα μου στιγμές φαρμακωμένες
και περάσματα για μέρη απρόσιτα.
Στον τόπο που εσύ η αντιλόπη
εσύ η διαίσθησή μου
με το αδιάψευστο έγκαυμα στο μέτωπο
γίνεσαι η αδέσποτη καμπάνα της αφυπνίσεως
κι αναζητάς τη σάρκα μου γυμνή
ρωγμή ζητάς να μπεις στον ύπνο μου
να σύρεις τον δαυλό
κρυφά απ’ το βλέμμα της νυκτός
που με φυλάττει
να πυρπολήσεις τα όνειρά μου.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΥΣΤΑΤΗ ΩΡΑ

Ένα άρωμα έμενε στην κάμαρά του, ίσως μονάχα
απ’ την ανάμνηση, μπορεί κι απ’ το παράθυρο
μισάνοιχτο στην εαρινή βραδιά. Ξεχώρισε
τα πράγματα που θά ’παιρνε μαζί του. Σκέπασε
μ’ ένα σεντόνι τον μεγάλο καθρέφτη. Κι ακόμη
στα δάχτυλά του εκείνη η αφή ευμελών σωμάτων
κι η αφή, η μοναχική, της πένας του – όχι αντίθετη·
υπέρτατη ένωση της ποιήσεως. Δεν ήθελε
να απατήσει κανέναν. Πλησίαζε το τέλος. Ρώτησε
ακόμη μιά φορά: «Ευγνωμοσύνη τάχα, ή θέληση
ευγνωμοσύνης;» Κάτω απ’ το κρεβάτι του πρόβαιναν
γεροντικές οι παντόφλες του. Δε θέλησε
να τις σκεπάσει – (ω, βέβαια, άλλοτε). Μονάχα,
σαν έβαλε το κλειδάκι στην τσέπη του γιλέκου του,
κάθησε πάνω στη βαλίτσα του, καταμεσής της κάμαρας,
ολομόναχος, κι άρχισε να κλαίει, γνωρίζοντας,
πρώτη φορά με τόση ακρίβεια, την αθωότητά του.



Από τη συλλογή «12 ποιήματα για τον Καβάφη» (1963).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Θ΄ (1989), σελ. 185.

Ο ΜΠΕΚΕΤ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΕΛΥΑΡ




PAUL ELUARD


LADY LOVE


She is standing on my lids
And her hair is in my hair
She has the colour of my eye
She has the body of my hand
In my shade she is engulfed
As a stone against the sky

She will never close her eyes
And she does not let me sleep
And her dreams in the bright day
Make the suns evaporate
And me laugh cry and laugh
Speak when I have nothing to say


Μετάφραση: Samuel Beckett.



*****************



L’AMOUREUSE


Elle est debour sur mes paupières
Et ses cheveux sont dans les miens,
Elle a la forme de mes mains,
Elle a la couleur de mes yeux,
Elle s'engloutit dan mon ombre
Comme une pierre sur le ciel.

Elle a toujours les yeux ouverts
Et ne me laisse pas dormir.
Ses rêves en pleine lumière
Font s'évaporer les soleils,
Me font rire, pleurer et rire,
Parler sans avoir rien à dire

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ: ΜΗΝ ΤΟ ΨΑΧΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ


ΜΗΝ ΤΟ ΨΑΧΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ


Έτσι καθώς το φεγγαράκι κοιτάς
Να περνάει έξω απ' το παράθυρό σου
Κάτι εικόνες σου 'ρχονται απ' τα παλιά
Και χάνεις ξαφνικά τον εαυτό σου

Έτσι τελείως ξαφνικά και έτερον ουδέν
Μα εγώ μικρό μου είμαι πολύ μακριά
Μην το ψάχνεις, δεν πειράζει

Δυο μικρές αφίσες τυλιγμένες ρολό
Τα τραγούδια καρφωμένα στο μυαλό σου
Ξαφνικά γυρνάς στο παρελθόν
Και ρωτάς τι απ' όλα αυτά ήταν δικό σου

Τίποτα μικρό μου, ε καλά
Τούτη η σκέψη ρυθμικά σε βασανίζει
Κι ένα σου δάκρυ ξαφνικά
Τη σκιά μου στο μυαλό σου ζωγραφίζει

Έτσι τελείως ξαφνικά και έτερον ουδέν
Μα εγώ μικρό μου είμαι πολύ μακριά
Μην το ψάχνεις, δεν πειράζει

Έτσι καθώς το φεγγαράκι κοιτάς
έξω απ' το παράθυρό σου
κάτι συμβαίνει ξαφνικά
κι ανάβει της καρδούλας σου τους πόθους

Ω τι αχαλίνωτος ρομαντισμός
κι η μαμά να συμπληρώνει
"βίζιτα η κόρη μου, θα είστε τρελός!"
"το καημένο επιστήμων τελειώνει"

Έτσι λοιπόν και ξαφνικά και έτερον ουδέν
Μα εγώ μικρό μου είμαι πολύ μακριά
Μην το ψάχνεις, δεν πειράζει

Μάταια φωνάζεις τ' όνομά μου λοιπόν
άδικα χάνεις τον καιρό σου
μάταια γυρνάς στο παρελθόν
και ρωτάς τι απ' όλα αυτά ήταν δικό σου

Τίποτα μικρό μου, παρ' εκτός
κάτι λίγα η αμοιβή σου
ξέρεις τι σημαίνουν όλ' αυτά θαρρώ
κι εσύ το ξέρεις κι οι δικοί σου


Στίχοι& μουσική: Δήμος Μούτσης.

ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΡΙΓΥΡΩ


UMBERTO SABA


ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΘΑΛΑΣΣΙΑ


Γύρω στις έξι το απόγευμα, μια φωτεινή
γιορτινή μέρα. Πίσω απ’ το Φάρο, εκεί
που ακούγεται ευχάριστα ο ήχος μιας
σάλπιγγας, η φωνή κάποιου μικρού αγοριού
που παίζει ήρεμα γύρω στους σκελετούς
των παλιών καραβιών – καθισμένος κοντά
στην ανοικτή θάλασσα, μονάχος, άγγιξα αν δεν
σφάλλω το αποκορύφωμα του ανθρώπινου πόνου μου.
Μεσ’ στα χαλίκια που έπαιρνα για να
πετάξω στα κύματα (σημάδευα κάποια σανίδα),
βρήκα ένα πήλινο θραύσμα, ένα όμορφο καφέ
θραύσμα, χαρούμενη φόρμα χρήσιμη
κάποτε στην κουζίνα, με τα παράθυρά της
ανοικτά στον ήλιο και στο πράσινο του λόφου.
Ακόμη και σ’ αυτό ο άνθρωπος μέσα στην αγωνία του
μπορεί να μοιάσει.

Πέρασε μια βάρκα μ’ ένα κίτρινο πανί
που κίτρινη έβαφε από κάτω τη θάλασσα –
κι απόλυτη σιωπή τριγύρω. Επιθυμία
δεν αισθάνθηκα για το θάνατο, μα ντροπή
γιατί μοναδικό εκλεκτό δεν τον διάλεξα ακόμη,
αγαπώντας περισσότερο από κείνον
κάτι άλλο, που πάνω στη γη κινείται
και ξεγελά με το μειλίχιο πρόσωπο.




Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΙΝΟ ΜΑΟΥΡΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο PINO MAURO


QUI FU NAPOLI

Va cu te stu core amato
pe' 'sta via ca porta a mare...
Llá sta Napule allummato...
Mo ca scinne chesti ggrare
vide 'o mare accumparé...

Spanne ll'aria nu sapore
d'erba 'e scoglie e de magná'...
Na cantina 'e piscatore
tene 'o lume pronto giá...

Fuoco e zuccaro 'o mellone:
ce stennimmo 'nterr'â rena...
Neve 'e 'sprinia 'int''o giarrone,
'ncielo 'e stelle e 'a luna chiena...

E io canto: Qui fu Napoli!...
Nisciuno è meglio 'e me...
Dimane penzo ê diebbete
stasera só' nu rre!

Sentarraje 'ncopp'a la rena
voce a stesa 'e marenare:
"Tira, ohé...ch''a rezza vène..."
"forza ohé...ch'aónna 'o mare..."
"Tira...arranca...venga a me!"

Cu chitarre e lume a giorno
na varchetta passa e va...
rossa e verde è ll'acqua, attuorno...
tu nun mange, pe' guardá...

E i' te vaso 'sta vucchella
cu cchiù sfizio e passione...
'sta vucchella sciuliarella
'nfosa 'e vino e de mellone...

E io canto: Qui fu Napoli!...
Nisciuno è meglio 'e me...
Dimane penzo ê diebbete
stasera só' nu rre!

Vintun'ore...ccá vicino,
nu rilorgio, ll'ora sona...
Forse è 'ammore, forse è 'o vino...
'sta faccella s'abbandona:
tu t'adduorme 'mbracci'a me...

Pe' cuperta tiene 'e stelle,
pe' cuscino chistu core...
Nonna - nonna a st'uocchie belle
só' sti vvoce 'e piscatore...

Dint''o suonno, smaniosa,
mo mme vuó'...mo mme ne cacce...
Po' te scite e, vrucculosa,
t'annascunne 'int'a sti bbracce...

E io canto: Qui fu Napoli!...
Nisciuno è meglio 'e me...
Dimane penzo ê diebbete
stasera só' nu rre!



Στίχοι: E. Murolo.
Μουσική: E. Tagliaferri.

ΚΟΝΣΤΑΝΤΥ ΙΛΝΤΕΦΟΝΣ ΓΚΑΟΥΣΥΝΣΚΙ!





KONSTANTY ILDEFONS GAŁCZYŃSKI


DZIWNI LETNICY

Już tamci się rozjechali,
a czemu oni zostali
i tak się ciągle trzymają za ręce?

Jeszcze oboje tacy młodzi,
ale ona smutna i on smutny chodzi,
jakby tu mieli nie wrócic więcej.

Ona już sobie ust nie maluje,
on pisze listu i płacze;
wieczorem snują się koło domu,
gryzą ich jakieś rozpacze.

A przyjechali tacy szczęśliwi,
on rano łowił ryby, ona czytała
i nagle jakby ktoś im życie pokrzywił,
w sercach siejąc trwogę i hałas.

Teraz zdłuż ścian pełnych miniatur
błądzą, obcy całemu światu -
o, czemu nie wracają, gdy im urlop minął!

On czasem przed nią klęknie na kolanach,
jakby chciał jej powiedzieć: "Przebacz mi, kochana",
ale milczy i łzy mu płyną.

Powiedziała wczoraj ciotka, ta wysoka,
że się pewnie przestali kochać...
spójrzcie! schodzą ku jezioru z pochyłości.

Jeśli diabeł im to zrobił na złość,
Ty im, Bożem serca znowu zazłoć,
bo jakże dzisiaj żyć bez miłości!



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Emily Scott.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

ΕΝΑΣ ΤΟΝΟΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ


LOUIS ARAGON


ΕΝΑΣ ΤΟΝΟΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ


Στη μαύρην όχθη
Το κύμα ως χάχας
Απ’ τα πιράνχας
  Εξεδιώχθη

Τσιγκολελέτα
Λαλεί τ’ αχείλι
Καλομελέτα
Απ’ τον Απρίλη

Πυρό πιράνχα
Στο κύμα –χα! χα!–
  Επάνω εκάγχα-
ζΕ μΕ φτΕνΕς μΕ ξΕνΕς ΧτΕνΕς




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Μ' ΕΝΑ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΚΛΑΔΑΚΙ


ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ


Απ' το πρωί κοιτάζω προς τ' απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ' το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ' αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά
Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ' μου το χέρι σου τί κρύο
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ' έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ' ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΛΟΚ!




Александр Александрович Блок (1880-1921)


[В кабаках, в переулках, в извивах]


В кабаках, в переулках, в извивах...
В ресторане
Девушка пела в церковном хоре...
Как тяжело ходить среди людей...
Клеопатра
Музе
На поле Куликовом
Незнакомка
Ночь, улица, фонарь, аптека...
О да, любовь вольна, как птица...
О доблестях, о подвигах, о славе...
О, я хочу безумно жить...
Предчувствую Тебя. Года проходят мимо...
Рожденные в года глухие...
Скифы
Шаги командора
Я пригвожден к трактирной стойке...



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Irina Sheik.

ΠΩΣ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΤΕ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ


JACQUES PRÉVERT


ΠΩΣ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΤΕ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ


Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί
με μιά πόρτα ανοιχτή
ζωγραφίστε μετά
κάτι όμορφο
κάτι απλό
κάτι ωραίο
κάτι χρήσιμο
για το πουλί
βάλτε έπειτα το μουσαμά απάνω σ’ ένα δέντρο
σ’ ένα κήπο
σ’ ένα πάρκο
ή σ’ ένα δάσος
κρυφτείτε πίσω από το δέντρο
χωρίς μιλιά
τελείως ακίνητοι…
Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα
μα μπορεί και να περιμένει χρόνια
πριν τ’ αποφασίσει
Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί
δε θα ‘χει καμιά σχέση
με την επιτυχία του πίνακα
Όταν φτάσει το πουλί
αν φτάσει
κρατείστε απόλυτη σιωπή
περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
κλείστε απαλά την πορτα με ένα πινέλο
μετά
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού
Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο
διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του
για το πουλί
ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου
τη σκόνη του ήλιου
το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού
και μετά περιμένετε το πολί να τραγουδήσει
Αν δεν τραγουδά το πουλί
Είναι κακό σημάδι
σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός
μ’ αν τραγουδά είναι καλό σημάδι
σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε
Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά
ένα φτερό απ’ το πουλί
και γράφετε τ’ όνομά σας σε μια γωνιά του πίνακα.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.