Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (ΣΤΕΦΑΝΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (ΣΤΕΦΑΝΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1893: ΚΑΤΑΣΤΡΕΠΤΙΚΟΣ ΣΕΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ




ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ


ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

Μύριες ευχές στον άπλαστον πατέρα
κι’ απ’ άνθη μύριες στέρνουμε ευωδιές,
μα θωρούμε με τρόμο τον αιθέρα
ν’ απαντά με βροντές και μ’ αστραπές.

Θωρούμε νεκρωμένοι την ημέρα
και περνούμε τρισκόταδες νυχτιές,
η θάλασσα μουγκρίζει με φοβέρα
κι έχει φριχτές αγκάλες ανοιχτές.

Τούτο το χώμα μ’ άνθη στολισμένο,
ωσάν θεριό μουγκρίζει τρομερά
και σαν λιοντάρι σειέται μανιωμένο.

Κι ενώ τρόμο και θάνατο σκορπά,
κοιτάζουμε με πρόσωπο σβημμένο
αυτή τη φύση πάντα να γελά.



Πρώτη δημοσίευση: «Εστία», Ιανουάριος – Ιούνιος 1893, τχ. 7, σελ. 108.
Από το βιβλίο: Στέφανος Μαρτζώκης «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια: Ευριπίδης Γαραντούδης, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 134.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΓΕΙΡΑ ΣΚΕΦΤΙΚΟΣ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΧΑΜΟΥ




ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ


[ΕΓΕΙΡΑ ΣΚΕΦΤΙΚΟΣ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΧΑΜΟΥ]

Έγειρα σκεφτικός το βλέμμα χάμου
κι άπλωσα μες στα φρύδια την παλάμη
κι αφ’ τ’ ανοιχτά θωρούσα δάχτυλά μου
τα μάτια που ευτυχή μ’ έχουνε κάμει.

Ερχότουνε το χνώτο της σιμά μου
και μ’ έκανε να τρέμω σαν καλάμι,
κι ίδρωτας κρύος χυνόταν στα μαλλιά μου
κι από το μέτωπο έτρεχε ποτάμι.

Όταν το χέρι μου έβγαλα, το βλέμμα
εγύρισα δειλά με τόση αχτίδα
και στην καρδιά πλημμύρισε το αίμα.

Το φόρεμά της έκανε πως σιάζει
κι όταν το μάτι σήκωσε, την είδα
να με βλέπει χωρίς να με κοιτάζει.



Πρώτη δημοσίευση με τίτλο «Φλόγες. 6» στο περιοδικό «Ποικίλη στοά», χρ. 13, 1898, σελ. 44.
Από το βιβλίο: Στέφανος Μαρτζώκης «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια: Ευριπίδης Γαραντούδης, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 148.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ




ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το βόδι βαριά στο χωράφι
τα πόδια αργοκίνητο παίρνει·
ανοίγει φυσώντας τα μαύρα ρουθούνια
κι ολόγειρτο στέρνει βραχνό μουγκρητό.

Ανάφτει το χόρτο, το χώμα,
η θάλασσα ολόστρωτη αστράφτει·
στη γη ξαπλωμένο θωρείς το μοσχάρι
να βρίσκει στον ήλιο δροσιά και ζωή.

Στους λόφους, στες ράχες, στους κάμπους
αστράφτουν χιλιάδες δρεπάνια
κι ολόπυκνα ασκέρια στα ολόμεστα στάχυα
αδάμαστη πάλη γειρμένα κινούν.

Τριγύρω στα μέτωπα λάμπουν
οι αμέτρητοι κόποι τ’ ανθρώπου,
κι εμπρός σου ξανοίγεις μ’ ολόχαρο βλέμμα
χρυσάφι γεμάτη την κάθε αγκαλιά.



Από το βιβλίο: Στέφανος Μαρτζώκης «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια: Ευριπίδης Γαραντούδης, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 114.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1855-1913)


ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ


Έν’ άπλαστο τραγούδι
θα ψάλουνε τα χείλη,
άλλοι του αιθέρος ήλλιοι
μ’ εθέρμαναν γλυκά·

άλλα του αιθέρος κρίνα
μου μύρωσαν το σώμα,
άλλο το μάτι χρώμα
αγκάλιασε θερμά.

Άλλους ανθούς επήρα
για την καρδιά που πάλλει,
άλλη πνοή μεγάλη
επήρα στην καρδιά·

μιάν άλλη αγάπη επήρα
αφ’ τη χρυσή τη βρύση,
που η αγάπη έχει γεννήσει
κι η αγάπη αυτή γεννά.



Από το βιβλίο: Στέφανος Μαρτζώκης, «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια: Ευριπίδης Γαραντούδης, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 173.

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΚΑΙ ΝΤΥΘΗΚΑ ΤΗΝ ΥΛΗ


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1855-1913)


Ο ΣΤΑΥΡΟΣ


Παράτησα τα ουράνια
και ντύθηκα την ύλη
κ' αισθάνθηκα στα χείλη
τη δίψα του φιλιού

Αισθάνθηκα στα σπλάχνα
του στεναγμού τη φλέβα,
κ' είπα σεμνά στην Εύα
τραγούδια τ' ουρανού.

"Ανέβα, ανέβα, ανέβα",
μου φώναζαν τα ύψη,
κ' εγώ μέσα στη θλίψη
ζητούσα να κρυφτώ.

"Ανέβα, ανέβα, ανέβα",
μου φώναξαν τ' αστέρια,
κι άνοιξα ευθύς τα χέρια
στη γη να σταυρωθώ.

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΠΟΥ ΜΕΣ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΑΣΤΡΑΦΤΕΙ


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1855-1913)


ΑΚΤΙΔΕΣ ΡΕΝΤΓΕΝ


Ζητώ να βρω τον φθόνο που μας φθείρει,
Την ηδονή που μές στο μάτι αστράφτει,
Της πρόσκαιρης χαράς μας το ελατήρι
Όπου δια μιάς το αίμα μάς ανάφτει.

Του στήθους μας να ιδώ το κοιμητήρι,
Που τους παλμούς τούς παιδικούς μας θάφτει,
Τον πόθο που στο κρίμα ευθύς μάς σύρει
Και στη χρυσή αρετή το μνήμα σκάφτει.

Όλα κινούνται κι όλα είναι μυστήριο,
Η βουβή τους λαλιά μάς είναι ξένη,
Μόνο ορατό μάς είναι το μαρτύριο.

Κι η δόλια μου ψυχή που λαχταρίζει,
Σε κόλαση φρικτή θαρρεί πως μπαίνει
Που ο Σατανάς χαρούμενος φωτίζει.



Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παλιγγενεσία», έτος ΛΣΤ΄, αριθμ. 10.485, την Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 1898, σελ. 2γ΄.

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

ΜΟΝΑΧΑ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ... - ΛΙΓΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ;!


Στον Π.Κ. με την αγάπη μου

UGO FOSCOLO


A ZACINTO


Né più mai toccherò le sacre sponde
ove il mio corpo fanciulletto giacque,
Zacinto mia, che te specchi nell'onde
del greco mar da cui vergine nacque

Venere, e fea quelle isole feconde
col suo primo sorriso, onde non tacque
le tue limpide nubi e le tue fronde
l'inclito verso di colui che l'acque

cantò fatali, ed il diverso esiglio
per cui bello di fama e di sventura
baciò la sua petrosa Itaca Ulisse.

Tu non altro che il canto avrai del figlio,
o materna mia terra; a noi prescrisse
il fato illacrimata sepoltura.


******************************


ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ


Πλιά στη ζωή δεν θα πατή το δύστυχο ποδάρι
τις άγιες όχθες που άγγιζα στα χρόνια τα χρυσά,
ώ ποθητή μου Ζάκυνθο, που πάντοτε με χάρη
στο κύμα καθρεφτίζεσαι, στα Ελληνικά νερά.

Η Αφροδίτη ολόλαμπρη από κει μέσα βγήκε
κ’ έκαμε με το γέλιο της γόνιμα τα νησιά,
οπού απερίγραφτα ο λαμπρός ο στίχος δεν αφήκε
τα νέφη σου τα διάφανα, τα δένδρα τα πυκνά,

του ποιητή που έψαλλε τη διάφορη εξορία,
της μοίρας τ’ άγρια κύματα, που το μικρό νησί
ο Οδυσσέας εφίλησε τρανός στη δυστυχία.

Απ’ το παιδί σου το άχαρο, ω μητρική μου γη,
μονάχα το τραγούδι του θάχης για συντροφιά.
σ’ εμένα η Μοίρα μού έγραψε αδάκρυτη ταφή.


Μετάφραση: Στέφανος Μαρτζώκης.

Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΟΥ ΙΔΕΑ



ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1855-1913)


ΣΤΟ ΒΕΡΔΗ


Ανάμεσα στα σκότη
σ’ εκατομμύρια χρόνια
η αγνή μορφή σου αιώνια
σαν ήλιος θα περνά·

κι η φωτεινή σου ιδέα
θα τρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη,
κάτι στα ουράνια μάκρη
τρανά να κυβερνά.

Μπροστά σου θα περνάνε
τ’ αγέννητα τα χρόνια,
κι η μουσική σου αιώνια
στην πλάση θ’ αντηχεί,

ανάμεσα στου Δάντε
την άπλαστη αρμονία,
εκεί που του Φειδία
γροικιέται το σφυρί.




Πρωτοδημοσιεύθηκε στυο αθηναϊκό περιοδικό «Παναθήναια» (χρ. 1, τ. 5. 15 Ιανουαρίου 1903, σελ. 200).
Από το βιβλίο: Στέφανος Μαρτζώκης «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης, Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 174.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΟ ΦΡΙΧΤΟ ΘΕΡΙΟ


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1855-1913)


ΜΗ ΜΕ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ


Μη θες, χρυσή παρθένα,
μη θες να με γνωρίσεις,
κι εσύ θα με ποτίσεις
φαρμάκι της οχιάς.

Μη με γνωρίσεις, κόρη,
συ σ’ άλλο κόσμο ανήκεις,
θα ιδείς σημάδια φρίκης,
αυλάκια δυστυχιάς.

Της όψης μου τα σκότη
τρανά φωτίζει η ιδέα,
το φως του Προμηθέα
σεμνά στα μάτια κλειώ.

Μη θες, χρυσή παρθένα,
μη θες να με γνωρίσεις,
σ’ εμένα θ’ αντικρύσεις
το πλιό φριχτό θεριό.



Από το βιβλίο: Στέφανος Μαρτζώκης «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια: Ευριπίδης Γαραντούδης, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 171.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2008

ΑΧΤΙΔΕΣ


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1855-1913)


ΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ


Τον έπαινο του κόσμου δε ζητούμε,
δε γράφουμε για δόξα περιττή,
μέσα στα στήθη μαύρα ηφαίστεια κλειούμε
και στη φωνή μας σειέται, ανάφτει η γη.

Στ’ αγκάθια ματωμένοι περπατούμε·
δάση, βουνά περνούμε στη στιγμή·
να πλάσουμε νέον κόσμο επιθυμούμε
γιατί εδώ ζούνε αχάριστοι, δειλοί.

Στη λύπη μας κανένας δε δακρύζει
και δεν ξέρουν τί κλειούμε στην καρδιά·
τες πληγές μας μονάχα η γη γνωρίζει.

Μεγάλοι βασιλείς στη δυστυχιά,
τη λύπη που σκληρά μάς βασανίζει
κάνουμε ευθύς αχτίδες να σκορπά.



Από το βιβλίο: Στέφανος Μαρτζώκης, «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης, Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 136.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2008

ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ ΤΕΛΙΚΑ...


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1855-1913)


[ΠΟΙΑΝ ΑΒΥΣΣΟ…]


Ποιάν άβυσσο στα μαύρα σωθικά μου
ο δόλιος κλειώ, συ, κόρη μου, δεν ξέρεις,
μονάχ’ ακούς τα τόσα βάσανά μου
και με κοιτάς με πόνο κι υποφέρεις.

Πότε ποθώ να σε θωρώ μπροστά μου
της κόλασης τες φλόγες να μου φέρεις,
να δαιμονίσεις μέσα την καρδιά μου
και ντροπιασμένα λόγια να προφέρεις.

Πότε σ’ εμέ τον ουρανό ν’ ανοίξεις
κι αυτό το βάρος της ζωής που ζούμε
πώς να βαστάξω μόνη να μου δείξεις.

Και πότε στην αγκάλη να με κλείσεις
μαζί μ’ εσέ στη λάσπη να κυλιούμαι
να με πατείς και να μ’ εξευτελίσεις.


Από το βιβλίο: Στέφανος Μαρτζώκης, «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης, Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 146.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

ΤΟ ΦΙΛΙ


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1855-1913)


[ΣΤΟ ΚΑΘΕ ΜΟΥ ΦΙΛΙ…]


Στο κάθε μου φιλί που ξεκολλάει
αφ’ την καρδιά που αλύπητα μού σφάζεις,
ωσάν σφυρί στο στήθος σου χτυπάει
και με την άκρη του ματιού κοιτάζεις.

Άγρια το μάτι λάμπει και γελάει
κι από τα βάθη της ψυχής στενάζεις,
κι αν το λαιμό σ’ αγγίξω που λυγάει,
τινάζεσαι μεμιάς κι ανατριχιάζεις.

Μη μου κρατείς το μέτωπο γειρμένο,
αν λίγο φως το νιό φεγγάρι ρίχνει
μες στου βουνού την κορυφή κρυμμένο.

Κι ασήκωσε τ’ ολόμαυρο κεφάλι
να ιδείς αυτή τη φύση που μας δείχνει
πλατιά πλατιά τ’ αφράτα της τα κάλλη.



Από το βιβλίο: Στέφανος Mαρτζώκης, «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης, Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 144.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

ΙΩΣΗΦ ΒΕΡΔΗΣ



ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ


ΣΤΟ ΒΕΡΔΗ


Ανάμεσα στα σκότη,
σ’ εκατομμύρια χρόνια,
η αγνή μορφή σου αιώνια
σαν ήλιος θα περνά·

κι η φωτεινή σου ιδέα
θα τρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη,
κάτι στα ουράνια μάκρη
τρανά να κυβερνά.

Μπροστά σου θα περνάνε
τ’ αγέννητα τα χρόνια,
κι η μουσική σου αιώνια
στην πλάση θ’ αντηχεί,

ανάμεσα στου Δάντε
την άπλαστη αρμονία,
εκεί που του Φειδία
γροικιέται το σφυρί.



Από το βιβλίο: Στέφανος μαρτζώκης, «Στίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα», εισαγωγή – επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης, Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 174.