Σάββατο 15 Αυγούστου 2009
ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ ΚΑΙ ΖΑΜΠΕΤΑΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ ΜΕ ΤΑ "ΣΩΦΕΡΙΑ" ΚΑΙ ΠΑΙΖΕΙ ΜΠΑΓΛΑΜΑ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ
ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ
Έχει πίκρες το τιμόνι
κι είναι δύσκολη δουλειά,
κουταμάρες δε σηκώνει
κι άμα βρεις κάνα μπελιά...
Όποιος εύκολα θυμώνει
να μην πιάνει το τιμόνι.
Να προσέχεις και τα τόξα,
να προσέχεις και τα "Ν"
και στου καθενός τη λόξα
νά 'χεις την υπομονή.
Κι όποιος πιάνει το τιμόνι,
πού και πού να φασκελώνει.
Το τιμόνι θέλει χέρια,
θέλει νά 'χεις και καρδιά
κι είναι πάντα τα σωφέρια
τα καλύτερα παιδιά.
Όσοι πιάνουν το τιμόνι,
προσοχή γιατί λερώνει.
Στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος.
Μουσική: Γεράσιμος Λαβράνος.
Από την ταινία "Η Σωφερίνα" (1964).
Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009
ΟΙ ΔΥΟ ΦΑΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
ΑΝΤΡΕΙΚΕΛΑ
Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε –ποιός ξέρει από τί κήπους,
ξένα πουλιά μιάς άγνωστης πατρίδας μακρινής–
κι είμαστ’ εδώ (στης χάρτινης καρδιάς μας μπρος τους χτύπους)
μ’ άγνωστο έντός μας γύρισμα και χτύπο μηχανής.
Κι ήταν ωραία, πρώτο φτερό, άκρη-άκρη τ’ ακρωτήριου
της χίμαιρας ως στάθκαμε με φρύδια και μπογιές,
με στήθος κούφιο, ακούοντας έντός μας του μυστήριου
τη ρόδα, πόθους να γυρνά, γρανάζα και καρδιές...
Πρώτο φτερό! Τί όνειρο! Κρυφά η ζωή μας τρέμει,
κι ηχάν στ’ άδεια κεφάλια μαςε αγέρηδες στρυφνοί,
κι είμαστε –α, χά– απ’ το υλικό πού ’ναι φτιαγμένοι οι ανέμοι,
οι κοροϊδίες, τα όνειρα, οι τούμπες κι οι καπνοί...
Ωραία! Ακόμα ένα φτερό – σ’ άλλες αχτές χαμένες
θα φτάσουμε (δίχως μπογιές και σούστες, δίχως πια
μύτες γελοίες, σπαραχτικές) ψυχούλες γελασμένες
γιομάτες φως νυχτερινό, βουές και συγνεφιά...
Χαλκίδα
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Νέα Πνοή», τόμος πρώτος, τεύχος 5, Νοέμβριος 1936, σελ. 145.
*****************************************************
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
ΤΑ ΡΟΜΠΟΤ
Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε, ποιός ξέρει από τί κήπους,
ξένα πουλιά γης άγνωστης –Πρώσσοι εδώ ατενείς–
κι είμαστ’ εδώ (στης χάλκινης καρδιάς μας μπρος τους χτύπους)
μ’ άγνωστο έντός μας γύρισμα και ρόγχο μηχανής.
Κι ήταν ωραία –πρώτο φτερό– άκρη-άκρη τ’ ακρωτήριου
της χίμαιρας ως στάθκαμε με πόζες και ρυθμούς,
με στήθος κούφιο, ακούοντας έντός μας του μυστήριου
τη ρόδα, πόθους να γυρνά, γρανάζια κι αριθμούς.
Πρώτο φτερό –τί πήδημα! –Παράδεισος που εχάθη,
η πρώτη ανυπαρξίοα μας (αργά τάχα ή νωρίς;)
κι είμαστ’ –α-χά– απ’ το υλικό (να ζούμε χωρίς λάθη)
πού ’ν΄–με σοφία– οι ηλίθιοι και οι σοφοί ’ν’ χωρίς...
Λειψοί ή περίσσοι; Αίνιγμα! Μυστήριο γύρω οι τόποι
κι ο σπαραγμός της μύτης μας μοιάζει άνθος τ’ ουρανού
–δε φτάσαμε ή περάσαμε– κι εμείς – νά ’μαστ’ ανθρώποι;
Δώθες τάχα σταθήκαμε ή πέρα από το νου;
Από το βιβλίο: Γιάννης Σκαρίμπας, «Ουλαλούμ, εαυτούληδες, βοϊδάγγελοι», Κάκτος, Αθήνα 1976, σελ. 61.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΜΠΟΥΕΝΑ ΒΙΣΤΑ ΣΟΣΙΑΛ ΚΛΑΜΠ
BUENA VISTA SOCIAL CLUB
VEINTE AÑOS
¿Qué te importa que te ame,
si tú no me quieres ya?
El amor que ya ha pasado
no se debe recordar
Fui la ilusión de tu vida
un día lejano ya,
hoy represento al pasado,
no me puedo conformar.
Si las cosas que uno quiere
se pudieran alcanzar,
tú me quisieras lo mismo
que veinte años atrás.
Con qué tristeza miramos
un amor que se nos va
es un pedazo del alma
que se arranca sin piedad
Ετικέτες
ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
BUENA VISTA SOCIAL CLUB
ΑΝΑ ΜΠΛΑΝΤΙΑΝΑ!

ANA BLANDIANA (1942)
ARHITECTURĂ-N MIŞCARE
Cine şi ce ar putea să oprească vreodată
Această arhitectură-n mişcare
Mereu renăscând şi murind,
Această mănăstire ce vine spre mine
Se-apropie, se umflă, şi creşte, şi iată,
Cu bolţi şi cupole de spumă
Ca nişte scufe-coroane atârnând,
Se-aruncă în aer, se-mprăştie lent, se prăvale,
Se destramă-ntr-un nor de meduze, şi alge, şi crabi
Şi se scurge-n pământ?
Cine-ar putea să încremenească odată
Mişcarea aceasta prea vie pentru a nu mai muri
Şi pentru a nu mai renaşte prea muritoare,
Cine-ar putea să strige valurilor "Staţi!"
Şi apelor să nu mai fie mare,
Şi-acestei mănăstiri mereu surpată
În sine însăşi ca într-un ecou
Să îi clocească stâlpii-osificaţi
În aerul făcut în juru-i ou?
Ετικέτες
ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
BLANDIANA (ANA)
ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΜΕΘΥΣΑΝΕ



PAUL VALÉRY
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΡΑΣΙ
Μια μέρα, μέσ’ από τα κύματα
(Ποιοί με σκεπάζαν ξέχασα ουρανοί)
Έχυσα, προσφορά καθώς προς το άπειρο,
Λίγο ακριβό, αξετίμητο κρασί...
Ποιός το χαμό σου, ω νάμα, θέλησε;
Αυτοί που ζούνε μέσα μου οι θεοί;
Ή της καρδιάς μου η έγνοια που λαχτάρησε
Να χύσει, αντί για αίμα, κρασί;
Η ολοδιάφανη λαμπράδα του
Μέσ’ απ’ το ρόδινον αχνό του, λες,
Ηύρε καθάρια πιό πολύ τη θάλασσα...
Πάει το κρασί, τα κύματα μεθύσανε!...
Κ’ είδα να ορμήσουν στον πικρό τον άνεμο
Του κόσμου οι βαθυχάρακες μορφές...
Μετάφραση: Λέανδρος Κ. Παλαμάς.
Παρίσι, Ιούλιος 1948.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία», έτος ΚΒ, τχ. 511, 15 Οκτωβρίου 1948, σελ. 1262.
**********************
PAUL VALÉRY
LE VIN PERDU
J’ai, quelque jour, dans l’Océan,
(mais je ne sais plus sous quels cieux),
Jeté, comme offrande au néant,
Tout un peu de vin précieux...
Qui voulut ta perte, ô liqueur ?
J’obéis peut-être au devin ?
Peut-être au souci de mon cœur,
Songeant au sang, versant le vin ?
Sa transparence accoutumée
Après une rose fumée
Reprit aussi pure la mer...
Perdu ce vin, ivres les ondes !...
J’ai vu bondir dans l’air amer
Les figures les plus profondes...
Το πρωτότυπο του ποιήματος και το εικαστικό υλικό μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Izabel Goulart. Το ελληνικό μετάφρασμα το ανασύραμε από το αρχείο μας.
Ετικέτες
ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΛΑΜΑΣ (ΛΕΑΝΔΡΟΣ),
ΣΟΝΕΤΤΟ,
VALÉRY (PAUL)
Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

ΙΟΥΛΙΟΣ ΣΙΓΚΟΥΛΙΕΡΟΣ*
ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΤΕΧΝΗ
Είμαι της ζωής ο νέος ρυθμός, κι η αρμονία του δρόμου·
του πλήθος είμ’ εγώ ο παλμός, του λαού το καρδιοχτύπι.
Το βλέμμα μου ερευνητικό και στην κοσμοπλημμύρα
σεμνή κι απέριττη, γλυκιά κι ωμή, σιγοπροβάλλω.
Γλυκό τραγούδι τραγουδώ το ιδανικό του σκλάβου,
τον πόνο της φτωχολογιάς και τη μεγάλη ελπίδα.
Μα γίνουμαι άγριαν αστραψιά, πυρσός, βεζούβια λάβα
μπρος στου δυνάστη το ραβδί, του αφέντη το μαστίγι.
Εμένα δε με συγκινούν τα μαραμένα ρόδα·
μονάχα η κίτρινη θωριά του πεινασμένου σκλάβου.
Μες στην ψυχή μου δε μιλεί το θρόισμα των φύλλων
μόνο βογγάει της θάλασσας το μανιασμένο κύμα.
Εγώ είμαι η Τέχνη της γυμνής κι αστόλιστης Αλήθειας,
εγώ είμαι η Τέχνη, είμαι το φως του σκλαβωμένου ανθρώπου,
μες στο ρυθμό τον άρρυθμο ζυγιάζω τα φτερά μου
και σεργιανίζω ανάμεσα από τρώγλες και καλύβια!
Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «ΝΕΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ», Φλεβάρης 1928, αρ. 2, σελ. 48.
* Ψευδώνυμο του Γιωσέφ Ελιγιά.
Ετικέτες
ΕΛΙΓΙΑ (ΓΙΩΣΕΦ),
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΓΚΟΥΛΙΕΡΟΣ (ΙΟΥΛΙΟΣ)
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ
ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ
ΡΙΚΟ ΡΙΚΟ ΡΙΚΟΚΟ
Τ' αγόρι μου τ' αγόρι μου τ' αγόρι μου
γλυκό και τραγανό σαν καραμέλα
και πόζες όταν παίρνει άντρα ώριμου
τ' αγόρι μου είναι μούρλια είναι τρέλα
Χειλάκι πετροκέρασο
και μάγουλο βερίκοκο
ρίκο ρίκο ρίκοκο
ρίκοκο ρίκοκο
ρίκο ρίκο ρίκοκο
ρίκο ρίκοκο
Τ' αγόρι μου είναι πλάσμα αξιοζήλευτο
το βλέμμα του το γέλιο του ροσόλι
μπροστά του δεν αξίζουν ούτε δίλεπτο
δεν πιάνουν χαρτοσιά οι άντρες όλοι
Στίχοι: Γιώργος Γιαννακόπουλος.
Μουσική: Τάκης Μωράκης.
Πρώτη εκτέλεση: Αλίκη Βουγιουκλάκη, 1959.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΑΡΙΑΝΝΑ)
Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009
ΩΣΟΤΟΥ ΦΤΑΣΟΥΝ ΟΙ ΚΟΚΚΙΝΟΙ

Γ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ
ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ
Εδώ όσο είμαι ξαπλωμένος στο βαπόρι
με τον καλό καιρό, την όμορφη λιακάδα,
μπορώ να κάνω στίχους πάλι για μια κόρη
όπως τη θέλω ή και για μέρη που δεν τά ’δα.
Μα εγώ θα γράψω γι’ άλλο, αρέσει δεν αρέσει:
για δυό μικρά και μια γυναίκα φουκαριάρα
που τους εβρήκα, θέμα απείραχτο, στη μέση
του δρόμου να δειπνούν, σιμά σε κάτι κάρα.
Δώθε απ’ τα μεγάλα που ξεφώνιζαν καράβια,
μες στους χαμάληδες που διάβαιναν δρομαία,
αυτά πεσμένα με τα μούτρα σαν κουτάβια
έτρωγαν πεπονόφλουδες στην προκυμαία.
Μιά υπαίθρια φαμίλια με τόσο ντόπιο χρώμα!
Η όψη η στεγνή κεινής φαινόταν καπνισμένη,
και τα παιδιά της είχαν τέτοια λέρα, τέτοια βρώμα,
που κάλλιο εκεί στα ρούχα και στα πόδια τους ας μένει.
Αφού για να τα πάρει στον παραδεισό του
δεν βρίσκουν καταδεχτικό Θεό στα ουράνια,
φύλαξ’ τα εσύ, θροφή του δρόμου, ωσότου
φτάσουν οι Κόκκινοι, να γλύτωνε κι η όρφάνια!
Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Νέα Επιθεώρηση», περίοδος Β΄, αριθμ. 10 (25), Μάρτης-Απρίλης 1934, σελ. 321.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΤΡΙΑΝΤΟΣ (Γ.)
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΤΙΤΟ ΣΚΙΠΑ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο TITO SCHIPA: CHI SE NNE SCORDA CCHIU
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΚΑΝΤΣΟΝΕΤΤΑ,
SCHIPA (TITO)
ΠΑΒΕΖΕ!


CESARE PAVESE
IL VINO TRISTE
La fatica è sedersi senza farsi notare.
Tutto il resto poi viene da sé. Tre sorsate
e ritorna la voglia di pensarci da solo.
Si spalanca uno sfondo di lontani ronzii,
ogni cosa si sperde, e diventa un miracolo
esser nato e guardare il bicchiere. Il lavoro
(l'uomo solo non può non pensare al lavoro)
ridiventa l'antico destino che è bello soffrire
per poterci pensare. Poi gli occhi si fissano
a mezz'aria, dolenti, come fossero ciechi.
Se quest'uomo si rialza e va a casa a dormire,
pare un cieco che ha perso la strada. Chiunque
può sbucare da un angolo e pestarlo di colpi.
Può sbucare una donna e distendersi in strada,
bella e giovane, sotto un altr'uomo, gemendo
come un tempo una donna gemeva con lui.
Ma quest'uomo non vede. Va a casa a dormire
e la vita non è che un ronzio di silenzio.
A spogliarlo, quest'uomo, si trovano membra sfinite
e del pelo brutale, qua e là. Chi direbbe
che in quest'uomo trascorrono tiepide vene
dove un tempo la vita bruciava? Nessuno
crederebbe che un tempo una donna abbia fatto carezze
su quel corpo e baciato quel corpo, che trema,
e bagnato di lacrime, adesso che l'uomo
giunto a casa a dormire, non riesce, ma geme.
Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Carmella de Cesare.
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
PAVESE
ΣΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗ ΒΟΥΗ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΚΑΠΟΤΕ
Την παιδική μου φίλη
την είδα ξαφνικά
να στέκει
και να με κοιτά.
Αγάλματα κομμάτια
στα μάτια της τα δυο
βομβαρδισμένες πόλεις
ναυάγια στο βυθό.
Ζεστό το μεσημέρι
το στόρι χαμηλό
κι η σκάλα
στο φωταγωγό.
Σβήνουν τα βήματα στη σκάλα
κανείς -θα πλανηθούμε μοναχοί
θάλασσες πόλεις έρημοι σταθμοί.
Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή
τι να καταλάβουμε οι φτωχοί.
Για πες μου μήπως ξέρεις
γι' αυτήν που σου μιλώ
Άννα
τ' όνομά της το μικρό.
Τη βλέπω κατεβαίνει
στέκεται στο σκαλί
και χάνεται για πάντα
στου κόσμου τη βουή.
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009
ΠΟΙΑ ΚΑΡΔΙΟΦΑΓΑ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ ΤΟΣΟ;

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΠΑΤΑΛΑΣ
ΠΟΙΑ ΚΑΡΔΙΟΦΑΓΑ ΑΝΤΙΘΕΣΗ
Μια καρδιοφάγα αντίθεση πάντα βαθιά μου να γρικώ,
Κι ενώ στο απέραντο πετώ και στο υπερπέραν φτάνω,
Βαρύς με το κουφάρι μου στη γη με μόχτο να πατώ,
Και νά ’ναι ξένο ό,τι μπορώ στα χέρια μου να πιάνω!
Σα νά ’μαι γάμου αταίριαστου τυραννισμένο εγώ παιδί,
Σε κόσμους τέλειους χύνομαι που πλάθει η φαντασιά μου,
Τί λέω τους πλάθει; τους ζητά έτσ’ η ψυχή μου όπως τους ζει,
Κι αντίς με σέρνει το κορμί βαριά στο χώμα χάμου.
Με σέρνει χάμου; αλίμονο! το νιώθω, σκλάβο με βαστά,
Μ’ αλυσοδένει εδώ στη γη, και για να ρθεί μαζί μου,
Πρέπει να τ’ ακλουθήσω εγώ, κι αν το ξεχνώ, μου το θυμά
Με τρόπο, που το αιστάνεται σπαραχτικά η ψυχή μου.
Ποιού γάμου νά ’μαι αταίριαστου τυραννισμένο εγώ παιδί;
Ποιά καρδιοφάγα αντίθεση με βασανίζει τόσο;
Π’ ούτε στους κόσμους μου μπορώ να πάω μαζί με το κορμί,
Ούτε κι εκείνους μού βολεί στη γη να τους σαρκώσω.
(Στίχοι ανέκδοτοι)
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Αθήνας «Παρθενών», έτος Α΄, αριθμ. 5, Ιούλιος-Αύγουστος 1928, σελ. 143.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΠΑΤΑΛΑΣ (ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ)
Η ΦΩΝΗ

ROBERT DESNOS
LA VOIX
Une voix, une voix qui vient de si loin
Qu'elle ne fait plus tinter les oreilles,
Une voix, comme un tambour, voilée
Parvient pourtant, distinctement, jusqu'à nous.
Bien qu'elle semble sortir d'un tombeau
Elle ne parle que d'été et de printemps.
Elle emplit le corps de joie,
Elle allume aux lèvres le sourire.
Je l'écoute. Ce n'est qu'une voix humaine
Qui traverse les fracas de la vie et des batailles,
L'écroulement du tonnerre et le murmure des bavardages.
Et vous? Ne l'entendez-vous pas?
Elle dit "La peine sera de courte durée"
Elle dit "La belle saison est proche."
Ne l'entendez-vous pas?
Ετικέτες
ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
DESNOS (ROBERT)
ΠΑΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΕΛΑΝΔΡΙΑΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ
Μουσική-στίχοι: Παναγιώτης Κελάνδριας.
Ενορχήστρωση: Νίκος Παπαδημητρίου.
Κοντραμπάσο: Γιάννης Κουτάγιαρ.
Σοπράνο σαξόφωνο: Ναπολέων Σαββανής.
Μαντολίνο: Μαρία Γιαννικοπούλου.
ΕΧΩ ΕΝΑΝ ΘΑΝΑΤΟ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ (1901-1998)
ΕΥΝΟΥΧΟΣ
Πότε μου έγινε το κακό;
Βαθμηδόν, βαθμηδόν, πολύ κρυφά,
στην ψυχή μου μέσα, βαθιά,
έγινε το μεγάλο κακό,
μου απόκοψαν την ορμή,
μου κατέστρεψαν την αγάπη μου
για τους ανθρώπους. - Εγώ κατέστρεψα
την ορμή, την αγάπη μου για τους ανθρώπους.
Τι φταιν οι άλλοι;
Κανένας δε μαθαίνει τι κάνει του άλλου,
σαν τον πλησιάζει με τη δύναμή του,
τον σπρώχνει.
Δίχως να το καταλάβω,
δίχως νάχω συναίσθηση, σα θέλησα
να μεταχειριστώ, να ευφρανθώ
την ορμή μου για τους ανθρώπους,
τότε κατάλαβα, πως δεν την είχα.
Δεν είχα πια αγάπη για τους ομοίους μου.
Ποιο δυνατό κι επίμονο ερπετό,
ύπουλο, τυλίχτηκε μέσα μου, γύρω της
κι εστραγγάλισε την αγάπη,
κατάπνιξε τη φωνή τής ψυχής μου;
Ψυχρές μορφές, περηφάνια κι αμφιβολία,
η σκληρότατη αμφιβολία,
βλέμμα ψυχρό, λεπίδι γυαλιστερό,
απόκοψε την ορμή, που μ' οδηγούσε
προς τους ανθρώπους.
Δάχτυλα μυτερά, από χέρια πολλά,
που δήθεν απλώθηκαν να με χαϊδέψουν,
αυτά, καθένα χωριστά,
όλα μαζί, απόκοψαν τις ίνες,
τις αισθήσεις, που βαστούσαν την ηδονή,
της συναναστροφής μου με τους ανθρώπους.
Ω, πώς θέλω τώρα να τους αγαπήσω
ακόμα έτσι όπως είναι
(όλ' είμαστε όμοιοι).
Θέλω να τους ευφρανθώ,
και δεν μπορώ. Πέρ' απ' όλα,
την αγάπη να κρατήσουμε!
Γιατί τους άφησα με τόσην αντοχή,
να μου καταστρέψουν την ηδονή;
Για να ησυχάσω το ήθελα.
Εκείνοι δεν ήξεραν.
Μόνον εγώ, που τόσο υπερήφανα,
δεν παρακαλούσα γι΄αγάπη,
ήθελα να λευτερωθώ,
απ' της αγάπης τους την ανάγκη.
Τώρα έχω την απόλυτη μοναξιά.
Με κρατάει μακριά τους.
Κι όταν είμαι κοντά τους,
δεν μπορώ ν' αγαπώ τους ανθρώπους.
Πηγαίνω μαζί τους, θέλω να ευφρανθώ,
νομίζω να ευφρανθώ,
αρχίζω να ευφρανθώ
και μένω κοντά τους, αδιάφορος.
Ούτε τους αγαπώ,
ούτε τους μισώ.
Έχω έναν θάνατο μέσα μου.
Νεκρή την αγάπη μέσα μου,
πρέπει να την κουβαλώ.
Νεκρό, άχρηστο μέλος, την ορμή,
τη μετάδοση της ζωής απ' το σώμα μου.
Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951).
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΚΑΡΕΛΛΗ (ΖΩΗ)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)