Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ



JULIÁN DEL CASAL


ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Στο θολωτό του βράχου του το μετερίζι
(ωσάν Χριστός στον Γολγοθά) ο τιτάνας κείται
σαν μάρμαρο, αδιάφορος και μόνος – μήτε
μια στάλα βογγητό στο στόμα του δεν πήζει.

Γυμνό το πόδι του εκεί στον βράχο αγγίζει,
που ματωμένος γυπαετός ταλαιπωρείται
πεθαίνοντας. Και δεν τον νοιάζει· δεν θα δείτε
το βλέμμα του καν για συμπόνια να γυρίζει.

Ακούγοντας το βράσιμο το αγριεμένο
που κάνουνε οι αφροί όπως στις γκρεμίλες σκάνε,
το φως θωρεί το ανοίκειο που ’χει ο λυτρωμός του,

μιας κι ένας άλλος γυπαετός με χιονισμένο
το φτέρωμα ήρθε – και όνυχες και μάτια πάνε
και σβήνουν πείνα-δίψα στο αίμα του ήπατός του.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.





ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΘΑΝΑΣΙΜΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ



Θ. Δ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ


ΘΑΝΑΣΙΜΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Υπάρχουν ανάσες μέσα σε μια κόκκινη μποτίλια
Ο Προμηθέας χωρίς τη φωτιά
Πίσω απ’ τις τρίλιες βλέπω ένα διάφανο αγκάθι
Μου θυμίζει τη νύχτα που έχασα το πάθος μου
Συμφόρεση
Καρδιακή ανεπάρκεια
Μια δόση εγκεφαλικό
Ευμάρεια σ’ ένα αταλάντευτο σκουπιδαριό
Υπάρχουν όμορες μέρες
Πυροτεχνήματα και σφαίρες
Στην Ουτοπία της τραγελαφικής ζωής μας
Υπάρχουν διακλαδώσεις εφαπτόμενων χελιδονιών
Ας μην κλάψουμε απόψε
Κανείς δεν πρόκειται να μας ακούσει
Παρά μόνο η κουρτίνα που στο χάος οδηγεί
Κι όντως η σελήνη είναι ένα μεγάλο κομμάτι
Από κεφαλοτύρι



Από το βιβλίο: Θ. Δ. Τυπάλδος, «Η ατέρμονη πύλη», Provocateur, Σαντάνσκι Βουλγαρίας 2018, σ. 1.

ΖΑΝ ΚΟΚΤΩ!



JEAN COCTEAU


RÉVEIL

Bouche grave des lions
Sourire sinueux des jeunes crocodiles
Au fil d’eau du
fleuve charriant des millions
Iles d’épices

Qu’il est beau le fils
de la reine veuve
et du matelot

Le joli matelot délaisse une sirène
Sa plainte de veuve
au sud de l’îlot

C’est la diane dans la cour de la caserne
Rêve trop court
Aube lanternes mal éteintes

Nous nous réveillons
Fanfare en haillons!

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

ΠΑΖΟΛΙΝΙ



PIER PAOLO PASOLINI


LA TOSSE DELL’OPERAIO

Sento tossire l’operaio che lavora qui sotto;
la sua tosse arriva attraverso le grate che dal pianterreno
danno nel mio giardino. Sicché essa pare risuonare tra le piante,
toccate del sole dell’ultima mattina di bel tempo. Egli,
l’operaio, là sotto, intento al suo lavoro, tossisce ogni tanto,
certamente sicuro che nessuno lo senta. È un male di stagione
ma la sua tosse non è bella; è qualcosa di peggio che influenza,
Egli sopporta il male, e se lo cura, immagino, come noi
da ragazzi. La vita per lui è rimasta decisamente scomoda;
come noi, appunto, ragazzi o poveri o quasi poveri.
Guarda, la vita ci pareva consistere tutta in quella povertà,
in cui non si ha diritto neanche, e con naturalezza,
all’uso tranquilo de una latrina o alla solitudine di un letto;
e quando viene il male, esso è accolto eroicamente:
un operaio ha sempre diciotto anni, anche se ha figlio
più grandi di lui, nuovi agli eroismi.
Insomma, a quei colpi di tosse
mi si revela il tragico senso di questo bel sole di ottobre.