Σάββατο, 6 Μαρτίου 2021

Ο ΠΟΘΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ ΕΙΝΑΙ

 


DAVID ELOY RODRÍGUEZ

 

Ο ΠΟΘΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ ΕΙΝΑΙ

 

Στον έρωτα μπαίνεις

με τη φασαρία των παιδιών

που παίζουν σε πισίνα.

 

Από τον έρωτα βγαίνεις

με τη σιωπή δυό γέρων

που κοιτούν στην παραλία

κάποιου πνιγμένου την αργή ασφυξία.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΧΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

 


PAUL ELUARD

 

ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΧΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

 

Ι

Των τοίχων τα κύματα και ο απών αέρας των παιδιών

Ο γκρίζος γύψος των νεκρών σπιτιών

Η νεκρή πέτρα γύρω από πόρτες άχρηστες

Παιδιά κατσιασμένα και οι τοίχοι να τους πηγαίνουν γάντι

Όπως στη λάμψη του νερού η λάσπη της άνοιξης

Όπως στο παρθένο κάλλος μια βλακώδης γκριμάτσα

 

Και η επιθυμία να ξεράσεις κυλιέται και ονειρεύεται στη χλόη.

 

ΙΙ

Δύο σκιές στο κακόφημο μονόφθαλμο χώμα

Η κακιά κουβέντα

Και η νύχτα η κακιά

 

Και η καμπάνα η σάρκινη κάτω από τα φευγαλέα εσώρουχα

Και η τρομάρα καθισμένη σταυροπόδι

 

Δύο σκιές στο κρύο χώμα

Εκεί όπου τα σκουλήκια ζεσταίνονται

Καλύτερα απ’ το στάρι

 

Στο παγωμένο χώμα όπου κατεβαίνει η ομιλία

Εκεί όπου η γυναίκα είναι του άντρα το τέλος

 

Δύο σκιές μόνο μια νύχτα

Οριστική οι παλιάνθρωποι

Είχαν δίκιο που το σκέφτονταν

 

Τζάμια βρόμικα φωτιά περιορισμένη

Τζάμια σπασμένα φωτιά σκόρπια

Αθλιότητα γυμνωμένη από κάθε ελπίδα.

 

ΙΙΙ

Τίποτα πιο κακόμοιρο από ’να παιδί

Τίποτα πιο κακόμοιρο από τη μάνα του

Τίποτα πιο κακόμοιρο από ’ναν στρατιώτη

Από ’να σκυλί από ’ναν υπάλληλο τραπέζης

 

Ω σύγχυση το κακόφημο μονόφθαλμο χώμα

Ένα μάτι βγαλμένο να μη βλέπει τίποτα

Ένα μάτι στα ουράνια να ξεχνάει

Ο χειμώνας σκοτώνει στην τύχη παντού σαν σπαγκοραμμένος

 

Η καρδιά του σβήνει είναι πλέον πολύ αργά

Να δοξάσει την περασμένη του ζωή

Και τη γέννησή του στα υπόγεια

Τη χρυσή εποχή του με ράκη και ρυτίδες

Με μέριμνες παράσημες με το δικό του βάρος

 

ΙV

Μα ξαφνικά μιλώντας αισθάνομαι κατακτητής

Όλο και πιο φωτεινός και πιο ζωηρός και πιο περήφανος και πιο καλός

Και όλο πιο κοντά στον ήλιο και πιο βέβαιος πως θα διαρκέσω στο μέλλον

Ένα παιδί γεννιέται μέσα μου που δεν είναι του νυν

Ένα παιδί που είναι του αεί από ένα φιλί μοναδικό

Πιο αμέριμνο και από την πρώτη πεταλούδα

Την αυγή η άνοιξη τού δίνει μια στιγμή

Και ο θάνατος νικιέται για πάντα ένα παιδί από τα ερείπια μέσα βγαίνει

 

Πίσω του τα ερείπια και η νύχτα σβήνουνε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 






Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΑΝΑΒΑΣΗΣ

 


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΗΔΩΝΗΣ

 

Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΑΝΑΒΑΣΗΣ

 

            Στον Ιωάννη Σπιτέρη

 

            Θεέ μου, ετοιμάζεις

            κόσμο απατηλό, ατρικύμιστο για το χαμό μου.

            Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

 

Είχες συμφιλιωθεί φαίνεται με την επώδυνη ιδέα της ανάβασης

στο σκαλί της όγδοης δεκαετίας, συνομιλώντας στις εσχατιές του κόσμου,

άλλοτε με φιλοσόφους κι άλλοτε με πλάνητες ποιητές, απάτριδες στο σύνολό τους.

Ψύχραιμος προετοίμασες, μία ημέρα του Φεβρουαρίου, θαρρώ πως ήτανε,

μ’ έντονη ψύχρα, να εγκαταλείψεις προσφιλείς σου συνήθειες τόσων χρόνων.

Άξαφνα, με μια απότομη κίνηση σκούπισες το μουσκεμένο πρόσωπό σου.

Καθώς εξέταζες μ’ επιμέλεια τις γραπτές σημειώσεις των θεολογικών

σου στοχασμών, με θέα το επιβλητικό καμπαναριό της Ανουντσιάτας,

αναζητήσεις πέρα από το επέκεινα, θύμησες σε κατέκλυσαν,

σαν τις διαλεκτικές μάχες σου στ’ αμφιθέατρα των πανεπιστημίων,

βράδυ με ισχυρή βροχή να θολώνει τα τζάμια της κάμαράς σου.

Κι η αντίστροφη μέτρηση των ωρών, μία διαρκή απειλή,

υπενθύμιση, δίχως την πολυτέλεια των όποιων ελιγμών κι αναβολών

ή της αθωότητας του σπουργιτιού που ακουμπούσε το ράμφος του

επάνω στις υγρές παλάμες του Αγίου Φραγκίσκου, του φτωχούλη του θεού,

ότι είχε αρχίσει να στενεύει επικινδύνως ο χρόνος.

Παραδίδοντας την ποιμαντική σου ράβδο, Κυριακή Φεβρουαρίου,

στο Duomo, οι στέγες και τα υπέρθυρα των σπιτιών ήταν σκεπασμένα με ομίχλη.

Κι αυτό το τέλος, ορατό πια στον ορίζοντα, αντανάκλαση κατόπτρου,

ίσως όπως δεν το ανέμενες, σού ανταπέδωσε εις διπλούν μία γαλήνη

και μία ανακούφιση, πολύτιμα εφόδια στα χρόνια που θε να σ’ ακολουθούσαν.

Κάτω από τις βαθειές σκιές του Πρεβέρ, του Αραγκόν, του Ουνγκαρέττι

και του Μοντιλιάνι, καταφύγια σιωπής, απαλύνουν τον πόνο και τις θλίψεις σου,

τις στιγμές που ορθωνόταν μια απέραντη μοναξιά, ανεξήγητη στις αναγνώσεις της.

Κι απ’ τα στενά της Ρώμης και της Κέρκυρας ηχούσαν ακατάληπτα κι εν αρμονία

οι δικές σου προσευχές προς τον ουράνιο άνακτα.

Προς το παρόν δεν σ’ απασχολούσε να διαπραγματευθείς την παράδοση

των κλειδιών του Αγίου Πέτρου ή των συζητήσεων περί του ζην και του θανείν.

 

            Κέρκυρα, 21 Φεβρουαρίου 2021