Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (ΕΚΤΩΡ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (ΕΚΤΩΡ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 10 Μαΐου 2026
ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (ΕΚΤΩΡ)
Τετάρτη 7 Αυγούστου 2024
ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (ΕΚΤΩΡ)
Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024
Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ
Ετικέτες
ΒΙΒΛΙΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ,
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ,
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (ΕΚΤΩΡ),
ΠΛΑΤΩΝ
Κυριακή 21 Μαρτίου 2021
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ
Ετικέτες
ΒΙΒΛΙΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ,
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ,
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (ΕΚΤΩΡ),
BORGES
Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020
Πέμπτη 11 Απριλίου 2019
Τρίτη 29 Μαΐου 2018
ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΘΥΜΟΥ
ΕΚΤΩΡ
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ
ΤΟΥ
ΑΡΧΑΙΟΥ ΘΥΜΟΥ
Άκουσε κύριε
την προσευχή των προγόνων σου
σε ειδική
διασκευή για σένα·
χρόνια τώρα
επιπλέει στο αίμα όπως η γλίνα
ή όπως
δοχείο άδειο από λευκοσίδερο
που κλωτσάει
στο δρόμο το αλάνι
βασανίζοντας
τη γειτονιά και σένα κύριε·
δε θέλομε
λοιπόν να κάνεις τίποτα για μας
ούτε
παρεμβατισμοί ούτε πρεσβείες
φτάνουν τα
χρέη μας κ’ οι τοκογλύφοι
γερά κρατάει
η ράτσα από το πετροκάμινο
τ’ αρχαίο
πείσμα·
απ’ τα
υπόλοιπα θα φτιάχνομε βαπόρια
μερικά
ντουφέκια για τις αναπαραστάσεις
και πιο πολύ
φωνές πολλές φωνές
να τις
κρεμάμε στα σύννεφα
με τα ρόδια
και τα κιτροκύδωνα
ώσπου να
ωριμάσουν να τις παντρευτούμε.
(Μας αρέσει
ο κύκλος έστω κι αριστοκράτης
φτάνει να
μην διστάσει αν χρειαστεί
να γίνει
πολεμίστρα να φάει τις σάρκες του
κανόνι να
γίνει να βροντά νυχτοήμερα
για λευτεριά
σαν χρειαστεί)
Κύριε
είσαι μέσα
στα πόδια μας όπως μικρό παιδί
δεν το
πατάμε μην νευριάσομε απ’ το κλάμα του·
δεν λέω,
πολέμησες καλά στην καππαδοκία
στην τίρυνθα
και στον τελευταίο πόλεμο
έφεδρος
λοχίας σιτιστής.
Για τον
σταυρό της πολεμικής αξίας μην επιμένεις
δεν τον
παίρνεις·
μάθαμε
που έκανες του κεφαλιού σου,
σου φτάνει
ένα σπιτάκι σε συνοικισμό
θα σου φέρομε
και ινδικό λιβάνι που σ’ αρέσει
να το μασάς
αφού είσαι οπιομανής και λάγνος
ούτε που
παίρνει το κεφάλι σου από πειθαρχία,
μη δεν
πουλήθηκες στη βιρμανία;
μη δεν
παζάρεψες με τους ερυθροδέρμους
σαστισμένος
απ’ την περηφάνια τους;
πόσες φορές
σε πιάσαμε ξαναμμένο να
τηράς τα
γυμνά πόδια της χήρας του ψωμά
ώσπου
τραβήχθηκες στην καλαμπάκα
νηστεύοντας
του θανατά,
φυσικά
ξανάρθες, μα ήσουν αλλιώτικος :
απ’ τη
φλογερή μας γλώσσα θυμόσουν μόνο
την πιο
φθαρμένη λέξη
πάνω σ’
αυτήν απαίτησες να ορκιστούμε
με τα
ξεφτίδια του αρχαίου θυμού
ώσπου οι
οπαδοί σου λύγισαν
χύμηξαν οι
λεβαντίνοι οι βενετσιάνοι οι οσμανλήδες
βιάσανε τον
ερωτόκριτο κοτζάμ παλικάρι
έκοψε τις
φλέβες του ο αχελώος
σε
καταριόταν η φθιώτιδα κ’ η αλικαρνασσός
τα θυμάσαι
κύριε;
ένα βραδάκι
πράο όπως γιαούρτι στον κεσέ
ήρθες δειλός
και συντριμμένος σαν πρωτομηνιά
μα πάλι απ’
την αρχή συνωμοτούσες
έπειθες τις
μανάδες μας
με βοτάνια
ξόρκια και μ’ αγιωτικά
να φύγει απ’
τον παρνασσό η μάγισσα·
πώς έγινε
πάλι και σε λυπηθήκαμε;
Ξαφνικά το
κεφάλι σου μετασχηματίστηκε
σε πελώριο
ρολόγι
διάταξε να
φύγουνε τα τραίνα
να
σαλπάρουνε τα πλοία
οι φαντάροι
να πάνε σπίτια τους
οι δρόμοι να
τυλιχθούν ρολά
να μπούνε
στις αποθήκες
κι άλλα
τέτοια του χαμού παράταιρα·
πέντε και
μισή ακριβώς έσπασε εκείνο το σπυρί σου
κι έβγαλες
φωνή όπως η σκεβρωμένη πόρτα
ανοίγει μόνη
της ύστερα από τόσα χρόνια
να περάσει ο
αόρατος
ο τελευταίος
αυτοκράτορας
ένα αερικό ή
ο γάτος
ζήτησες μια
γυναίκα μ’ ένα μάτι στη μήτρα της
πλάγιασες
μαζί της μάς ξαναγέννησες
έτσι πάλι σ’
έχομε στην οικογένεια
μα τη φοράν
ετούτη ξέρε το
είσαι από
δεύτερο χέρι, ένα πετσί.
Από
την ποιητική συλλογή: «Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή» (1972).
Από
το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2010, σσ.
104-107.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (ΕΚΤΩΡ)
Κυριακή 29 Απριλίου 2018
ΑΓΑΠΗ 2
ΕΚΤΩΡ
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ
ΑΓΑΠΗ
2
Όταν μου
χάρισαν ένα σπαθί των σαμουράι
σε τί
χρειάζονται στα σάλωνα οι νυχτοφύλακες,
προς τί ο
βόγγος τ’ αναπλιού
και η ιθάκη,
είπα,
αρκεί ο
μύθος ότι κάποτε αγνόησα
το δέρας των
σκυθών στην τρυφερή κολχίδα
και τη μανία
μας της θαλασσοπορίας,
ύστερα σ’
αίμα δίσεκτο εμβαπτισμένη
πήρα τη
στράτα μου της θύελλας
σαν γιος
πικρός ο πιο μικρός απ’ τους επτά
ο
πικροκωνσταντίνος
πελιδνό στα
σκέλια μου έσφιγγα το σαββατόβραδο
να διαλαλεί
την έχθρα του στους πετεινούς
και στους
σηματοδότες
ώσπου
ζητούσε έλεος
μέχρι που
πίστεψε στον ανδρισμό μου
κι ευχόταν
τη συντέλεια του κόσμου
αυτοστιγμεί
.
Πρόφταινε
δεν πρόφταινε η οργή μου η στρίγγλα
σαν
μπαρμπερίνικη σπαθιά σε εικόνισμα
στα δυό να
κόψει σπίτια αρραβωνιάσματα
να ξεχυθούνε
τα κορίτσια με τα νυχτικά τους
μπροστά η
φωνή θέλομε να γεννήσομε
κι εσύ όρθια
στα νερά σαν άγιο λείψανο
μόλις που
πρόφτασες να φυλαχτείς όπως η ξέρα
ξεφεύγει τη
βιτσιά του οίακα
ίσια
καταπάνω σου ως ερχόσουν
σαν τον
τριήραρχο σε πέρση,
μ’ άλλα
λόγια πριν σ’ ερωτευτώ.
Ξάφνου
λαμπάδιασε στα ξερολίθια το καταμεσήμερο
η σαύρα
κένταε το γυάλινο μαγνάδι
στο φαντό
της μέρας
πράσινο το
φαντό και κρεμεζί
κ’ η σαύρα
κίτρινη
ο ήλιος
μαύρος
η φωνή σου
απέναντι αρμένιζε η τρεχαντήρα
μέσα σε
κίνηση
από τον
ουρανό κατρακυλούσε αστραπιαία
έν’
αυτοκίνητο ίδιο με τα θανάσιμα μαλλιά σου
απέραντη
επικράτεια τα μάτια σου,
επιτέλους με
τους καίσαρες
γίνομαι
κατακτητής
να σε τί μου
χρειάζεται το σπαθί των σαμουράι
(παράξενο
στ’ αλήθεια προορισμό
πο ’χουνε κάποτε
τα πράγματα)
λοιπόν
αρχίζω :
πρώτα εσύ
επτάκερε δαβίδ
ύστερα ένας
ιδαλγός αρμένης
ή έστω ένας
νυχτοφύλακας από τα σάλωνα
απόγονος του
πτολεμαίου φιλοπάτορα
από την κω
αν μπορεί
ποτέ να γίνει αυτό θεέ μου.
Το
σαββατόβραδο η πιο αγαπημένη ώρα
του κυρίου
άφηνε στα
σκέλια μου
την
τελευταία πνοή του.
Από
την ποιητική συλλογή: «Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή» (1972).
Από
το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2010, σσ.
108-110.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (ΕΚΤΩΡ)
Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018
ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΜΕ ΤΡΕΙΣ ΚΩΠΗΛΑΤΕΣ
ΕΚΤΩΡ
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ
ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΜΕ ΤΡΕΙΣ ΚΩΠΗΛΑΤΕΣ
Παράξενο
επεισόδιο κι αυτό…
αρχίσανε τις
ξιπασιές κι οι τρεις τους
τάχατες
ήταν κουπολάτες με το μίλι
όταν εμίσευε
το τσούρμο από την ιωλκό
με τον
ιάσονα·
περνούσαν τα
στενά όταν ξεσήκωσαν
το πλήρωμα
σε στάση
το συσσίτιο
ψοφίμι τράγος
τάχατες γι’
αυτό τους ρίξαν ξέμπαρκους στο βόσπορο
κ’ έτσι δεν
είδαν τον κιμμέριο.
Μείναν εκεί
λοιπόν ίσα που λειτουργήθηκε
για
τελευταία φορά η άγια σοφιά
κι έβαλε στο
δεξί ο αυτοκράτορας
τη υπερμάχω
και πως
μετάλαβε ύστερα τα άχραντα,
πράγματα
σημαδιακά,
από το χέρι
του πατριάρχη
μετά πως
ζήτησε άφεση από τους αμαξάδες
τα
περιτρίμματα του ιππόδρομου
του λιμανιού
τις πόρνες
κι απέ πως
ξάφνου ένας σταυρός
κ’ ένα
καμίνιν έγινε κ’ ένα σκουτάριν
ο
κωνσταντίνος
στου ρωμανού
την πόρτα ώς το χαμό
στητός
και πως τον
βρήκανε με τα σφαχτάρια
οι εβραίοι
παλιατζήδες
του πήραν τα
σαντάλια απ’ τα σφυρά
άλλοι
αρπάξανε το εγκόλπιο με το δικέφαλο
άλλοι τις
πόρπες τις χρυσές και τη σφραγίδα
το δαχτυλίδι
την κορόνα οι φράγκοι
εμείς το όνειρο… είπανε,
καθώς βασίλευαν τα μάτια του
στις όχθες του μαγιού
και το παράπονο.
Είπανε ακόμη
πως μετά
ήρθανε
χρόνια δύσκολα της στέρφας
πως μπήκανε
μπροστά οι συμβιβασμοί
το πώς
πουλούσανε στους βάραγγους λαθραία
αφιόνι
τσιγαρόχαρτο εικονίσματα
την μια
φτερούγα του μιχαήλ αρχάγγελου
αναποδογυρισμένη
στον έπαχτο
πως έτσι
άρχισε το ξήλωμα στα όσια
πως δόθηκε
για ένα δάνειο εγγύηση
το
σκαραμάγγι του αυτοκράτορα ανδρόνικου
πως δόθηκαν
αγόρια τρυφερά σε μπέηδες
και
δέσποινες αρχόντισσες από τα τέμπλα
να πάρομε
ποδήλατα απ’ τους ιάπωνες
κι άλλα
πολλά ακατανόμαστα.
Όταν στο
μέσο της ανάκρισης ρωτήθηκαν
για τη γενιά
τους
δείξαν τα
γένια τους : βόστρυχοι ασύγκριτοι
τα μάτια
τους από αχάτη τροχισμένο
η μύτη
αιγόκερου και οι ποδιές
κεντίδια και
σειρήτια φτερωτά
του
λιόπαρδου·
ασσύριοι
λοιπόν της νινευί·
αδύνατο να
το δεχτούνε.
Σε τοίχο
ανίσκιωτο είπανε
κατεβατό από
πουρί της γόρτυνας
σημαδεμένον
από δόντια του ήλιου
κι από τα
νύχια των σταχυών
τους
γέννησαν δυο χρώματα :
πατέρας το
κεραμιδί του χωραφιού
μάνα το
λουλακί της θάλασσας
τίποτες άλλο
ώς το μεγάλο
σηκωμό.
Ο ένας τους,
καταπώς είπαν ύστερα,
φαρμακωμένος
έγινε ένα σταυροδρόμι
τα σκυλιά γρυλίζοντας
σκορπίσαν τρομαγμένα
η είδηση
μαθεύτηκε αστραπή
σ’ επιφυλακή
ο στρατός οι λεγεώνες,
λέγανε πάλι
για τα γεγονότα της ιουδαίας·
ατάραχοι σαν
τον ασβέστη οι άλλοι δυό
εξήγησαν πως
κάποια αρρώστια του στα γάγγλια
του φέρνει
πού και πού τη θεία νόσο
για τα εφτά
καρφιά του γένους
για τους
εσταυρωμένους
για τα
σταυροδρόμια των καιρών·
ήσυχοι
κάθισαν και τον περίμεναν
στο στόμα
του νεραϊδοπήγαδου σκυφτοί·
βαθιά μες
στο σκοτίδι του νερού ξανοίγανε
τις
γενοβέζικες γαλέρες
που ρίχθηκαν
από ντροπή όταν επάρθηκεν
η πόλη,
μπορείς να
δεις ακόμα τα φανάρια
τις σημαίες
σχισμένες και τα λάβαρα
το μαλτέζο
λοστρόμο περασμένο με σπαθί
πέρα για
πέρα και το ναύαρχο
δίχως κεφάλι
όρθιο στη γέφυρα
να κόβει
εικοσάρες
και στέρηση
εξόδου ο ανόητος…
ύστερα τα
ίδια πάλι :
σεληνιάζεται
ένα σταυροδρόμι,
αερικό ν’
ανατριχιάς,
τα σπίτια να
βουλιάζουν
κάτι που
φούσκωνε πήρε να γίνεται
ο τρίτος
κωπηλάτης
οι δυό που
τον περίμεναν σηκώθηκαν
αφήσανε στο
ρείθρο το κορμί τους
σαν την οχιά
με το φιδοπουκάμισο
κόψανε τρία
τέταρτα του φεγγαριού
για το
προσφάγι,
πάνε.
Από
την ποιητική συλλογή: «Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή» (1972).
Από
το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2010, σσ.
111-115.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (ΕΚΤΩΡ)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





























