Τρίτη 2 Απριλίου 2019

ΑΠΟΚΤΩΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ



JORGE LUIS BORGES


ΑΠΟΚΤΩΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ

Να την εδώ, η τεράστια εγκυκλοπαίδεια Μπροκχάους,
εδώ οι πολλοί και ασήκωτοι τόμοι της και ο τόμος
  με τον γεωγραφικό άτλαντα,
εδώ η αφοσίωση της Γερμανίας στη γνώση,
εδώ οι νεοπλατωνικοί και οι αγνωστικιστές,
εδώ ο πρωτόπλαστος Αδάμ και ο χρονικογράφος
  Αδάμ της Βρέμης
εδώ ο τίγρης και τα τάρταρα,
εδώ η καλλιτεχνική τυπογραφία και των θαλασσών
  το γαλάζιο,
εδώ η μνήμη των χρόνων και οι λαβύρινθοι του χρόνου,
εδώ το σφάλμα και η αλήθεια,
εδώ η σύμμεικτη απεραντοσύνη που γνωρίζει περισσότερα
  απ’ όλους τους ανθρώπους,
εδώ της μεγάλης αγρυπνίας το άθροισμα.
Εδώ είναι επίσης τα μάτια που δεν βοηθάνε, τα χέρια που δεν
  καταφέρνουν να γυρίσουν τις δυσανάγνωστες σελίδες,
το αμφίβολο ημίφως της τυφλότητας, οι τοίχοι που
  απομακρύνονται.
Επίσης όμως εδώ είναι και μια καινούργια συνήθεια,
πάνω σε τούτη την παλιά συνήθεια, το σπίτι,
βαρύτητα και παρουσία,
ο μυστηριώδης έρως των πραγμάτων
που αγνοούν και εμάς και τον εαυτό τους τον ίδιο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΧΙΟΝΙ





GUILLAUME APOLLINAIRE


ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΧΙΟΝΙ

Οι άγγελοι οι άγγελοι στα ουράνια
Ο ένας αξιωματικός ντυμένος
Και μάγειρος ο ένας τους ντυμένος
Ενώ οι άλλοι ψάλλουν στα διβάνια

Καλέ μου αξιωματικέ στο χρώμα το ουρανί
Η άνοιξη η γλυκιά πολύ ύστερα απ’ το Νέο Έτος
Θα σου απονείμει το μετάλλιο του ωραίου ήλιου
Του ωραίου ήλιου το μετάλλιο

Ο μάγειρος μαδάει τις χήνες
Α! χιονίζει πέφτει χιόνι
Πέφτει κι εγώ δεν έχω αχ τη μόνη
Που αγαπώ πολύ στην αγκαλιά μου μήνες



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ



JORGE LUIS BORGES


ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Βράδυ που υπονόμευε το αντίο μας.
Βράδυ χαλύβδινο και τερπνό και τερατώδες, ίδιο με άγγελο
  του ζόφου.
Βράδυ, όταν τα χείλη μας έζησαν μες στων φιλιών τη γυμνή
  οικειότητα.
Ξεχείλιζε ο αναπόδραστος χρόνος
και χυνόταν έξω από τον άχρηστο εναγκαλισμό.
Μαζί σπαταλήσαμε πάθος, όχι για λογαριασμό δικό μας – για
  λογαριασμό της μοναξιάς που είναι κιόλας δίπλα μας.
Το φως μάς απέρριψε· η νύχτα είχε καταφθάσει επειγόντως.
Πλησιάσαμε τα πρόθυρα αυτής της βαρύτητας του ίσκιου που
  τον ελάφρωνε ήδη ο αποσπερίτης.
Σαν κι εκείνον που γυρίζει σπίτι του από χαμένο λιβάδι, έτσι
  βγήκα κι εγώ από την αγκαλιά σου.
Σαν κι εκείνον που γυρίζει σπίτι του από μια χώρα με σπαθιά,
  έτσι βγήκα κι εγώ από τα δάκρυά σου.
Βράδυ που διαρκεί και κρατιέται ζωντανό σαν όνειρο
Ανάμεσα σε βράδια άλλα.
Ύστερα πρόλαβα και ξεπέρασα
νύχτες και νύχτες και εκδρομές ημερήσιες στη θάλασσα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΠΑΟΥΛ ΜΠΟΛΤ



PAUL BOLDT


BERLIN

Die Stimmen der Autos wie Jägersignale
Die Täler der Straße bewaldend ziehn.
Schüsse von Licht. Mit einem Male
Brennen die Himmel auf Berlin.

Die Spree, ein Antlitz wie der Tag,
Das glänzend meerwärts späht nach Rettern,
Behält der wilden Stadt Geschmack,
Auf der die Züge krächzend klettern.

Die blaue Nacht fließt in der Forst.
Sie fühlt, geblendet, daß du lebst.
Schnellzüge steigen aus dem Horst!
Der weiße Abend, den du webst,

Fühlt, blüht, verblättert in das All.
Ein Menschenhände-Fangen treibst du
Um den verklungnen Erdenball
Wie hartes Licht; und also bleibst du.

Wer weiß, in welche Welten dein
Erstarktes Sternenauge schien,
Stahlmasterblühte Stadt aus Stein,
Der Erde weiße Blume, Berlin.