Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012
Η ΑΜΑΞΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ
Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ
Η ΑΜΑΞΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ
Η άμαξα μες στη βροχή
τράβα, αμαξά, μη μου βραχεί
το κορίτσι που ’ναι μέσα,
όμορφο σαν πριγκηπέσα,
μη μου βραχεί.
Τράβα αμαξά μου να χαρείς
όσο πιο γρήγορα μπορείς,
η βροχή όλο δυναμώνει,
το κορίτσι μου κρυώνει,
μη μου βραχεί.
(Μην τυχόν και μου βραχεί).
Έβγα στην άσφαλτο αμαξά
και στρίψε πάλι αριστερά,
να μας φέρεις στο τσαρδί μας,
στη φωλίτσα την κρυφή μας
(Τράβηξε βρε αμαξά).
Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης.
Μουσική: Απόστολος Χατζηχρήστος.
Κυριακή 18 Μαρτίου 2012
ΑΚΙΝΗΤΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΕΝΤΟΣ...

OCTAVIO PAZ
[ΑΚΙΝΗΤΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΕΝΤΟΣ...]
Ακίνητη στο φως εντός, αν και χορεύει ως στέκει
η κίνησή σου προς την ηρεμία, που πηγαίνει
στην κορυφή του ιλίγγου, δίχως καν να ξαποσταίνει,
όχι όσο πέτεται, μα μόλις μιά στιγμή παρέκει.
Φως που δεν στάζει, που ’ν’ διαμάντι πια, κι εγίνη στέκι
στης μεσημβρίας την τροχιά που τρέχει διχασμένη,
σαν ήλιος που ούτε λυώνει ούτε παγώνει, μα όλο μένει,
στη φλόγα ανάμεσα όντας και στις στάχτες, σα λελέκι.
Πηδάς, και το άλμα σου είναι δευτερόλεπτο που πιάνω,
πλην ούτε σπεύδει μήτε κομματιάζεται στον χρόνο·
εγκάθειρκτος περίφροντις στην κίνησή του πάνω
το σώμα σου, και θραύεται λυγώντας από μόνο
του· κι όπως πέφτεις και σκορπιέται το λευκό του χρώμα,
γυρνάς παντού να γίνεις ζοφερό νερό και χώμα.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Ετικέτες
ισπανοφωνη ποιηση,
ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ,
ΣΟΝΕΤΤΟ,
PAZ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΛΟΥΤΣΙΟ ΝΤΑΛΛΑ
Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο LUCIO DALLA
UN UOMO COME ME
Un uomo come me
se ha sete beve vino
se ha fame chiede il pane al suo vicino
Un uomo come me
quando regala un fiore
non è un fiore comprato ma è colto sotto al sole
Un uomo come me
la casa dove è nato
l'abita senza luna quando dorme sul prato
Un uomo come me
sorride e parla poco
perchè legge nei tuoi occhi e poi capisce il gioco
Un uomo come me
ha un buco dentro il cuore
lo senti gridare ma non credi all'amore
A un uomo come me
quando ti dice addio
tu dici arrivederci e pensi ancora a Dio
Un uomo come me
aspetta il tuo ritorno
liberando nel vento una rondine al giorno
Un uomo come me
si allontana di sera
credeva fosse inverno e muore a primavera
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
DALLA (LUCIO)
Σάββατο 17 Μαρτίου 2012
ΠΟΛΥΣΕΛΙΔΟ ΔΑΣΟΣ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
ΠΟΛΥΣΕΛΙΔΟ ΔΑΣΟΣ
Χάθηκα στη μονάζουσα ρεματιά όπου τρύπωσε
μόλις ακουόμενο ανάμεσα
σε λογιώ-λογιώ χορταράκια
τ’ ανάλαφρου νερού το ψιθυριστό δείλιασμα.
Βρομοθήλυκο εσύ Αντιφατικότητα
συγκρούεσαι διαρκώς με το θάμβος μου καθώς αναίμαχτος
ακούω σωρηδόν αγαλλόμενα τ’ αηδόνια
καθώς ανελλιπώς εκκλησιάζομαι στην απεραντοσύνη.
Αχ νά ’βλεπα λιγάκι τη θωριά σου αγερομάτα μου
σε εικονίζω πάλι να εκκολάπτεσαι στην ιώδη σου θλίψη
εσύ σχεδόν ασώματη σε μακρουλές βάναυσες ώρες
και μένα οι καμπύλες σου στην ερημιά μ’ αποτεφρώνουν.
Εκείθε στην καρδιά του δάσους μάγισσες
κυματιστές με τέτοια μαλλιαρά χρώματα
στην όψη τους ολοφύρεται πικρά σαν άγραφη ένσταση
η διοχέτευση στην Απουσία.
Από τη συλλογή: «Φαρέτριον», 1981.
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα, Β΄, (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνα 1994, σελ. 233.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΚΑΡΟΥΖΟΣ (ΝΙΚΟΣ)
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΕΡΣΕΔΕΣ ΣΙΜΟΝΕ
Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MERCEDES SIMONE
OTRA NOCHE
Otra noche que estoy solo,
llorando mi mala estrella.
Otra noche de amargura,
otra noche de tortura.
¡Otra noche más sin ella!
¿Cuándo acaba esta congoja?,
me pregunta el corazón.
Y yo lo estoy engañando
porque sé que está esperando
inútilmente su amor.
No niego
que más que antes la quiero.
Que por verla y por hablarla
de ansiedad me desespero.
La noche
que siempre fue tan amiga
porque ya no estoy con ella
hoy se ha vuelto mi enemiga.
Luz de luna, luz de estrellas,
que alumbraban mi soñar.
Hoy hay sombras y más sombras
en mi triste soledad.
Otra noche que estoy solo
llorando mi mala estrella.
Otra noche que me pierdo
en la fiebre del recuerdo.
¡Otra noche más sin ella!
¿Cuándo acaba esta congoja?,
me pregunta el corazón...
Y yo lo estoy engañando
porque sé que está esperando
inútilmente su amor.
Στίχοι και μουσική: Rodolfo Sciammarella.
Ετικέτες
ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΤΑΝΓΚΟ,
SIMONE (MERCEDES)
Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012
Ο ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΟΥΑΗ
Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ ΠΕΡΠΙΝΙΑΔΗΣ
Ο ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΟΥΑΗ
Το καλοκαίρι τώρα,
σε κάποια φίνα χώρα,
θα πάμε να γυρίσουμε μαζί,
μακριά σε ξένα μέρη
κι ο κόσμος μη σε μέλλει,
ποτέ να μη σου καίγεται καρφί,
μακριά σε ξένα μέρη
κι ο κόσμος μη σε μέλλει,
ποτέ να μη σου καίγεται καρφί,
το καλοκαίρι τώρα,
σε κάποια φίνα χώρα,
θα πάμε να γυρίσουμε μαζί.
Μες στην Παραγουάη,
σε φίνο ακρογιάλι,
θα στήσουμε τσαντίρι ζηλευτό,
θα πίνουμε σαμπάνια,
πριν πάμε για τα μπάνια,
με μπουζουκάκι έξυπνο τρελό,
θα πίνουμε σαμπάνια,
πριν πάμε για τα μπάνια,
με μπουζουκάκι έξυπνο τρελό,
μες στην Παραγουάη,
σε φίνο ακρογιάλι,
θα στήσουμε τσαντίρι ζηλευτό.
Θα πίνουμε σαμπάνια,
πριν πάμε για τα μπάνια,
με μπουζουκάκι έξυπνο τρελό.
Στίχοι & Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης.
Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012
ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ!



OCTAVIO PAZ
ΥΜΝΟΣ ΕΝ ΜΕΣΩ ΕΡΕΙΠΙΩΝ
όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…
Γόνγορα
Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,
πίδακας θερμός στο κέντρο κάποιου
αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!
Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε
τη στιγμιαία αλήθεια.
Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,
γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:
η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·
μια χούφτα γίδια είν’ ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται
καταπάνω στη θάλασσα.
Θεός το παν!
Άγαλμα σπασμένο,
κίονες φαγωμένοι από το φως
ερείπια ζώντα σ’ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!
Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.
ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,
κιθάρες παίζουνε βραχνές.
Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,
απ’ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,
την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,
τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;
Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,
αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,
πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.
Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.
Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:
φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,
σύκα καλυπτοφόρα,
σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,
αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,
αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.
Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,
μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη
με το φως ντυμένη.
Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα
αναδύονται τ’ άσπρα πανιά απ’ όλες τις βαρκούλες.
Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.
Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.
Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,
πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,
χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.
Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.
Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις
χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.
(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που
το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,
το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.
Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)
Να βλέπεις, ν’ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθ’ ημέραν βίου.
Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.
Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.
Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,
απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα
απλώνω τις αισθήσεις μου,
και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,
ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,
ω της αιωνιότητας ποτήρι!
Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και
ξαναρχίζουν,
μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν
εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,
ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.
Να σταματήσουν άραγε όλ’ αυτά σε τούτο ’δώ το τσαλαβούτημα
σε στάσιμα νερά;
Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό
πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,
από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!
Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,
τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,
και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό
και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:
Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.
Νάπολη, 1948
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
***************************
HIMNO ENTRE RUINAS
donde espumoso el mar siciliano...
Góngora
Coronado de sí el día extiende sus plumas.
¡Alto grito amarillo,
caliente surtidor en el centro de un cielo
imparcial y benéfico!
Las apariencias son hermosas en esta verdad momentánea.
El mar trepa la costa,
se afianza entre las peñas, araña deslumbrante;
la herida cárdena del monte resplandece;
un puñado de cabras en un rebaño de piedras;
el sol pone su huevo de oro y se derrama sobre el mar.
Todo es dios.
¡Estatua rota,
columnas comidas por la luz
ruinas vivas en un mundo de muertos en vida!
Cae la noche sobre Teotihuacan.
En lo alto de la pirámide los muchachos fuman marihuana,
suenan guitarras roncas.
¿Qué yerba, qué agua de vida ha de darnos la vida,
dónde desenterrar la palabra,
la proporción que rige al himno y al discurso,
el baile, a la ciudad y a la balanza?
El canto mexicano estalla en un carajo,
estrella de colores que se apaga,
piedra que nos cierra las puertas del contacto.
Sabe la tierra a tierra envejecida.
Los ojos ven, las manos tocan.
Bastan aquí unas cuantas cosas:
tuna, espinoso planeta coral,
higos encapuchados,
uvas con gusto a resurrección,
almejas, virginidades ariscas,
sal, queso, vino, pan solar.
Desde lo alto de su morena una isleña me mira,
esbelta catedral vestida de luz.
Torres de sal, contra los pinos verdes de la orilla
surgen las velas blancas de las barcas.
La luz crea templos en el mar.
Nueva York, Londres, Moscú.
La sombra cubre al llano con su yedra fantasma,
con su vacilante vegetación de escalofrío,
su vello ralo, su tropel de ratas.
A trechos tirita un sol anémico.
Acodado en montes que ayer fueron ciudades, Polifemo bosteza.
Abajo, entre los hoyos, se arrastra un rebaño de hombres.
(Bípedos domésticos, su carne
-a pesar de recientes interdicciones religiosas-
es muy gustada por las clases ricas.
Hasta hace poco el vulgo los consideraba animales impuros.)
Ver, tocar formas hermosas, diarias.
Zumba la luz, dardos y alas.
Huele a sangre la mancha de vino en el mantel.
Como el coral sus ramas en el agua
extiendo mis sentidos en la hora viva:
el instante se cumple en una concordancia amarilla,
¡oh mediodía, espiga henchida de minutos,
copa de eternidad!
Mis pensamientos se bifurcan, serpean, se enredan
recomienzan,
y al fin se inmovilizan, ríos que no desembocan,
delta de sangre bajo un sol sin crepúsculo.
¿Y todo ha de parar en este chapoteo de aguas muertas?
¡Día, redondo día,
luminosa naranja de veinticuatro gajos,
todos atravesados por una misma y amarilla dulzura!
La inteligencia al fin encarna,
se reconcilian las dos mitades enemigas
y la conciencia-espejo se licúa,
vuelve a ser fuente, manantial de fábulas:
Hombre, árbol de imágenes,
palabras que son flores que son frutos que son actos.
Nápoles, 1948
Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Elisha Cuthbert κι εμείς μεταφράσαμε το ποίημα.
Ετικέτες
ισπανοφωνη ποιηση,
PAZ
Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΙΟ ΜΑΛΙΟΝΕ
Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο MARIO MAGLIONE: ARIA ’E MARE
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΚΑΝΤΣΟΝΕΤΤΑ,
MAGLIONE (MARIO)
Τρίτη 13 Μαρτίου 2012
ΓΙΟΣΕΦ ΚΑΪΝΑΡ!

JOSEF KAINAR (1917-1971)
BLUES O JEJICH SLZÁCH
Proč slzy kanou Proč jen netečou
To se tak píše
Buď už chvilku tiše
Co ti to dal kdo ke čtení
No kecy
(Ale ja vím Když pláče
Schoulená
A v žalu má až k bradě kolena
Ty její slzy
Umějí jen téci)
Ετικέτες
ΤΣΕΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
KAINAR (JOSEF)
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΝΤΑΝΙΕΛΑ ΜΟΡΑ
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η DANIELA MORA
TAMMURRIATA NERA
Io nun capisco, ê vvote, che succede...
e chello ca se vede,
nun se crede! nun se crede!
E' nato nu criaturo niro, niro...
e 'a mamma 'o chiamma Giro,
sissignore, 'o chiamma Giro...
Séh! gira e vota, séh...
Séh! vota e gira, séh...
Ca tu 'o chiamme Ciccio o 'Ntuono,
ca tu 'o chiamme Peppe o Giro,
chillo, o fatto, è niro, niro,
niro, niro comm'a che!...
'O contano 'e ccummare chist'affare:
"Sti fatte nun só' rare,
se ne contano a migliara!
A 'e vvote basta sulo na guardata,
e 'a femmena è restata,
sott''a botta, 'mpressiunata..."
Séh! na guardata, séh...
Séh! na 'mpressione, séh...
Va' truvanno mo chi è stato
ch'ha cugliuto buono 'o tiro:
chillo, 'o fatto, è niro, niro,
niro, niro comm'a che!...
Ha ditto 'o parulano: "Embè parlammo,
pecché, si raggiunammo,
chistu fatto nce 'o spiegammo!
Addó' pastíne 'o ggrano, 'o ggrano cresce...
riesce o nun riesce,
sempe è grano chello ch'esce!"
Mé', dillo a mamma, mé'...
Mé', dillo pure a me...
Ca tu 'o chiamme Ciccio o 'Ntuono,
ca tu 'o chiamme Peppe o Giro,
chillo...'o ninno, è niro, niro,
niro, niro comm'a che!...
Στίχοι: Edoardo Nicolardi.
Μουσική: E.A.Mario.
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΚΑΝΤΣΟΝΕΤΤΑ,
MORA (DANIELA)
Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012
ΜΟΝΑΧΑ ΑΝΤΙΟ

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
ΜΟΝΑΧΑ ΑΝΤΙΟ
Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος»,
γιατί εγώ δε βλέπω κανένα χάος.
Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους,
όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ’ άστρα και γελούν
μακριά οι χαρούμενες επιγραφές τής ευτυχίας...
Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο»,
γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν,
γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει,
μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας,
που θρυμματίζει καρδιές,
ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις,
ξεριζώνει τα δέντρα,
κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά,
ισοπεδώνει τις κραυγές τής άνοιξης, τους ουρανούς,
τα όνειρα και τ’ αρώματα,
είναι τα δαγκωμένα χέρια μου,
το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια τής κακίας,
είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου
– κι οι αποδημητικές επιθυμίες τού σώματός σου...
Ποιός σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;
Γι' αυτό, μη λες: «αντίο, μας χωρίζει μιά άβυσσος».
Κοίταξε τί απλός, τί καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος
με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».
Από την ποιητική συλλογή: «Ορθοστασία» (1957)
Από το βιβλίο: Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία (ποιήματα 1949-1976)», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1983, σελ. 79.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (ΒΥΡΩΝ)
ΧΟΥΑΝ ΧΕΛΜΑΝ!

JUAN GELMAN
EN LA CARPETA
Tomé mi amor que asombraba a los astros
y le dije: señor amor,
usted crece de tarde, noche y día,
de costado, hacia abajo, entre las cejas,
sus ruidos no me dejan dormir perdí todo apetito
y ella ni nos saluda, es inútil, inútil.
De modo que tomé a mi amor,
le corté un brazo, un pie, sus adminículos,
hice un mazo de naipes
y ante la palidez de los planetas
me lo jugué una noche lentamente
mientras mi corazón silbaba, el distraído.
Ετικέτες
ισπανοφωνη ποιηση,
ΤΑΝΓΚΟ
Κυριακή 11 Μαρτίου 2012
Ο ΣΤΑΥΡΑΕΤΟΣ

ΠΑΝΑΓΟΣ ΠΕΠΠΑΣ
Ο ΣΤΑΥΡΑΕΤΟΣ
Κάποτε οι βροντές άνοιγαν δρόμους,
οι αστραπές στήνανε κάστρα
κι η μελωδία έστελνε τη λεβεντιά στα δάση.
Τα πεύκα ήταν περισσότερα μα τραγουδήθηκε
ο παπα-πλάτανος και προπαντός ο σταυραετός,
που θα ζει για πάντα στις καρδιές μας,
στο άχτι του φτωχού,
στον καταπέλτη της λαχτάρας,
θα ζει στον κολοφώνα της μεσημβρίας,
στον χυτό αντίποδα της δόξας,
στα λαμπερά φασκιώματα του αιθέρα
κι αλύτρωτο μπουρίνι λέξεων
μες στην ψηφιακή τους φιάλη
απ' τη βαλβίδα του μεσονυκτίου
θα χύνεται στο σύμπαν.
16/10/07-10/3/12
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΕΠΠΑΣ (ΠΑΝΑΓΟΣ)
ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΜΕ ΤΣΑΡΚΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ
ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΜΕ ΤΣΑΡΚΑ
Έλα να πάμε τσάρκα μια βραδιά,
η βάρκα μάς προσμένει στην ακροθαλασσιά
και ο βοριάς φυσάει, τι όμορφη βραδιά!
Έγια μόλα - ε γιαλό, γιαλό - γιαλό.
Με τα κουπιά μας και μ' αγκαλιές
στο Φάληρο θα πάμε πέρα στις Τζιτζιφιές,
ν' ακούσουμε μπουζούκια και όμορφες πενιές.
Έγια μόλα - ε γιαλό, γιαλό - γιαλό.
Σία το φόβο και τα πανιά
για το Πασαλιμάνι αγάπη μου γλυκιά,
για το Πασαλιμάνι και για τη γειτονιά.
Έγια μόλα - ε γιαλό, γιαλό - γιαλό.
Στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Απόστολος Χατζηχρήστος.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ,
ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΤΟΥΛΛΙΟ ΠΑΝΕ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο TULLIO PANE
CHELLA D''E RROSE
Ma che sfurtuna!
Chella d''e rrose...
Chella d''e rrose...
I' nun 'a veco cchiù!
E mme passano pe' 'nnante
tutt''e ccumpagne soje, a una a una...
Ma che sfurtuna!
Chella d''e rrose...
Chella d''e rrose...
I' nun 'a veco cchiù!
Chella ca mme cercava sempe 'e rrose,
chiena 'e frischezza e tutta simpatia...
nun sta passanno cchiù pe' chesta via...
chisà che ll'hanno ditto contr''e me!
E mme passano pe' 'nnante
tutt''e ccumpagne soje, a una a una...
Ma che sfurtuna!
Chella d''e rrose...
Chella d''e rrose...
I' nun 'a veco cchiù!
I' saccio 'o nomme ma nun saccio 'a casa,
a chi ce 'o vvaco a dí ch''a voglio bene?!
Mo ch''a vurría vedé, mo nun ce vène;
nisciuno cchiù è sincero attuorno a me!
E mme passano pe' 'nnante
tutt''e ccumpagne soje, a una a una...
Ma che sfurtuna!
Chella d''e rrose...
Chella d''e rrose...
I' nun 'a veco cchiù!
E mo, d''e rrose, mm'ha restato 'e spine,
e mm'ha lassato senza nu saluto...
Pe' n'ato ammore, forse, mm'ha traduto...
Ma chi sarrá chist'ato, 'aggi''a sapé!
E mme passano pe' 'nnante
tutte ll'amice mieje, a uno a uno...
Ma surtant'uno,
'o cchiù sincero,
'o cchiù sincero...
I' nun 'o veco cchiù!
'O cchiù sincero...
I' nun 'o veco cchiù!...
Στίχοι: Beniamino Canetti.
Μουσική: Rodolfo Falvo.
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΚΑΝΤΣΟΝΕΤΤΑ,
PANE (TULLIO)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)