Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021

ΨΑΛΜΟΣ 21 (22)

 


ΑΠΟ ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ

 

ΨΑΛΜΟΣ  21 (22)

Ὁ Θεὸς ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι

 

1.             Θεέ μου, Θεέ μου, πρόσεξέ με· πές μου γιατί μὲ ἐγκατέλειψεις;

2.             Ἀπὸ τὴ σωτηρία μου μακριὰ οἱ λόγοι τῶν παραπτωμάτων μου εἶναι.

3.             Σὲ κράζω, Θεέ μου, καὶ θὰ σὲ κράζω ὅλη μέρα, καὶ ἐσὺ δὲν μὲ ἀκοῦς· σὲ κράζω καὶ θὰ σὲ κράζω ὅλη νύχτα, καὶ κανεὶς ποὺ θὰ μ᾽ ἀκούσει δὲν θὰ μὲ πεῖ ἀνόητο.

4.             Ἐσὺ στὸν ἅγιο κατοικεῖς ναό σου, καὶ σ᾽ ἐπαινεῖ καὶ σὲ δοξάζει τοῦ Ἰσραὴλ ὁ οἶκος.

5.             Σ᾽ ἐσένα τὶς ἐλπίδες τους οἱ πατέρες μας ἐστήριξαν, καὶ ἐσύ, ἀφοῦ σ᾽ ἐσένα ἐλπίζανε, ἀπὸ δεινὰ τοὺς ἐγλίτωσες πλῆθος·

6.             ἐσένα ἔκραξαν καὶ σώθηκαν, σ᾽ ἐσένα ἐλπίζοντας ποτὲ δὲν ντροπιάστηκαν.

7.             Σκουλήκι εἶμαι ἐγώ, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος· ὄνειδος καὶ μπαίγνιο εἶμαι τῶν ἀνθρώπων, καὶ τοῦ λαοῦ ἐξουθένωμα.

8.             Μὲ περιγελοῦν ὅλοι ὅσοι μὲ βλέπουν, μὲ λοιδοροῦν τὰ χείϲλη τους — κουνᾶνε τὰ κεφάλια τους·

9.             εἶχε τὶς ἐλπίδες του στὸν Κύριο —λένε— γι᾽ αὐτὸ ἂς τὸν γλιτώσει ὁ Κὐριος· καὶ ἂς τόνε σώσει, ἀφοῦ πὼς τὸν ἀγαπάει λέει.

10.         Ἐγὼ λέω τοῦτο: ἐσὺ εἶσαι αὐτὸς ποὺ μ᾽ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μου καὶ ἐσὺ εἶσαι ἡ ἐλπίδα μου ἀπὸ τότε ποὺ ἐθήλαζα τῆς μάνας μου τὸ γάλα·

11.         ἔμβρυο ἐγὼ ἀκόμα στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μου σ᾽ ἐσένα μὲ πίστη ἐρίχτηκα, γιατὶ ἐσὺ εἶσαι ὁ Θεός ὁ δικός μου.

12.         Μὴ φύγεις ἀπὸ δίπλα μου, διότι, ἐνῶ μὲ τριγυρίζει ἡ θλίψη, θὰ βρεθῶ χωρὶς νὰ σ᾽ ἔχω ἐγὼ βοηθό μου.

13.         Μ᾽ ἔχουνε περικυκλώσει σὰν τ᾽ ἄγρια βόδια οἱ ἐχθροί μου, καὶ εἶναι πλῆθος, καὶ μ᾽ ἔχουν στρυμώξει ταῦροι μαινόμενοι.

14.         Σὰν λιοντάρια λιμασμένα καὶ ὠρυόμενα τὰ στόματά τους ἔχουνε ἀνοίξει γιὰ νὰ μὲ καταβροχθίσουνε.

15.         Σὰν τὸ νερὸ ἔχω χυθεῖ, τὰ δὲ κόκαλά μου ἔχουνε ξεκλειδωθεῖ ἀπ᾽ τὶς ἀρθρώσεις τους· σὰν κερὶ ἔχει γίνει ἡ καρδιὰ μου, σὰν κερὶ ποὺ λειώνει στὰ στήθη μου καὶ στὰ σωθικά μου μέσα.

16.         Σὰν σκεῦος πήλινο ἡ δύναμή μου ξεράθηκε, στὸ λαρύγγι μου ἡ γλώσσα μου κόλλησε, κι ἐσὺ στοῦ θανάτου μὲ κατέβασες κάτω τὸ χῶμα.

17.         Μὲ κύκλωσαν σκυλιὰ κι ἄλλα σκυλιά, ἀμέτρητα, καὶ ἀγέλες πονηρῶν ἀνθρώπων μὲ πιάσανε καὶ μπήξανε καρφιὰ στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια μου πληγώνοντάς με.

18.         Mετρήσανε ἕνα-ἕνα τὰ διαλυμένα μου κόκαλα οἱ ἐχθροί μου καὶ τὸν πόνο μου κατευχαριστημένοι ἔβλεπαν, κοιτοῦσαν.

19.         Ἐμοίρασαν μεταξύ τους τὰ ροῦχα ποὺ ἐφόραγα, καὶ τὸν πολύτιμο ἄραφο χιτώνα μου τόν ἔριξαν στὸν κλῆρο.

20.         Ἐσύ, ὅμως, Κύριε, μὴν ἀναβάλλεις νὰ μοῦ δώσεις τὴ βοήθεια ποὺ προσμένω· μὴ μὲ ἀφήνεις στιγμὴ ἀπ᾽ τὰ μάτια σου·

21.         σῶσε τὴν ψυχή μου ἀπ᾽ τὴ ρομφαία, λύτρωσε τὴ μονάκριβη ψυχή μου ἀπ᾽ τὰ σκυλίσια χέρια τῶν ἐχθρῶν μου·

22.         γλίτωσέ με, τὸν ταπεινὸ ἐμένα, ἀπὸ τὸ λιονταρίσο τους τὸ στόμα καὶ ἀπὸ τὴ μανία τῶν ζώων μὲ τὸ ἕνα κέρατο.

23.         Κάνε το ἐσύ, κι ἐγὼ θὰ λέω καὶ θὰ ξαναλέω στοὺς ἀδελφούς μου τ᾽ ὄνομά σου, καὶ στοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τὶς συναθροίσεις πάντα ἐγὼ θὰ σὲ ἀνυμνῶ, θὰ σὲ δοξολογῶ ἐκεῖ ἐγὼ πάντα.

24.         Οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριο ὑμνῆστε τον· ὅλοι τοῦ Ἰακὼβ οἱ ἀπόγονοι δοξάστε τον· μὲ φόβο καὶ εὐλάβεια προσκυνῆστε τον οἱ Ἰσραηλίτες ἅπαντες.

25.         Διότι οὔτε καταφρόνησε οὔτε παράβλεψε τὴ δέηση τοῦ φτωχοῦ, οὔτε γύρισε ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό του, γιὰ νὰ μὴ μὲ βλέπει, καὶ ὅσες φορὲς μὲ κραυγὲς τὸν ἐφώναξα, αὐτὸς μὲ ἄκουσε.

26.         Ἀπὸ σένα, Κύριε, θὰ ἐμπνευσθῶ γιὰ νὰ σὲ ἐπαινέσω στὴ μεγάλη λαϊκὴ συνάθροιση, καὶ μπροστὰ σὲ αὐτοὺς ποὺ σὲ φοβοῦνται θὰ λέω συνεχῶς τὶς εὐχὲς μου καὶ θὰ ἐκπληρώνω τὰ τάματά μου ὅλα.

27.         Θὰ φᾶνε οἱ πένητες καὶ θὰ χορτάσουν, καὶ θὰ δοξολογοῦν τὸν Κύριο ὅλοι ὅσοι τὸν ποθοῦν καὶ τὸν γυρεύουν· καὶ αἰῶνες καὶ αἰῶνες οἱ καρδιές τους θὰ ζήσουν.

28.         Θὰ θυμηθοῦν τὸν Κύριο καὶ θὰ ἐπιστρέψουν κοντά του ὅλα τὰ ἔθνη, ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, καὶ θὰ τὸν προσκυνήσουν οἱ φυλὲς τῆς γῆς ἅπασες·

29.         διότι στὸν Κύριο ἀνήκει ἡ βασιλεία, καὶ ὁ Κύριος διοικεῖ τὰ ἔθνη, καὶ ἐπὶ τῶν ἐθνῶν ὁ Κύριος δεσπόζει.

30.         Ἀπὸ τὸ συμπόσιο τοῦ Κυρίου ἔφαγαν καὶ τὸν προσκύνησαν οἱ ἄρχοντες ὅλοι τῆς γῆς· καὶ μπροστά του θὰ πέσουν ὅλοι οἱ ταλαίπωροι καὶ ἀδικημένοι ποὺ σέρνονται στὸ χῶμα. Καὶ ἡ δική μου ἡ ψυχὴ γι᾽ αὐτὸν ζεῖ καὶ ὑπάρχει.

31.         Καὶ οἱ ἀπόγονοί μου θὰ τὸν ὑπηρετήσουν ὅλοι, ἡ δὲ ἐπερχόμενη γενεὰ θὰ ἀναγγελθεῖ ὡς πιστὸς λαός τοῦ Κυρίου,

32.         καὶ τὴ δικαιοσύνη του θὰ ἀναγγείλει στὸν λαὸ ποὺ πρόκειται νὰ γεννηθεῖ καὶ ποὺ θὰ τὸν ἔχει πλάσει ὁ Κύριος.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 






 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου