Για κούρους και για σκάρους στιχουργούσε, τι τέτοια στην ψυχή του είχε φυλάξει – μήπως, για να σ’ αρέσει, να τ’ αλλάξει; Οι κόποι του βοσκού και του γεωργού σε
πολιτικούς χυμένοι: α υ τ ά αγαπούσε, κι ανάμεσα στων συλλαβών την τάξη βροχή ηπειρώτικη λες κ’ είχε στάξει, κ’ έβγαινε η οσμή του χώματος. Μα, πού ’σαι,
άκου, σα θες, και κάτι τελευταίο, που, αν ούτε αυτό σ’ αρέσει, φταις, δε φταίω: κάθε προτού πικρή μιλιά μιλήσεις,
κάθε προτού λόγο περίσσιο πεις, προτίμα τη σιωπή σου να μη λύσεις. Μια λύση είναι και η λύση της σιωπής.