Δευτέρα 19 Μαρτίου 2007

ΕΙΣ ΜΑΤΗΝ ΠΑΝΕ



LEOPOLDO LUGONES (1874-1938)


ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ


Στης λίμνης γύρω
την όχθη λύνει
τρελή σελήνη
χούφτες το μύρο.

Τοπάζια χύνει
η ανατολή της
και στην αχλύ της
η Χτίσις σβήνει.

Και κάποιον γκιώνη
σε γάμο ή ξόδι
γυμνό το πόδι
ξανανταμώνει.

Ο δίσκος μένει
με ατμούς στην όψη
που χάσκει απόψι
βιτριολισμένη.

Σε τούλια ομίχλης
μια πούλια πάλι
θα βρει μι’ αγκάλη
μοιραίας κίχλης.

Όλα στην πράξη
εις μάτην πάνε.
Σκυλιά αλυχτάνε
ώς να χαράξει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

7 σχόλια:

  1. Έξοχοι, μαιτρ, οι πεντασύλλαβοί σας αυτοί. Εφάμιλλοι ακόμη και με εκείνους του Παλαμά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτόν τον γκιώνη όμως, τι τον εθέλατε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όλα τα εφανταζόμουν, εκλεκτέ μαστρο-Κουτσουρέλιε, αλλά το ότι θα με ελέγχατε πτηνολογικώς, αι, ομολογώ,ότι ξεπερνά τις δυνατότητες τής ούτως ή άλλως αχαλίνωτης φαντασίας μου! Σας χαιρετώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Θα συμφωνήσω απολύτως με τον Κουτσουρέλιο. Και χαίρομαι και για την αναφορά στον Παλαμά. Εξόχως εύστοχη.


    Βολκώφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αγαπητέ Θεοδόση, σε ενόχλησε -να υποθέσω- και εσένα ο γκιώνης;! (Άσε, μην απαντάς! Πλάκα κάνω. Σ' ευχαριστώ πολύ).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΒΙΟΛΙ

    Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί
    μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
    στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
    με τ΄ αχνά κι' απάρθενα της αγάπης χείλη.

    Και τ' αηδόνι τ' άγρυπνο και το ζηλευτό
    ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη
    για να δει περήφανο τι πουλί ειν' αυτό
    που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

    Ως κι ο γκιώνης τ' άχαρο, το δειλό πουλί,
    με λαχτάρ' απόκρυφη τα φτερά τινάζει
    και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
    για να μάθει ο δύστυχος πως ν` αναστενάζει.

    Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι; τι
    κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
    Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
    η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

    Ειμ` εγώ τ' απόκοσμο το παλιό βιολί
    μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
    στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
    με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

    Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι
    κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
    Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή
    γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.


    [Στον κ. Γ.Κ., δεινόν πτηνόφιλον, εκ των του Ιώαννου Πολέμη ποιήσεων)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. @ Κουτσουρέλιος: Για να καταλάβεις δηλαδή, πρέπει να σ' το πεί ο Πολέμης, ότι "Ως κι ο γκιώνης τ' άχαρο, το δειλό πουλί" κ.τ.λ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή