PABLO NERUDA
ΘΛΙΒΕΡΑ
ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Αν η Νέα Υόρκη λάμπει σαν
χρυσάφι
κι αν έχει κτίρια με
χίλια πεντακόσια μπαρ,
εγώ θ’ αφήσω εδώ γραμμένο ότι όλα φτιάχτηκαν
με των ζαχαροκαλαμιώνων
τον ιδρώτα·
ο
μπανανιώνας είναι μια πράσινη κόλαση
για
να χορεύουν και να πίνουν στο Νιού Γιορκ.
Στα
πέντε χιλιάδες μέτρα υψόμετρο
δουλεύουνε
και φτύνουν αίμα οι Χιλιανοί
χαλκό
να στέλνουν πάντοτε στη Νέα Υόρκη·
από
την πείνα σωριάζονται οι Βολιβιανοί
σαν
γδέρνουν τα ορυχεία του κασσίτερου
ή σπάζοντας των Άνδεων τα
τοιχώματα·
και ο Ορινόκος, βαθιά
μέσ’ απ’ τις ρίζες του
στη λάσπη, ξεκουκίζει ένα-ένα
τα διαμάντια του.
Από τη γη του Παναμά, που
την αρπάξανε
κι από νερά που βούτηξαν,
περνάνε τα καράβια
να παν στη Νέα Υόρκη το
πετρέλαιό μας,
κι όλα τα λεηλατημένα
ορυκτά που
με σεβασμό μεγάλο
σπεύδουν να τους παραδίδουν
οι παρασημοφορημένοι κυβερνήτες
μας.
Η ζάχαρη τα τείχη υψώνει τα πανύψηλα,
το νίτρο της Χιλής στήνει
τις πόλεις,
ο βραζιλιάνικος καφές
αγοράζει τα κρεβάτια,
τα πανεπιστήμια τους τα δίνει
η Παραγουάη,
από την Κολομβία παίρνουνε
σμαράγδια,
κι απ’ το Πουέρτο Ρίκο βγαίνουν
για τις μάχες τους
τούτου του «συνδεδεμένου»
λαού οι στρατιώτες.
(Αυτός είναι ο μοναδικός
τρόπος που πολεμούν:
οι Βορειοαμερικάνοι δίνουνε
τα όπλα
και οι Πορτορικανοί το
αίμα τους.)
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου