Κυριακή 17 Μαΐου 2009

ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΡΕΚΛΑ ΛΑΪΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Η ΚΟΡΗ


Δεν είχε τίποτ’ άλλο για ν’ αντισταθεί –δεκαοχτώ χρονώ
   κορίτσι–
μόνο δυό χέρια λιγνά, πολύ λιγνά, ένα φόρεμα μαύρο,
τη θύμηση από ’να ψωμί πολύ προσεχτικά μοιρασμένο
κι αυτό που λέγαμε «πατρίδα» κρυφά μιλημένο τις νύχτες.

Όταν την έριξαν μες στο σκοτάδι, δεν είχε φωνή να μιλήσει.
Τ’ άλλα κελλιά δεν την ακούσανε. Μονάχα το πουλί
   της Περσεφόνης
τής έφερε σ’ ένα μαντίλι λίγους σπόρους ροδιού· και τα παιδιά
τη ζωγραφίσαν στα μαθητικά τετράδιά τους, κάτω απ’ τη λάμπα,
μιά μικρή Παναγιά σε μιά καρέκλα λαϊκού καφενείου
με πολλά ψάρια και πουλιά στους ώμους και τα γόνατά της



Από την ποιητική συλλογή «Διάδρομος και σκάλα».
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 248.

Ο ΧΟΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΙΓΝΟΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑΡΑΝΤΕΛΛΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ LAMEZIA TERME ΚΑΙ Ο ΧΟΝΔΡΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΙΓΝΟ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΜΙΑ ΚΑΛΑΒΡΕΖΙΚΗ ΤΑΡΑΝΤΕΛΛΑ: DONNA TINTA

ΓΟΥΣΤΑΒΟ ΑΔΟΛΦΟ ΜΠΕΚΕΡ!




GUSTAVO ADOLFO BÉCQUER (1836-1870)


RIMA VIII


Cuando miro el azul horizonte
perderse a lo lejos,
al través de una gasa de polvo
dorado e inquieto,
me parece posible arrancarme
del mísero suelo
y flotar con la niebla dorada
en átomos leves
cual ella deshecho.

Cuando miro de noche en el fondo
oscuro del cielo
las estrellas temblar como ardientes
pupilas de fuego,
me parece posible a do brillan
subir en un vuelo
y anegarme en su luz, y con ellas
en lumbre encendido
fundirme en un beso.

En el mar de la duda en que bogo
ni aun sé lo que creo;
sin embargo estas ansias me dicen
que yo llevo algo
divino aquí dentro.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η φίλη του μπογκ κ. Linda Vojtova.

Η ΚΑΚΟΓΛΩΣΣΙΑ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ (1961)


ΠΑΡΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΩ


ΠΑΡΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΩ πως είμαι μια διάφανη παρουσία
υπό τη σκέπη κάποιου αδιαφανούς Όντος
δεν τολμώ να ζήσω την απόλυτη περιπέτεια
της ποίησης

γιατί γνωρίζω πως
παρότι έχω γεννία καρδιά, παρότι το θηρίο μέσα μου ξυπνάει
πάλι τα νύχια μου θα μαραθούν από τη φαγούρα
της κακογλωσσιάς



Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Αραμπατζής, «Περί υψηλής ραπτικής καταιγίδων και καρφιών στα φέρετρα», Μανδραγόρας, Αθήνα 2005, σελ. 9.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η NUOVA COMPAGNIA DI CANTO POPOLARE


Η NUOVA COMPAGNIA DI CANTO POPOLARE ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ RAFFAELE VIVIANI: LA RUMBA DEGLI SCUGNIZZI

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΖΑΓΟΡΑΙΟΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΖΑΓΟΡΑΙΟΣ


ΕΝΤΕ ΛΑ ΜΑΓΚΕ ΝΤΕ ΒΟΤΑΝΙΚ


Έντε λα μαγκέ ντε Βοτανίκ,
άλα πι και φικ εξηγιέται
αλελεπτίκ.

Σταρ ντε μπουζουκέν
ντε καμπαρέν,
άλα ντε δικό μας ο καρέν.

Άντε α λα φουμέντο
και μαστουριόρε
με τε γκομενέτε ο ντεκέ
και οι αγγέλω πατημέντο,
φλόκο ντ' αργιλέ.

Έστε μάγκας, έστε μπελαλίκ,
λα ντε Βοτανικό ο πιό νταήκ
κι έντρεμεν
ντρε κάργα ντε μαγκέ
γιατί φτιαξάρε
στο μινούτο ντε δουλειέν.

Άντε α λα φουμέντο
και μαστουριόρε
με τε γκομενέτε ο ντεκέ
και οι αγγέλω πατημέντο,
φλόκο ντ' αργιλέ

Άντε α λα φουμέντο
και μαστουριόρε
με τε γκομενέτε ο ντεκέ
και οι αγγέλω πατημέντο,
φλόκο ντ' αργιλέ.

ΟΛΟΝΥΚΤΙΣ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΤΣΑΣ (1911-1969)


ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ




Aντεραστής ανάμεσά μας πλάγιασεν
ο ύπνος. Πήρε τα γλυκά μάτια
και τά ’κλεισε· πήρε το στόμα,
κι' έσβυσε το μειδίαμα και το φιλί.

Tην ξανθή κόμη χτένισαν τα ήσυχα νερά
της Λήθης, που παρέσυρε τ’ αγαπημένο σώμα
σ τον κόσμο των αστέρων και των σκιών.

Φίλτρα σιγής βιάζουν τα σφαλισμένα χείλη,
φωνές υπνόβιες τ’ αυτιά, και μέσ' στες φλέβες
ακούω τη βαθειά βοή του ταξιδιού.



Aνέδυσες απ' το βυθό του ύπνου
μ' αστέρια και κοχύλια μέσ' στα χέρια,
και μέσ' στα μάτια σου, τη σκοτεινή δροσιά
    των θαλασσών.

Kαθώς τ’ ανοίγεις, θέλω πρώτος να δεχθώ
το βλέμμα των·μήπως συλλάβω, προτού σβύσει,
το νόημα του κόσμου που σ' εκράτησεν
    ολονυκτίς.



Aπό το βιβλίο: Αλέξανδρος Μάτσας, « Ποιήματα 1930-1934», Κασταλία 1934.

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

ΓΕΪΤΣ!


W.B. YEATS


FRIENDS


Now must I these three praise –
Three women that have wrought
What joy is in my days:
One because no thought,
Nor those unpassing cares,
No, not in these fifteen
Many-times-troubled years,
Could ever come between
Mind and delighted mind;
And one because her hand
Had strength that could unbind
What none can understand,
What none can have and thrive,
Youth’s dreamy load, till she
So changed me that I live
Labouring in ecstasy.
And what of her that took
All till my youth was gone
With scarce a pitying look?
How could I praise that one?
When day begins to break
I count my good and bad,
Being wakeful for her sake,
Remembering what she had,
What eagle looks still shows,
While up from my heart’s root
So great a sweetness flows
I shake from head to foot.


Το ποίημα μάς το έστειλε ο φίλτατος Σ.Η.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΠΟΠΗ ΑΣΤΕΡΙΑΔΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΠΟΠΗ ΑΣΤΕΡΙΑΔΗ


ΧΑΡΤΙΝΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ


Θα φέρει η θάλασσα πουλιά
κι άστρα χρυσά τ' αγέρι
να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά
να σου φιλούν το χέρι

Χάρτινο το φεγγαράκι
ψεύτικη ακρογιαλιά
αν με πίστευες λιγάκι
θά 'σαν όλα αληθινά

Δίχως τη δική σου αγάπη
δύσκολα περνά ο καιρός.
Δίχως τη δική σου αγάπη
είναι ο κόσμος πιο μικρός

Χάρτινο το φεγγαράκι
ψεύτικη ακρογιαλιά
αν με πίστευες λιγάκι
θά 'σαν όλα αληθινά


Στίχοι: Νίκος Γκάτσος.
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις.

ΑΣΤΟΥΡΙΑΣ!




MIGUEL ÁNGEL ASTURIAS (1898-1974)


GUATEMALA


¡Patria de las perfectas luces, tuya
la ingenua, agraria y melodiosa fiesta,
campos que cubren hoy brazos de cruces!
¡Patria de los perfectos lagos, altos
espejos que tu mano acerca al cielo
para que vea Dios tantos estragos!

Patria de los perfectos montes, cauda
de verdes curvas imantando auroras,
hoy por cárcel te dan tus horizontes!
¡Patria de los perfectos días, horas
de pájaros, de flores, de silencio
que ahora, ¡oh dolor!, son agonías!
¡Patria de los perfectos cielos, dueña
de tardes de oro y noches de luceros,
alba y poniente que hoy visten tus duelos!

¡Patria de los perfectos valles, tienden
de volcán a volcán verdes hamacas
que escuchan hoy llorar casas y calles!
¡Patria de los perfectos frutos, pulpa
de paraíso en cáscara de luces,
agridulces ahora por tus lutos!

¡Patria del armadillo y la luciérnaga
del pavoazul y el pájaro esmeralda,
por la que llora sin cesar el grillo!
¡Patria del monaguillo de los monos,
el atel colilargo, los venados,
los tapires, el pájaro amarillo
y los cenzontles reales, fuego en plumas
del colibrí ligero, juego en voces
de la protesta de tus animales!

Loros de verde que a tu oído gritan
no ser del oro verde que ambicionan
los que la libertad, Patria, te quitan.
Guacamayas que son tu plusvalía
por el plumaje de oro, cielo y sangre,
proclamándote va su gritería...

¡Patria de las perfectas aves, libre
vive el quetzal y encarcelado muere,
la vida es libertad, Patria, lo sabes!
¡Patria de los perfectos mares, tuyos
de tu profundidad y ricas costas,
más salóbregos hoy por tus pesares!

¡Patria de las perfectas mieses, antes
que tuyas, júbilo del pueblo, gente
con la que ahora en el pesar te creces!
¡Patria de los perfectos goces, hechos
de sonido, color, sabor, aroma,
que ahora para quién no son atroces!

¡Patria de las perfectas mieles, llanto
salado hoy, llanto en copa de amargura,
no la apartes de mí, no me consueles!
¡Patria de las perfectas siembras, calzan
con hambre de maíz sus pies desnudos,
los que huyen hoy, tus machos y tus hembras!



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Raica Oliveira.

ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ


WILLIAM SHAKESPEARE


ΣΟΝΝΕΤΟ XVIII


Να πω πως μοιάζεις με καλοκαιριά;
Μα σύ ’σαι πιο γλυκιά κι ευλογημένη.
Τ’ άνθια του Μάη οι ανέμοι σα θεριά
δέρνουν. Το θέρος γρήγορα πεθαίνει.

Βάνει φωτιές ο ήλιος το πρωινό
και άλλοτε η χρυσή του ειδή χλωμιάζει
-κάποτ’ η τύχη αστόλιστο, φτηνό
κάνει να δείχνει αυτό που όμορφο μοιάζει.

Μα εντός σου ο ήλιος μέρα-νύχτα καίει
κι ούτ’ ίχνος η ομορφιά σου δεν ξεφτίζει,
κι ο θάνατος δε θά ’χει να το λέει
στα σκότη του πως ζεις και πως σ’ ορίζει.

Όσον ο κόσμος βλέπει κι ανασαίνει
θα ζει το ποίημα αυτό, να σ’ ανασταίνει.


Μετάφραση: Παναγιώτης Πάκος.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ


ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΪΚΗΣ


Στα βράχια της Πειραϊκής
κοιμάται ο Στέλιος ο μπεκρής
Κοιμάται κι ονειρεύεται
πως την αυγή παντρεύεται

Παντρεύεται με την μικρή
που τον κατάντησε μπεκρή

Στα βράχια της Πειραϊκής
ξυπνάει ο Στέλιος ο μπεκρής
Ξυπνάει κι είναι μόνος του
κι είναι βαρύς ο πόνος του

Κι όπως θυμάται τη μικρή
η μοναξιά του είναι πικρή
Στα βράχια της Πειραϊκής
κλαίει ο Στέλιος ο μπεκρής
Πονάει για την μοίρα του
και για τον χαρακτήρα του

Και για την άπιστη μικρή
που τον κατάντησε μπεκρή



Στίχοι: Πυθαγόρας.
Μουσική: Νάκης Πετρίδης.

ΜΙΜΗΣΕΙΣ


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Δ. ΣΤΑΜΟΣ


ΜΙΜΟΥΜΕΝΟΣ


Περιφέρεσαι διαρκώς
έγκλειστος στην πανοπλία σου
σχεδόν εξάρτημά της

μ ι μ ο ύ μ ε ν ο ς

τον μυθικόν εκείνον Αχιλλέα
που αφάνιζε κάθε φορά
τις άμοιρες προσπάθειες των Τρώων

ενώ γνωρίζεις κατά βάθος
ότι δεν είχαι ο γιός της Θέτιδας
ούτε τη φήμη του έχεις

παρά μόνον τη φτέρνα του



Από το βιβλίο, Παναγιώτης Δ. Στάμος, «Κυοφορία σιωπής», Λωτός, Αθήνα 1991, σελ. 28.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΖΟΖΕ ΑΦΟΝΣΟ


JOSÉ AFONSO


CANÇÃO DE EMBALAR

Dorme meu menino a estrela d'alva
Já a procurei e não a vi
Se ela não vier de madrugada
Outra que eu souber será p'ra ti

Outra que eu souber na noite escura
Sobre o teu sorriso de encantar
Ouvirás cantando nas alturas
Trovas e cantigas de embalar

Trovas e cantigas muito belas
Afina a garganta meu cantor
Quando a luz se apaga nas janelas
Perde a estrela d'alva o seu fulgor

Perde a estrela d'alva pequenina
Se outra não vier para a render
Dorme qu'inda a noite é uma menina
Deixa-a vir também adormecer

Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

ΤΟ ΗΜΕΡΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


ΤΥΜΒΟΣ


Στην πλάκα αρχαία, και το σκυλί το χώμα αναρωτούσε,
λαγωνικόν ανάγλυφο σαν το φτενό φεγγάρι.
Oρτός μες στον ανάλαφρο σαν καταχνιά χιτώνα,
ο νέος εστύλωνε νεκρός τα μάτια απ' τη γαλήνη
της πλάκας στην απέραντη γαλήνη του θανάτου,
και τα ματόκλαδα ανοιχτά στον αιώνιον είχε ξύπνο.
Aποκοιμήθη το παιδί, στα πόδια του, απ' το κλάμα·
της νιοσκαμμένης η ευωδιά της γης, εσίγασέ του
το ανεβρυτό παράπονο, κ' η απέραντη ηρεμία.
Γυρτός το χώμα ερώταγε και του παιδιού ο πατέρας.
Aλλά ο νεκρός, στον αλαφριό σαν καταχνιά χιτώνα,
τα μάτια του άφηνε βαθιά στην άβυσσο, σα μάτια
που απάνω αλησμονήθηκαν στο ημερινό φεγγάρι...

Συχνά και τα ματόκλαδα, μέσα στον αιώνιο ξύπνο,
μου ανοίγονται μερόνυχτα, και μήτε συναλλάζει
το ρίπισμα που παγερά βουνίσια μύρα απλώνει,
κ' η ανάσα χλιά, σαν τη βουβή πλατιά αστραπή του Mάη,
από λιβάδια αν έρχεται ή από γιαλό απλωμένο...

Δίχως αγώνα με καλούν οι ανήφοροι τη νύχτα.
Tο δρόμο κόβω ανάμεσα σε ξαίθρες και ίσκιους, κ' είμαι
σαν το πουλί, αρμενίζοντας μεσουρανίς που φεύγει,
κι ως βούλεται ύπνο, λάμνοντας, ανάερον αναπεύει.
Aλλά ο απόγειος άνεμος, που από λαγκάδια χύνει,
χύνει από ξάστερες κορφές - και στη βαθιά ηρεμία
αχεί ως αγέρας του πελάου στων καραβιών τα ξάρτια,
ωσάν αποβροχάρικη βροντή κυλάει στα νέφη,
που στα φαράγγια αχεί διπλά, βογκάει και στα ποτάμια -
σμίγει, ως γαλήνιο πέλαγο στρωτό, το φως των άστρων,
ωσάν της λύρας τις χορδές που ως τις ρυθμίσει χέρι
ριπίζονται όλες, ένα φως, και δε χωρίζουν άλλο.
Oρτός μες στον ανάλαφρο σαν καταχνιά χιτώνα,
σαν ο νεκρός, τα μάτια μου στυλώνω απ' τη γαλήνη
της νύχτας στην απέραντη θαμπή γαλήνη του όρθρου,
και τα ματόκλαδα ανοιχτά στον αιώνιο έχω ξύπνο.
Kαι γαλαζώνει, ξώδερμη, στα χέρια απάνω η φλέβα,
σαν του νεκρού θαμπωτικιά, και στα μηλίγγια απάνω,
γλαυκή σαν τ' αυγινά βουνά, που ως φεύγεις τόσο αχνίζουν,
φέγγουν βαθιά την άβυσσο στο λογισμό του ανθρώπου...

Kι άκουσε, απάνω απ' τη στρωτή γαλήνη του πελάγου,
του γλάρου το παράπονο μακριά που ταξιδεύει
κι απ' τις ελιές εγλίστρησεν απάνω, εδιάβη δίπλα
στ' αναπαμένα τα βουνά που η θάλασσα αντιφέγγει.
K' οι γλαύκες εσυρτήκανε μες στις ελιές που ακόμα
κοιμώνται ανάλαφρο ύπνωμα, το λάδι ως ανεβαίνει
στ' ανεβρυτά τους τα κλαριά, ύπνο νοητό που ο γκιώνης
απ' την μιαν άκρη ερύθμισε του κάμπου ώσμε την άλλη...

Aνανογήθη ο άνθρωπος μες στο βαθύ τον ύπνο
το πρώτο πως ελάλησε τζιτζίκι με φεγγάρι;
Kι ως άνθρωπος την αγκαλιά που αφήκε της γυναίκας,
γιατ' ήταν δίκαι' η πείνα του και η δίψα του θανάτου,
γιατ' ήταν κάμπος άθερος που, ως σκύβουν του τ' αστάχυα
ανατριχιάζοντας βαθιά στο ρίπισμα της αύρας
που σα δρεπάνι αθώρητο πετάει απάνωθέ του,
το θεριστήν επόθησε που θε να θέριζέ του
την παπαρούνα σύρριζα με το μεστό τ' αστάχυ
- όμοια κι αυτός την αγκαλιά γυναίκεια επόθησέ τη.
Kι αλάφρωσε το γαίμα του, και δρόσισέ του η φλέβα,
και σιωπηλός, ως αιώνιος, γλυκός τον πήρε βύθος,
και χύθη μέσα του, βαθιά πολύ, της γης το πνέμα·
στα διάφωτα ματόφυλλα του γλίστραε το φεγγάρι
ωσάν απ' ανοιξιάτικα νέφια μπροστά, και τ' άστρα
σα δάκρυ' από τα μάτια του ξαλάφρωναν το νου του,
κι ως φύλακες τα γαληνά βουνά μακρά ένιωθέ τα·
δε συνορίζονταν ο νους και το κορμί του ανθρώπου·
απάνωθέ του είχε χαθεί του θεριστή κι ο ίσκιος,
κι ως με τη ράχη ανάπευε δεν έβλεπε ένα γνέφι,
αλλά είδεν άσωτους βυθούς στο αργό βλεφάρισμά του
- όμοια κ' εγώ τα μάτια μου στον αιώνιο μέσα ξύπνο
έχω ανοιγμένα διάπλατα και, ορτός, ψηλά τ' αφήνω,
φέγγω βαθιά τα μέσα μου και τα βουνά αντιφέγγω...

Mέσα μου φέγγουνε άσβηστα και τα γλαυκά σου μάτια.
Άθερος κάμπος και πλατύς ποιος σαν εμένα ευρέθη;
Mηδέ τα στάχυα μόσπειρεν ανθρώπινο ένα χέρι·
με τη σιγή τα θέρισες και με την καλοσύνη.
Kι αν κάποτε τα μάτια σου με βλέπουνε, σα μάτια
που απάνω αλησμονήθηκαν σε σιωπηλό ποτάμι,
κι ως ακλουθάν τα ρέματα, το κλάμα αργά ανεβαίνει
- τα μάτια φεύγουν από με κι ακολουθάν το ρέμα-
σκυμμένα δεν αναρωτούν για με τη γη, που πέφτει
η σκιά μου ως ανοιξιάτικου συννέφου απάνωθέ σου,
και το χαμόγελο ως βουβή πλατιά αστραπή του Mάη·
ως την καρδιά σου απ' το θαμπό τον ίσκιο του θανάτου
σου αλάφρωσα, και το αίμα σου στη φλέβα ρέει σα λάδι,
γαληνομέτωπη, κοιτάν τα μάτια σου ωσά μάτια
π' αλησμονήθηκαν ψηλά στο ημερινό φεγγάρι!



Aπό το βιβλίο: Άγγελος Σικελιανός, « Λυρικός Bίος», τ. A΄, Ίκαρος, Αθήνα 1965.