Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

 


JINDŘICH HEISLER

 

ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

 

Ένας άδειος δίσκος που είχε τούρτα

από ένα και μόνο ένα

και τριάντα φορές μεγεθυμένο

πένθιμο φύλλο ιτιάς που έχει πεταχτεί

και προεξέχει απ’ το κορμί μιας γυναίκας

ξαπλωμένης στο κρεβάτι

που διαβάζει τη μόλις παραληφθείσα αλληλογραφία –

αυτός ο πολυχρησιμοποιημένος δίσκος που είχε τούρτα

την επισκέπτεται κάθε πρωί ελαφροπάτητος

και πηγαίνει μόνος του κατ’ ευθείαν να πάρει

τη θέση του στη ντουλάπα με τον καθρέφτη

χωρίς να χαλάσει το φύλλο

που μεγαλώνει από μέσα του

και που προεξέχει από το κορμί της γυναίκας

που είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


 

 

ΜΙΛΟΝΓΚΑ ΤΟΥ ΑΛΒΟΡΝΟΣ

 


JORGE LUIS BORGES

 

ΜΙΛΟΝΓΚΑ ΤΟΥ ΑΛΒΟΡΝΟΣ

 

Τις μέρες τού έχουνε μετρήσει

και κάποιοι ξέρουν και την ώρα

και δεν υπάρχει ούτε βιασύνη,

μα και ούτε αναβολή πια τώρα.

 

Στην τσάρκα του ο Αλβορνός σφυρίζει

κάποια μιλόνγκα εντρερριάνα·

και το καπέλο του τού κρύβει

το πρωί απ’ τα μάτια του τα πλάνα:

 

το πρωί αυτής της μέρας του έτους

χίλια οκτακόσια ενενήντα·

και πέρα, κάτω, στο Ρετίρο

πια δεν μετρούν τις –άντα ή –ήντα

 

αγάπες του, ή χαρτοπαιξία

ώς το ξημέρωμα, ή καβγάδες

με τους γνωστούς και με τους ξένους

τους κούτσαβους και τους νταβάδες.

 

Από καιρό τον έχουν κόψει

για πονηρό και γι’ άντρα ντρέτο·

σε μια γωνιά, στον Νότο κάπου,

τον καρτεράει ένα στιλέτο –

 

όχι ένα, αλλά στιλέτα τρία,

λίγο προτού χαράξει η μέρα.

Του την επέσαν, ο άντρας όμως

δεν σκιάχτηκε από τη φοβέρα.

 

Κι αν λάμα τού ’μπηξαν στο στήθος,

εφάνηκε πως δεν πονούσε.

Ο Αλέχο πάει ο Αλβορνός, πεθαίνει,

ωσάν να μην τον αφορούσε.

 

Πολύ θα εγούσταρε –το νιώθω–

νά ’ξερε ότι η δικιά του η φήμη

εγίνηκε μιλόνγκα. Ο χρόνος

και λήθη είναι, αλλά και μνήμη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



 

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΠΟΜΠΗΙΑ

 


JOSÉ EMILIO PACHECO

 

ΠΟΜΠΗΙΑ

 

Η πύρινη καταιγίδα μάς βρήκε πάνω στην πράξη

της συνουσίας.

Δεν πεθάναμε απ’ το ποτάμι της λάβας.

Μας έπνιξαν τ’ αέρια. Η τέφρα

μας ετύλιξε σαν σουδάριο. Τα κορμιά μας

παρέμειναν ενωμένα στην πέτρα:

απολιθωμένος σπασμός ατελεύτητος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


 

 

 


CARILDA OLIVER LABRA

 

ME DESORDENO, AMOR, ME DESORDENO

me desordeno, amor, me desordeno
cuando voy en tu boca, demorada;
y casi sin por qué, casi por nada,
te toco con la punta de mi seno.

Te toco con la punta de mi seno
y con mi soledad desamparada;
y acaso sin estar enamorada;
me desordeno, amor, me desordeno.

Y mi suerte de fruta respetada
arde en tu mano lúbrica y turbada
como una mal promesa de veneno;

y aunque quiero besarte arrodillada,
cuando voy en tu boca, demorada,
me desordeno, amor, me desordeno.

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ



GEORG TRAKL


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα βράδια, που σημαίνουν οι καμπάνες την ειρήνη,
ακολουθάω τα πουλιά, τις θαυμαστές τους πτήσεις,
μεγάλα σμάρια, σαν προσκυνητών μετακινήσεις,
που χάνονται στην αίσια του φθινόπωρου γαλήνη.

Σε κήπους περπατώντας, μες στο δειλινό σεντέφι,
βλέπω σαν όνειρο τα φωτεινά του πεπρωμένα
και νιώθω τί των ρολογιών οι δείχτες λεν για μένα.
Ναι, ακολουθώ το πέταγμά τους πάνω από τα νέφη.

Αναρριγώ στις αύρες για την πτώση που μου ετάχτη.
Θρηνεί στα γυμνωμένα τα κλαράκια το κοτσύφι.
Τρεκλίζει κόκκινο κρασί σε σκουριασμένο φράχτη –

χλομών παιδιών συρτός χορός θανάτου σαν τ’ αγκάθι
τρυπούσ’ των πηγαδιών τα μαύρα φιλιατρά: μα με ύφη
γαλάζιων αστρανθιών το ρίγος μου στον αέρα εστάθη.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.