Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

ΑΓΑΠΗΤΟ ΜΟΥ ΑΡΝΙ




LOPE DE VEGA


[ΑΓΑΠΗΤΟ ΜΟΥ ΑΡΝΙ]

Αγαπητό μου αρνί, γι’ αλάτι που ήρθες
χίλιες φορές κοντά σ’ αυτό το βράχο
και μέσα στο χοντρό μου χέρι βάζεις
το στόμα και τη γαρουφάλλινή σου

γλώσσα, από ποιά τραχιά βουνά είσαι τάχα
κι η αγριάδα τους ζει μέσα στην ψυχή σου;
Ποιά τρέλα από το φωτεινό σου πνεύμα
το λογικό έχει διώξει και τη μνήμη;

Ανακάρδι βοσκήσου, θα νικήσεις
το άπληστο και σκληρό όνειρον αυτό έτσι,
κι απ’ το νερό της λήθης να μην πίνεις.

Κάμπος, βουνό και δάσος σου όλα εδώ ’ναι,
κι είσαι ο αφέντης μου εσύ, κι εγώ ο βοσκός σου,
το ποίμνιο εσύ κι εγώ το απολωλός σου.


Μετάφραση: Άρης Δικταίος.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία», έτος ΛΣΤ΄, τ. 72, τχ. 845, 15.9.1962, σελ. 1301-2.

**********************

[QUERIDO MANSO MIO]

Querido manso mío, que venistes
por sal mil veces junto aquella roca,
y en mi grosera mano vuestra boca
y vuestra lengua de clavel pusistes,

¿por qué montañas ásperas subistes
que tal selvatiquez al alma os toca?
¿Qué furia os hizo condición tan loca
que la memoria y la razón perdistes?

Paced la anacardina, porque os vuelva
de ese cruel y interesable sueño,
y no bebáis del agua del olvido.

Aquí está vuestra vega, monte y selva;
yo soy vuestro pastor, y vos mi dueño;
vos mi ganado, y yo vuestro perdido.


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΙΝΑΡΟ




ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ


ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΙΝΑΡΟ

   φτερούγισμα θαλασσινών πουλιών
   στις άφωνες σπηλιές των βράχων
            Γ. Ρίτσος

Όταν σκληραίνει η νύχτα
πάνω από το ακρωτήριο Ταίναρο
και το φως των άστρων
σκορπίζεται λέπια που τρεμοπαίζουν
στα νερά του πελάγου
ιθύνοντες των αιωνίων χρησμών
πλάι στο νεκρομαντείο του Ποσειδώνα
προτάσσουν τις ασπίδες τους
αθέατοι μα πείσμονες
στη φθορά της αρμύρας
και της λήθης την άφεση.
Αλλά και όταν έχει πανσέληνο
τότε που τα κύματα
χτενίζονται πάνω στους βράχους
ακουμπώντας πολλές φορές
τις ψυχές που ταξιδεύουν
προς την πύλη του Άδη
αυτοί οι ίδιοι ιθύνοντες
σιγοτραγουδούν ή παίζουν μαντολίνο
μαζί με σειρήνες και κόρες γοργόνες
για να γλυκάνουν τους καημούς
ξεχασμένων ναυαγών.
Πιο πάνω εν μέσω γκρεμών
αγαλμάτων σμιλεμένων στην πολυκαιρία
βουνά με ξεράγκαθα
και νάνους λουλούδια πλάι τους
μαρτυρούν χαμογελώντας
πως η νηφαλιότητα
της αιώνιας παράστασης
ουδέποτε έλλειψε σ’ αυτό το τόπο
που καταλήγει ο κόσμος
παρουσία του γλάρου της κουκουβάγιας και του αστερία.
Δίπλα στα χαλάσματα
μια αράχνη μια ασώματη ταραντούλα
κι ένα σακατεμένο σκυλί
που γαυγίζει διαρκώς
ενημερώνουν τα ψηφιδωτά
τις ρωμαϊκές στέρνες
και τους αποστάτες άγγελους
για το επικείμενο ναυάγιο
των τελευταίων πειρατών
εδώ σ’ αυτόν τον τόπο
όπου πράγματι λήγει ο κόσμος.
Στο ακρωτήριο Ταίναρο.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ




ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά και πως η γλώσσα που μιλώ δεν
έχει αλφάβητο

Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την
αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας

Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές
φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς για να την
αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο

Σ’ ένα πλήθος Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές

Όμως ας φανταστούμε σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι που μπορεί να
’ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που
χάνει

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους και να
δώσει μιαν αλήθεια

Οπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι τους ένα μικρό

Δώρο ασημένιο ποίημα.


Από την ποιητική συλλογή: «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά» (1971). Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, «Ποίηση», Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2002, σελ. 231-232.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΣΤΟΛΙΣΤΗ





PABLO NERUDA


ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΣΤΟΛΙΣΤΗ

Κορίτσι αγνό ξαπλώθηκε μαζί μου:
σαν νά ’μουν στο γιαλό λευκής θαλάσσης,
σαν νά ’μουν στην ψυχή ευλαμπούς αστέρος
    αργών συμπάντων.

Απ’ το βαρύ, το πράσινό της βλέμμα
το φως ξερό νερό να πέφτει σάμπως,
σε διάφεγγους βαθιούς ενάστρους κύκλους
    νωπής ισχύος.

Το στήθος της σα δίφλογος πυρσώνας
ορθό να καίει σε μέρη δυό στημένο,
διπλό τα πόδια της ποτάμι νά ’ναι
    φωτιάς και θάμβους.

Χρυσά σαν κλίμα μόλις μεστωμένο
τα μάκρη του κορμιού της τα ημερήσια
γιομάτα φρούτα ξέχειλα ώς απάνω
    και πυρ μυστήριο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.