Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΜΕ ΒΕΣΠΑ ΣΤΟ ΤΙΜΠΟΥΡΤΙΝΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΙΕΝΕ



 

PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΜΕ ΒΕΣΠΑ ΣΤΟ ΤΙΜΠΟΥΡΤΙΝΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΙΕΝΕ]

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος»)

 

Ἀριστερὰ τὸ Μόντε ντὲλ Πεκοράρο καὶ δεξιά (στὸ βάθος τῆς μεγάλης πλατείας μὲ τὴ μικρὴ καμπάνα ποὺ χτύπαγε σὰ δαιμονισμένη) τὸ Τιμπουρτίνο μὲ τὶς λαϊκὲς πολυκατοικίες καβάλα στὴ βέσπα Τομάζο κι Ἀλμπέρτο τἄφησαν πίσω τους, χάθηκαν. Χάθηκε Βία ντέλε Μέσι ντὌρο, μὲ τὴν ταβέρνα, ὅλη σειρὰ μὲ τὶς μικρὲς κατσιασμένες πικροδάφνες στὶς δυὸ ἄκρες τοῦ δρόμου, ὅλος κεῖνος συρφετὸς τοῦ κόσμου κι οἱ συμμορίες τῶν πιτσιρικάδων καὶ τῶν νεαρῶν, ποὺ τράβαγαν ὅλοι κατὰ τὴν ἴδια κατεύθυνση στὴ Λεωφόρο Τιμπουρτίνα· χάθηκε πίσω τους τὸ Σινὲ Σίλβερ, χάθηκε καὶ τὸ θεοβρόμικο ἐργοστασιάκι παραγωγῆς σαπουνιῶν, ποὺ χε χτιστεῖ τώρα τελευταῖα κάπου ἐκεῖ κοντά.

Ἀνιένε ἔφτανε στὸ Τιμπουρτίνο κατεβάζοντας τὰ νερά του ἀπτὰ μέρη τῶν Καστέλι: ἔφτανε κεῖ πάνω, πέρναγε κάτω ἀπό να παλιὸ πλίθινο γεφυράκι, ὅπου ὑπῆρχε μιὰ φαγάνα κι ἕνα παλιὸ ταβερνάκι σὰν κατακόμβη· ὕστερα περνοῦσε γιὰ λίγο ἀπτὴ μιὰ ἀνάμεσα ἀπὸ κάτι βρόμικα παλιοκηποπερίβολα, γεμάτα ὅμως μὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ Κυρίου, κι ἀπτὴν ἄλλη, ἐκεῖ πρὸς τὶς πολυκατοικίες τοῦ Τιμπουρτίνου, κυλοῦσε μέσα σὲ μιὰ πολὺ μεγάλη ἔκταση μὲ βάτα καὶ ἀτσαλοθερισμένα  στάχυα· μετὰ πέρναγε κάτω ἀπτὸ ἐργοστάσιο τῆς χλωρίνης, ἀπό ναν σωρὸ μὲ δεξαμενές, χαγιάτια, ταρατσοῦλες κρεμασμένες στὸν ἀέρα καὶ φορτωμένες μὲ μεταλικοὺς ἀγωγοὺς, ἀπὅπου καὶ χυνόταν στὸ ρεῦμα του ἕνα ἄσπρο ρυάκι ὀξέων·  κι ἀφοῦ πέρναγε κι ἀπὸ κεῖ, μετὰ χωνόταν κάτω ἀπτὸ τόξο τῆς γέφυρας στὴν Τιμπουρτίνα, χανόταν σὲ μιὰ στοὰ σχηματισμένη ἀπὸ καλάμια, κατέβαινε κι ἄλλο, κατέβαινε κι ἄλλο, κυλώντας κάτω, πρὸς τὸ Μοντεσάκρο, γιὰ νὰ χυθεῖ τελικὰ στὸν Τίβερη.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

ΚΛΟΤΣΟΠΑΤΙΝΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΙΕΤΡΑΛΑΤΑ


 

PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΚΛΟΤΣΟΠΑΤΙΝΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΙΕΤΡΑΛΑΤΑ]

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος»)

 

Ὁ Τομάζο τὴ σκηνὴ τὴ θυμόταν σὰ νά ’χε γίνει μόλις τώρα: τὸ ξύλο πού ’χε πέσει!... τὴ μπουρδελοκατάσταση ὅλη ὅπως εἶχε ἐξελιχτεῖ! Σὰν νὰ τσακώνονταν τίποτα γερο-μεθύστακες στὸ πτωχοκομεῖο κι ἀκόμα χειρότερα! Ἦταν αὐγουστιάτικο βράδυ, σὰν κι αὐτὸ τώρα, ζεστό, κι ἔμοιαζε μέρα. Τὸ φεγγάρι ἤτανε σὰν νά ’χε πιάσει πυρκαγιά, μιὰ πυρκαγιὰ βιολετιά, πού ’βαφε βιολετιὰ τὰ πάντα: σκόνη, σκουπίδια, παραγκόσπιτα. Ὁ κόσμος τριγύρναγε ἔξω μισόγυμνος. Στοὺς συνοικισμούς, στὰ παλιοχώραφα — ὁ κόσμος ἔμοιαζε καταυλισμὸς τσιγγἀνων. Παράθυρα καὶ πόρτες, ὅλα ὀρθάνοιχτα καὶ μ’ ὅλη τὴν κουρελαρία τους σὲ πάγκοινη θέα. Ἄλλος γέλαγε, ἄλλος ἔκλαιγε, στὴ μιὰ παράγκα εἶχαν ξεφάντωμα, στὴν ἄλλη ψυχομαχητό. Καὶ παντοῦ συντροφιὲς παιδιῶν ποὺ βολοδέρνανε τραγουδώντας, μὲ τὶς φανελίτσες τους ν’ ἀνεμίζουν ἔξω ἀπ’ τὰ παντελόνια τους.

Οἱ γέροι κάθονταν κάτω ἀπ’ τὶς κληματαριές, ἀνάμεσα στὶς καλαμωτές, στὶς ταβερνοῦλες. Ἀνάμεσά τους κι ὁ Πασαλάκουα.

Αὐτὸς κι ἕνας ἄλλος, κανονικὸς γερο-χωριάταρος, εἶχαν πιάσει κουβέντα τὴν κουβέντα νὰ μαλώνουν γιὰ τὰ ζωντανά τους. Ἀγωγιάτες ἤτανε κι οἱ δυό τους, καὶ μουλαρωμένος ὁ καθένας τους ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ὅτι τὸ δικό του ἀβασταγὸ ἐτράβαγε καλύτερα τὴν καρότσα στὴν ἀνηφόρα τοῦ ἀναχώματος, ὅπου δουλεύανε — ἀναχώματος φτιαγμένου ἀπὸ μπάζα. Ἡ μιὰ κουβέντα φέρνει τὴν ἄλλη, καὶ ξανὰ-μανὰ τὴν παράλλη, καὶ δῶσ’ του ὅλο πεῖσμα καὶ γινάτι κουβέντα τὴν κουβἐντα, μὰ καὶ συνάμα τύφλα κι οἱ δυό τους στὸ μεθύσι, πράγμα ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ τὰ βλέπουν ὅλα διπλά, ἄρχισαν νὰ πλακώνονται στὰ μπουνίδια.

Ἄρχισαν ἀπ’ τὴν ταβέρνα, μ’ ὅλα τ’ ἄλλα γερόντια ἀπὸ γύρω τους, στουπὶ κι αὐτὰ στὸ μεθύσι, νὰ πολεμᾶν νὰ τοὺς χωρίσουνε. Κάποια στιγμὴ ἐφάνηκε πὼς θέλησαν νὰ σταματήσουν, ἀλλὰ μόλις βγῆκαν ἔξω — μὲ τὴ γεροντοκομπανία σὲ ὁλομέλεια, μὲ τ’ ἄσπρα τὰ μαλλιὰ ἢ μὲ τὶς φαλάκρες τους— ξανάπιασαν τὸν καβγά μπρὸς στὴν πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ μὲ τὸ ἠλεκτρικὸ γλομπάκι νὰ ἔχει τὸ φῶς του ξεθωριασμένο καθὼς τὸ θάμπωνε τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.

Ντίρλα ὅπως ἤταναε βάραγαν ὅπου βρίσκανε συνεπαρμένοι ἀπ’ τὴν ὁρμή τους: ζντὰν μιὰ μπουνιὰ χωστὴ στὸ στομάχι, μπὰνφ μιὰ κλοτσιὰ ἴσια στ’ ἀρχίδια.

Ἔτσι, κοπανώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ οὐρλιάζοντας, πήγαιναν τὴ μιὰ ἀπὸ δῶ καὶ τὴν ἄλλη ἀπὸ κεῖ, ἐνῶ ἦταν ἀπὸ κοντὰ κι οἱ ἄλλοι ποὺ πάλευαν νὰ τοὺς χωρίσουνε καὶ τοὺς ἔλεγαν συμβουλευτικὰ νὰ πάρει ὁ καβγάς τους τέλος.

Φύγανε καὶ πήγανε σ’ ἄλλο μέρος: σὲ κάτι ὄχθες τοῦ Ἀνιένε, στὴν ἐξοχή· κι ἔπειτα ξαναγύρισαν στὴν ταβέρνα.

Εἶχε μαζευτεῖ κόσμος καὶ ντουνιάς —μαζὶ κι ἀγόρια, ἀπὸ κοντὰ καὶ πιτσιρίκια— καὶ κάθονταν νὰ βλέπουν ἢ νὰ τρέχουν ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ ἀνάλογοα μὲ τὸν τόπο ποὺ μετακινοῦνταν οἱ ἄλλοι, κι ἦταν σὰ μιὰ φούχτα ξερὰ φύλλα, ποὺ τὰ παράσερνε ὁ ἄνεμος, ἢ σὰν κανὰ σμάρι σπουργιτόπουλα. Ἀνάμεσά τους βρισκόταν κι ὁ Τομάζο, μισόγυμνος κι αὐτός, καὶ μαυρόπετσος σὰν ἀνδαλουσιάνος γύφτος.

Τώρα φαινόταν ὅτι εἶχαν κι οἱ δυό τους βαρεθεῖ, καὶ στέκονταν παράμερα, χωριστὰ μεταξύ τους, ὁ καθένας μὲ τοὺς πιὸ στενούς του φίλους, μὲ φάτσες κόκκινες σὰν αἷμα καὶ μὲ δόντια ξέσκεπα κάτω ἀπ’ τὰ γκρίζα κι ἀξύριστα γένια τους. Ξαφνικὰ ὁ Πασαλάκουα τινάχτηκε ἀπότομα κι ἔτρεξε σὰ δαιμονισμένος πρὸς τὴν ταβέρνα· ὁλόγυρα ὑπῆρχε ἕνας φράχτης ἀπὸ κάτι μισοσάπια καὶ μισοξεθαμμένα παλούκια. Βούτηξε ἕνα, τὸ κούνησε πέρα-δῶθε, τὸ ξερίζωσε κι ἄρχισε νὰ βαράει, στὰ τυφλά, κι ὅλοι το ’βαλαν στὰ πόδια, ἄλλος ἀπὸ δῶ κι ἄλλος ἀπὸ κεῖ. Ἀλλ’ ἀκόμα κι ὁ ἄλλος ἀγωγιάτης εἶχε βάλει τὴν οὐρὰ στὰ σκέλια κι ἔμοιαζε σὰ νά ’θελε, σιγά-σιγά, νὰ κόψει λάσπη. Σιγὰ ὅμως πού ’θελε! Ἔδραμε στὴν ταβέρνα, μπῆκε καί, ὅταν ξαναβγῆκε, ἐκράταγε μιὰ καρέκλα κι ἄρχισε νὰ κοπανάει, σὰν τρελὸς κι ἐλόγου του, καρεκλιὲς ἐδῶ κι ἐκεῖ στὴν τύχη. Μ’ ὅλο τοῦτο τὸ κλοτσομπουνίδι πού ’βλεπαν οἱ ἀπὸ γύρω τους, πότε νὰ κοπανάει ὁ ἕνας καὶ πότε ὁ ἄλλος, ναί,… οἱ παριστάμενοι ἦταν σὰ νὰ συμμετεῖχαν σὲ λιτανεία, ἀφοῦ πήγαιναν τὴ μιὰ φρτττ ἀπὸ δῶ καὶ τὴν ἄλλη χρτττ ἀπὸ κεῖ, προσπαθώντας μὲν κάπως νὰ τοὺς σταματήσουν, ἀλλὰ καὶ ἐλπίζοντας κάπως ὅτι κάποια στιγμὴ θ’ ἀπολαύσουν τὸ ὡραῖο θέαμα, ὁ ἕνας ἀπ’ τοὺς δυὸ ν’ ἀνοίξει στὰ δυὸ τὸ κεφάλι τοῦ ἄλλου.

Κάποια στιγμὴ ἐκεῖ, καθὼς ἔτρεχε κι ὁ Τομάζο πάνω-κάτω, εἶδε στὸ χῶμα ἕκα κουβαράκι ροῦχα: τὸ σακάκι καὶ τὸ μπερεδάκι τοῦ Πασαλάκουα. Ἔσκυψε, κοίταξε τριγύρω, τὰ βούτηξε καὶ δρόμο.

Κάποιος, ὅμως, ποὺ τὸν ἤξερε, τὸν εἶχε πάρει μάτι ἀπὸ κάποια ξώπορτα. Καί, καθὼς οἱ καβγατζῆδες εἴχανε πιὰ φιλιώσει, ἐνημέρωσε σχετικὰ τὸν Πασαλάκουα πού ’ψαχνε ἐκεῖ γύρω νὰ βρεῖ τὰ πράγματά του: «Ὁ κανακάρης τοῦ Τορκουάτο σ’ τὰ πῆρε!» Ὁ Πασαλάκουα κι ὁ ἄλλος πῆγαν τότε στὴν παράγκα τοῦ Τομαζίνο . Ὁ Τομαζίνο ἦταν μέσα, ἡ μάνα του στὴν αὐλίτσα. «Μέσα εἶν’ ὁ γιός σας;» τὴ ρώτησε ὁ Πασαλάκουα καὶ τὸ μάτι του εἶχε γίνει μελιτζανί. «Πρέπει νά ’χει τὸ σακάκι καὶ τὸ καπέλο μου!»

Ἀκούγοντας τὶς φωνὲς ὁ Τομαζίνο μπῆκε ἀμέσως στὸ νόημα καὶ βγῆκε ἔξω ἔχοντας τὰ πράγματα στὰ χέρια του. «Στὸ χῶμα τά ’δα», εἶπε κάνοντας τὸ καλὸ κι ἀθῶο παιδάκι, «δὲν ἤξερα ὅτ’ ἦταν δικά σας, καὶ τά ’μασα. Εἶδα καὶ τὸ ξύλο πού ’πεφτε καὶ τρόμαξα. Καὶ τά ’φερα δῶ… ἐδῶ τά ’φερα!»

«Καὶ πολὺ καλὰ ἔκανες, μπράβο σου!» εἶπε ὁ Πασαλάκουα. Καὶ τοῦ ’δωσε καὶ πεντακόσιες λιρέτες, κι ἔπειτα ἤθελε νὰ τὸν πάρει μὲ τὸ ζόρι νὰ πᾶ’ νὰ πιοῦν κανὰ ποτήρι: «Ἄκου λέει τρόμαξα!» τοῦ εἶπε· «Στ’ ἀστεῖα τὸ κάναμε! Ἄντε ἔλα, πᾶμε! Πᾶ’ νὰ πιοῦμε καμιὰ γουλιά! Τὸ κρασὶ διώχνει τὶς σκέψεις!»

 

Μετάφραση; Γιῶργος Κεντρωτής.

 


Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

ΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΦΟΡΛΑΝΙΝΙ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΦΟΡΛΑΝΙΝΙ]

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος» / «Una vita violenta»)

 

Στὸ μεταξὺ μιὰ ὁμάδα ἀπὸ νοσοκόμους τοῦ σανατόριου, ποὺ γιὰ τὴν πάρτη τους εἶχε γίνει ὅλο τοῦτο τὸ νταβαντούρι, πῆγαν στὴ Διεύθυνση νὰ μιλήσουν μ’ αὐτὸν τὸν περιβόητο Φάνι καὶ μὲ κάτι ἄλλους ἐκεῖ, λέγοντάς τους ὅτι θὰ ἔκαναν ἀναστολὴ τῆς ἀπεργίας τους, φτάνει οἱ ἀστυνομικοὶ νά ’φευγαν καὶ νὰ γύρναγαν στὴ δουλειά τους. Τοὺς εἶπαν ὄχι, δὲ γίνεται, δε μποροῦσαν, τὸν ἔλεγχο τοῦ Φορλανίνι τὸν εἶχε ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας. Ὕστερα, ὅμως, μεσολάβησαν ἄλλα γεγονότα καί, γιὰ νὰ μὴν τὰ πολυλογοῦμε, τράβα κι ἄσε ὁ ἕνας ἀπὸ δῶ, τράβα κι ἄσε ὁ ἄλλος ἀπὸ κεῖ, κατέληξαν σὲ κάποια συμφωνία: οἱ ἀστυνομικοὶ τὴν ἔκαναν ὄμορφα κι ὡραῖα ἀδειάζοντας τὴ μεγάλη πλατεία, καὶ οἱ νοσηλευόμενοι, ὁλοένα καὶ πιὸ ἱκανοποιημένοι, γύρισαν ἄλλοι στὰ τμήματά τους, γιὰ νὰ ξαπλώσουν στὰ κρεβάτια τους καὶ νὰ ξεκουραστοῦν ὅσο νά ’ναι, κι ἄλλοι ἔμειναν μαζεμένοι ἐκεῖ, μπροστὰ στὴν εἴσοδο.

Θὰ πέρασε μισὴ ὡρούλα, θὰ πέρασε μιὰ ὥρα κι ἦρθε μεσημέρι· καὶ νά, ἐντελῶς στὰ καλὰ καθούμενα, ξαναφάνηκαν τὰ ὀχήματα τῆς ἀστυνομίας, μπούκαραν μὲ τὸ γκάζι τέρμα πατημένο  στὸ νοσοκομεῖο καὶ χωρὶς ν’ ἀφήσουν χρόνο νὰ διαδοθεῖ τὸ μαντάτο, μπῆκαν τὰ τζιπάκια της στὰ στρατηγικὰ σημεῖα κι ἔτσι καταλήφθηκε τὸ ἐσωτερικὸ τῶν τμημάτων.

Κάποιοι προσπάθησαν ν’ ἀντισταθοῦν, ἰδίως οἱ γυναῖκες, ποὺ ἦταν κι οἱ πιὸ φαρμακωμένες, ἀλλὰ οἱ ἀστυνομικοί, ποὺ σύμφωνα μὲ τὶς φῆμες ἔπαιρναν κατευθεῖαν ἐντολὲς ἀπ’ τὸν ἀστυνομικὸ διευθυντὴ Φοῦσκο, ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ ξεμπερδεύουν μιὰ καὶ καλὴ μὲ τὴν ὅλη ἱστορία.

Μὲ τὴ μία πέρασε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἡ φήμη ὅτι πιὰ δὲν γινότανε τίποτα κι ὅτι οἱ μπάτσοι ἦταν ἱκανοὶ ἀκόμα καὶ νὰ σκοτώσουν. Ἔλεγαν, μάλιστα, ὅτι μιὰν ἀσθενὴ στὸ χειρουργεῖο τὴν ἔσουρναν ἀπ’ τὰ μαλλιά, τῆς ξέσκισαν τὰ ροῦχα καὶ τὴν ἄφησαν μόνο μὲ τὰ κουρελιασμένα  ἐσώρουχά της.  Ἐλεγαν ἐπίσης ὅτι μιὰ ἄλλη τρόμαξε τόσο πολύ, ποὺ μουγκάθηκε καὶ δὲν μποροῦσε νὰ βγάλει κίχ. Καὶ γιὰ μιὰν ἄλλη μὲ πνευμονοθώρακα ἔλεγαν ὅτι τὴν εἶχαν ξωπετάξει μὲ ἀπανωτὲς ματσουκιές.

Τὸ πραγματικὸ γεγονὸς ἦταν ὅτι ὅλα τὰ τμήματα καταλήφθηκαν ἀπὸ τὴν ἀστυνομία· ὑπῆρχαν ἀπὸ δέκα ἴσαμε τριάντα μπατσόσκυλα σὲ κάθε τμῆμα. Κι ἔμειναν ἐκεῖ ὅλο τ’ ἀπόγευμα κι ὅλη τὴ νύχτα, ἐνῶ τὰ τζιπάκια περιπολοῦσαν στοὺς κήπους μὲ τοὺς προβολεῖς τους ἀναμμένους.

Οἱ μπάτσοι εἶχαν κατασκηνώσει ἐκεῖ μέσα κανονικά, ἐφοδιασμένοι μὲ δακρυγόνες βόμβες, μὲ αὐτόματα ὅπλα καὶ μὲ πιστόλια.  

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΤΑ ΚΑΜΠΑΝΙΣΜΑΤΑ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΤΑ ΚΑΜΠΑΝΙΣΜΑΤΑ]

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος»)

 

Ὁ Τομάζο συνέχισε νὰ νιώθει ἄσχημα. Θά ’δινε κι ἕναν χρόνο ἀπ’ τὴ ζωή του νά ’χε πάνω του τίποτα ρέστα γιὰ ἕνα τσιγαράκι ρὲ σύ.

Ἔμεινε ἐκεῖ ὅπως ἦταν γιὰ κάμποσο, μπορεῖ καὶ παραπάνω ἀπὸ μιὰν ὥρα, ἀσάλευτος στὸ κρεβάτι, νὰ κολυμπάει στὸν ἱδρώτα.

Ὕστερα κάτι ἄλλαξε: κατάλαβε πὼς ἔξω δὲν ἦταν πιὰ μαῦρο σκοτάδι, πὼς ὑπῆρχε μιὰ σταξιὰ φῶς, ἴσα-ἴσα ν’ ἀσπρίζει τὴν ἀτμόσφαιρα. Μπορεῖ, ὡστόσο, νά ’ταν καὶ ἡ ἐντύπωση ἡ δική του, ἢ τ’ ὅτι ἀλάφραινε λιγάκι τὸ σκοτάδι μπορεῖ καὶ νὰ ὀφειλόταν ἁπλῶς στὴν Περμόλιο καὶ στὴ φλόγα της, ποὺ πετελούδιζε ψηλὰ στὸν οὐρανό. Δὲν ἀκουγόταν τίποτα, οὔτε φωνὴ οὔτε θόρυβος, τίποτα.

Νά, ὅμως, ποὺ σιγὰ-σιγὰ ἄρχισαν νὰ χτυποῦν κάτι καμπάνες. Καμπανίσματα ἄτονα, σβησμένα, καθὼς ἔρχονταν ἀπὸ μακριά, πέρα ἀπ’ τὶς πτέρυγες τοῦ νοσοκομείου καὶ τοὺς κήπους, μπορεῖ κι ἀπὸ τὴ βία Πορτουένσε, ἀπ’ τὴν ἐκκλησία δίπλα στὴ Βίνια Πία ἢ καὶ ἀπὸ καμιὰ καινούργια ἐκκλησία, χτισμένη στὰ μέρη ἐκεῖνα, στὸ Καζαλέτο, στὸ Κορβιάλε, στὴ Σάντα Πάσερα… Ἦταν ἦχος ποὺ ποτέ του ὁ Τομάζο δὲν εἶχε καταλάβει τί σήμαινε· δὲν ἀποκλείεται, πάντως νά ’χε πιάσει τὸ νόημά του παλιά, ὅταν ἤτανε παιδάκι, μὰ τώρα πιὰ νὰ μὴν τὸ θυμόταν. Ἔμοιαζε νά ’ρχεται ἀπ’ τῆς γῆς τὰ ἔγκατα ἢ ἀπὸ κάποιο σημεῖο τ’ οὐρανοῦ, ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς χαραυγῆς, ὅπου ὑπάρχει λίγο φῶς ροδαλούτσικο καὶ ποὺ φαίνεται ὅτι προαναγγέλλει μέρα ὄμορφη κι εὐτυχισμένη. Ἦταν ὁ ἦχος τοῦ Ὄρθρου. Μὰ ἀκόμα δὲν διακρινόταν καθαρὰ ἂν ἦταν σημάδι γιορτῆς γιὰ τὴ μέρα ποὺ ἐπέστρεφε στὸν κόσμο, ἢ ἂν ἦταν χτύπος ποὺ δήλωνε πένθος ἢ κάτι κακό. Μπορεῖ, βέβαια, νὰ σήμαινε καὶ τὰ δύο, νά ’ταν δυὸ μηνύματα ἀνακατεμένα, ποὺ ὄντας μπερδεμένα ἀλληλοεξουδετερώνονταν, καὶ στὴν πραγματικότητα νά ’ταν ἕνας μόνο ἦχος, ποὺ ἐπαναλαμβανόταν ἄτονος συνέχεια καὶ συνέχεια. Ὁ Τομάζο δὲν καταλάβαινε τί σήμαινε, τί ἤθελε νὰ πεῖ, γιατὶ δὲν διέθετε οὔτε τὸν τρόπο οὔτε τὰ λόγια νὰ τὸ ἐκφράσει· ἄσε ποὺ ποτέ του δὲν εἶχε δώσει σημασία σὲ τέτοια πράγματα οὔτε τοῦ ’χε μιλήσει ποτὲ κανένας γι’ αὐτά, λὲς καὶ δὲν ὑπῆρχαν κάν. Τώρα, ὅμως, ὁ ἦχος αὐτὸς ὑπῆρχε, καὶ ἦταν δυνατός, ντάν, ντάν, ντάν, ντάν, καὶ περνοῦσε μέσα ἀπὸ ὅλες κεῖνες τὶς κοιμισμένες ἀκόμα γειτονιές, τρυπώντας τὴ μπαγιάτικη ἀτμόσφαιρα ποὺ μόλις ἄρχιζε ἀγάλι-ἀγάλι νὰ ξαστερώνει, νὰ φρεσκάρεται ἀπὸ μέσα μόνη της, χωρὶς ἄλλη μεσολάβηση, καὶ νὰ γίνεται πρῶτα γκρίζα κι ἔπειτα καθαρὴ γιὰ νὰ ξαναβρεθεῖ παρέα μ’ ὅλα τὰ πράγματα, τοὺς τοίχους, τὰ φυτά, τ’ ἀγροτόσπιτα, τοὺς δρόμους. Καὶ τοῦτο πέραν τοῦ ὅτι γιὰ κάποιους ἔπρεπε κάτι νὰ σημαίνει: γιὰ τὸν παπὰ νὰ ξεκινήσει τὴ λειτουργία, μὰ καὶ γιὰ τὸν νεωκόρο, γιὰ καμιὰ γριούλα, γιὰ τοὺς ἐργάτες τῆς νυχτερινῆς βάρδιας ποὺ τώρα θὰ σχόλαγαν, γιὰ ὅποιους ταξιδιῶτες θά’πρεπε νὰ πάρουν τὸ τρένο νὰ φύγουν.

Θὰ μποροῦσε, ὅμως, νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι κεῖνες οἱ καμπάνες, κεῖνα τὰ μυστηριακὰ ντάν, ντάν, ντάν, ντάν, μὲ τὰ ὁποῖα ἀναγγελλόταν ἡ γέννηση καὶ ἡ ζωὴ τῆς νέας μέρας, ἦταν σὰν νά ’λεγαν ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἀνώφελα, ὅτι ὅλοι οἱ ζωντανοὶ ἦταν κιόλας πεθαμένοι καὶ θαμμένοι, ψυχὲς χαμένες. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ μυρουδιὰ τῆς λάσπης, τῆς βροχῆς, τοῦ καφὲ μὲ γάλα, αὐτὴ μυρουδιὰ ἡ φερμένη ἀπὸ κεῖνα τὰ καμπανίσματα ἄρχισε νὰ γίνεται αἰσθητὴ παντοῦ τριγύρω, νὰ δίνει νόημα γαλήνης καὶ φρεσκάδας.

Σαστισμένος κάπως ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἦχο, ποὺ τώρα πού ’χε ἀρχίσει δὲν ἔλεγε νὰ τελειώσει, ἐνῶ κι ἄλλες καμπάνες ἄλλων ἐκκλησιῶν, ἀπ’ τὸ Τραστέβερε, ἀπ’ τὸ Τεστάτσιο, ἀπ’ τὸ Σὰν Παόλο, εἶχαν ἀρχίσει κι αὐτὲς νὰ βαρᾶνε, μὲ τὸν ἴδιον ἦχο, μὲ τὴν ἴδια μελαγχολία, ὁ Τομάζο ἔνιωσε νὰ βυθίζεται λίγο-λίγο σ’ ἕναν ὕπνο βασανιστικό, βαθὺ καὶ ἀκατανίκητο. Ἔμεινε κεῖ σὰν πέτρα, νὰ βουλιάζει σιγὰ-σιγὰ στὸν ὕπνο, ἐνῶ ἀπὸ μέσα του τά ’βαζε ἀκόμα μὲ τὶς καμπάνες ποὺ βάραγαν, καὶ τὶς γαμοσταύριζε μὲ βλαστήμιες γιὰ τὸ σόι τους. Ἀποκαρωμένος κοιμήθηκε γι’ ἀρκετὴ ὥρα — τὸν εἶχε ρουφήξει ἕνας λήθαργος, τὸν εἶχε καταπιεῖ χαρίζοντάς του τὴ γαλήνη.

Ξύπνησε καὶ νόμιζε ὅτι ἄκουγε μιὰν ἄλλη καμπάνα. Καὶ πραγματικά, μόλις ξύπνησε τελείως, κατάλαβε ὅτι, ναί, στ’ ἀλήθεια, χτυποῦσε μι’ ἄλλη καμπάνα. Μὰ αὐτὴ ἦταν πιὸ κοντά του, κι ἔμοιαζε σὰ νὰ βρισκόταν πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι του, ἴσως σὲ κάποια διπλανὴ πτέρυγα, στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νοσοκομείου.

Τώρα εἶχε πιὰ ξημερώσει. Ἀπ’ τὸ παράθυρο ἔμπαινε φῶς ἄσπρο, φῶς ποὺ σὲ στράβωνε· κι ἀκόμα πιὸ ἄσπρα φαίνονταν τόσο τὰ κρεβάτια πάνω στὰ γυαλιστερὰ πλακάκια τοῦ δάπεδου, ὅσο και τὰ σχήματα ὅσων ἀκόμα κοιμόντουσαν. Κάποιοι, πού ’χαν ἤδη ξυπνήσει, μέναν καθιστοὶ στὰ κρεβάτια τους ἢ ὄρθιοι πλάι στὸ κομοδίνο τους μέσα σ’ ἕνα φῶς καθαρὸ σὰν τὸ γάλα.

Ἦταν ἕνα καμπανάκι μόνο, καὶ χτυποῦσε γρήγορα καὶ δυνατά: τρεῖς φορὲς κάνοντας ντὰν, ντάν, ντάν, κι ἄλλες τρεῖς κάνοντας ντίν, ντίν, ντίν. Μετὰ σταμάταγε γιὰ λίγο καὶ ἀμέσως μετὰ ἐπαναλάμβανε τὰ δυὸ τριπλά του χτυπήματα. Ἔτσι πήγαινε τὸ πράμα, τὸ ἴδιο συνέχεια. Χτυποῦσε γιὰ κάποιον ποὺ πέθανε. Τὸν ἦχο αὐτὸν ὁ Τομάζο τὸν κατάλαβε, τὸν ἤξερε, τὸν ἀναγνώρισε. Ἡ ἀντήχησή του φαινόταν τώρα δυνατότερη, μιᾶς καὶ ὑπῆρχε ἀκόμα πολλὴ σιωπὴ καὶ μπόλικη ἡσυχία, μολονότι τό ’νιωθες ὅτι ἡ ζωὴ εἶχε πιὰ ξαναρχίσει νὰ κυλάει. Καὶ κυλοῦσε μὲ ἐπιμονὴ μπαίνοντας ἀπ’ ὄλες τὶς πάντες, ἀπ’ τὸ παράθυρο, ἀπ’ τὸ διάδρομο… κυλοῦσε μαπίνοντας μὲ τὸν ὀξὺ καὶ διαπεραστικό της ἦχο.

Κι ἀφοῦ κυλοῦσε, δὲ σταματοῦσε. Σὲ εἰδοποιοῦσε, ἐντάξει, πὼς κάποιος εἶχε πεθάνει, πώς τά ’χε ὁ καημένος τινάξει τὰ πέταλα, καὶ δόξα τῶ Θεῶ νὰ λές, μακριὰ ἀπὸ δῶ. Ναί, ἀλλὰ ὁ ἦχος ἦταν τόσο ἐπίμονος, ποὺ σ’ τὴν ἔδινε καταφέφαλα. Κάθε φορὰ ποὺ σταμάταγε τὸ καμπανάκι, ἔμοιαζε νά ’χει ἐπιτέλους σταματήσει ὁριστικά, νὰν τό ’χει καταπιεῖ ἡ σιωπὴ τοῦ πρωινοῦ καὶ νὰν τό ’χει κάνει ἤμερο, ὑποτακτικὸ καὶ πειθήνιο. Ἀλλὰ ὄχι! Νά ’το πάλι, δῶσ’του, ντάν, ντάν, ντὰν στὴν ἀρχή, κι ἔπειτα ντίν, ντίν, ντίν.

Ὁ οὐρανὸς τώρα παρέμενε γκρίζος, μὰ εἶχε γίνει φωτεινότερος , ἴσως ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἀκόμα ἐντελῶς μέρα, ἀλλὰ μπορεῖ κι ἐπειδὴ ἦταν σκεπασμένος μὲ σύννεφα. Ἡ μοναδικὴ ζωὴ σ’ ὅλο τοῦτο τὸ νεογέννητο φῶς ἦταν κεῖνο κεῖ τὸ καμπαννάκι, ποὺ χτυποῦσε, χτυποῦσε, χτυποῦσε, σταμάταγε γιὰ λίγο σάμπως γιὰ νὰ πάρει μι’ ἀνάσα, κι ἔπειτα ξανάρχιζε νὰ χτυπάει, νὰ χτυπάει, νὰ χτυπάει.

 

Μετάφραση:  Γιῶργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΓΡΑΜΜΑ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΖΟΛΙΝΙ



ΓΡΑΜΜΑ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΖΟΛΙΝΙ

εδώ

O TOMAZO ONEIΡEYETAI



PIER PAOLO PASOLINI

 

[O TOMAZO ONEIΡEYETAI]

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα: Βίος Βίαιος

 

Στὸ μεταξὺ εἶχε μαζευτεῖ γύρω στὴν αὐλίτσα ὅλη ἡ γειτονιά: κάθονταν ὅλοι τους στριμωγμένοι, ἦταν ἀμίλητοι, σιγανογελοῦσαν μεταξύ τους καὶ κοίταζαν πρὸς τὴν παράγκα τοῦ Τομάζο.

«Οὔφ, τὶ γυρεύουν τώρα ὅλοι τοῦτοι;» σκεφτόταν ὁ Τομάζο μπανίζοντάς τους. Σηκώθηκε καὶ μπῆκε στὸ σπίτι. Ἡ μάνα του καθόταν σὲ μιὰ καρεκλίτσα μὲ ξεπατωμένη ψάθα δίπλα στὸ τραπέζι. Ἦταν κι αὐτὴ περιποιημένη, πεντακάθαρη, μὲ τ’ ἄσπρο της φόρεμα. Κοιτάζοντάς την, ὅμως, ὁ Τομάζο ξαφνικὰ κατατρόμαξε, ποιός ξέρει γιατί. Τὴν κοίταζε σχεδὸν τρέμοντας καὶ τὴ ρώτησε: «Ρὲ σὺ μάνα, μπὰς κι εἶσαι πεθαμένη;»

Ἡ κυρα-Μαρία ἔσκασε στὰ γέλια· σηκώθηκε ἀπ’ τὴν καρέκλα της καὶ πῆγε στὸ ντουλάπι. Τὸ ἄνοιξε κι ἄρχισε νὰ βγάζει σωρὸ τὰ φαγητά, ἀμέτρητα φαγητά.

«Φάε, Τομά μου, φάε!» τοῦ ’λεγε τρυφερά, ὅλο ἀγάπη. Κι ἔβαζε στὸ τραπέζι φετουτσίνες, ἀβγά, κοτόπουλα, σαλάτα, ροδάκινα.

«Φχαριστῶ, ρὲ μάνα», ἔκανε ὁ Τομάζο κι ἄρχισε νὰ τρώει, ἐνῶ οἱ γονεῖς του κάθονταν καὶ τὸν ἐκοίταζαν χαμογελώντας.

Τὸ σπίτι ἦταν σὰν νά ’χε μεγαλώσει, κι ὁ Τομάζο μὲ δυσκολία τὸ ἀναγνώρισε: ὁ μεσότοιχος, ποὺ τὸ χώριζε στὰ δύο, ἦταν πανύψηλος, σὰν να μὴν τελείωνε πουθενά, κι ἔμοιαζε σὰν νὰ μὴν ἔφτανε τὸν καβαλάρη —τὸ ζευκτὸ δοκάρι τῆς στέγης γιὰ ὅποιον δὲν ξέρει—, λὲς κι ἐκεῖ πάνω περίσσευε κάτι σὰν κενὸ ποὺ δὲν εἶχε κανένα νόημα.

«Τί ’ν’ αὐτὸ κεῖ πάνω;» ρώτησε τὴ μάνα του ὁ Τομάζο ἔχοντας ἀρχίσει νὰ τρώει τὶς φετουτσίνες.

«Τί πά’ νὰ πεῖ Τί ’ν’ αὐτό;» τοῦ ’πε ἡ μάνα του· «Δηλαδὴ ἐσὺ ποῦ κοιμᾶσαι; — κεῖ πάνω δὲν κοιμᾶσαι;»

Στὸ μεταξύ, μὲ χαρούμενες γιορταστικὲς φωνὲς καὶ μὲ σπρωξίματα, ἄρχισαν οἱ γείτονες νὰ μπαίνουν στὸ σπίτι· ἦταν ὅλοι τους ἱκανοποιημένοι, γελοῦσαν ἀκόμα καὶ τὰ μάτια τους: «Νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρός!» ἄρχισε νὰ στριγγλίζει κάποιος. Κι ὕστερα ἀπὸ λίγο γίνηκε ὁ χαμὸς τοῦ χαμοῦ. «Νὰ ζήσουν τὰ νιογάμπρια, νὰ ζήσουν τὰ νιογάμπρια!» φώναζαν ὅλοι. «Τὸν Καρλέτο  νὰ φωνάξουμε, ρέ σεῖς, νὰ φέρει τὴν κιθάρα!» φώναζε κάποιος. Ὁ Καρλέτο, ὡστόσο, ἦταν ἤδη ἐκεῖ, εἶχε μαζὶ καὶ τὴν κιθάρα του, τὴν ἔπαιζε καὶ τραγουδοῦσε μὲ τὰ μαλλιά του ἀνακατεμένα καὶ μὲ τὰ μάτια του νὰ φτύνουν φωτιές.

Τὰ νιογάμπρια ἦταν ὁ πατέρας κι ἡ μάνα τοῦ Τομάζο, καὶ χαμογελοῦσαν κάπως συγκινημένοι μ’ ὅλη τούτη τὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα· Ὁ κυρ-Τορκουάτο εἶχε πιάσει ἀπὸ τὴ μέση τὴν κυρα-Μαρία, μικροδέματη καὶ ἀξιολάτρευτη μὲς στ’ ἄσπρα μεταξωτά της ροῦχα, κι ἡ σκηνὴ ἔμοιαζε σὰν νά ’χαν πάρει πόζα γιὰ νὰ βγοῦν φωτογραφία.

Στὸ μεταξύ ὁ Τομάζο, μένοντας λιγάκι παράμερα, γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλεῖ μὲ τὴν παρουσία του τὸ γλέντι τοῦ γάμου, συνέχιζε τὸ φαγητό του. Τώρα τὸν ἐνδιέφερε μόνο τὸ φαΐ. Εἶχε μπροστά του ἕνα πιάτο φετουτσίνες πού ’χαν γίνει ψηλὸς λοφίσκος, μὰ δὲν κατάφερνε πάντα νὰ τὶς τυλίξει στὸ πιρούνι του, κι ὅταν τὸ κατάφερνε, ἦταν μετὰ ὁλόκληρη ἱστορία τὸ πῶς θὰ τὶς μπούκωνε καὶ πῶς θὰν τὶς κατάπινε.

Ἦταν, ὅμως, νόστιμες· τέτοιες ὁ Τομάζο παλιὰ δὲν τὶς εἶχε ποτέ του ξαναδοκιμάσει· κι εἶχαν ἀπὸ πάνω τους τριμμένο δυὸ δάχτυλα πεκορίνο, κι ἀπ’ τὸ χρῶμα τους καταλάβαινε ὅτι ἦταν φτιαγμένες μὲ μπόλικα ἀβγά, γιατ’ ἦταν κατακίτρινες, καὶ καθόλου λασπωμένες, πραγματικὰ ἀλ ντέντε, καὶ ἔλιωναν, καθὼς τὶς ἐμάσαγε, πολὺ-πολὺ μαλακὰ μέσα στὸ στόμα. Κι εἶχαν κι ἕνα ὡραῖο χρωματάκι ἀπὸ ντομάτα χτυπημένη μὲ βούτυρο, ἄσε ποὺ ἀπ’ τὸ βούτυρο εἶχαν μείνει ἀκόμα τρία-τέσσερα κομματάκια ἄλειωτα — φαΐ ἄπαιχτο! Μὲς στὸ πιάτο εἶχαν σπαρθεῖ καὶ κάτι κομματάκια κοτόπουλο ἀνακατεμένα μὲ μανιτάρια βουτηγμένα σὲ πεκορίνο — καὶ μόνο ποὺ τά ’βλεπες σοῦ ’τρεχαν τὰ σάλια.

Ὁ Τομάζο, ἐντούτοις, ὅσο κι ἂν τοῦ ἄρεσαν ὅλα ἔκανε μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ τὰ καταπιεῖ: ἦταν σὰν νὰν τοῦ ’σγιγγε μιὰ τανάλια τὸ λαιμὸ κι ἔτσι ἔφτανε σχεδὸν στὸ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ πάρει ἀνάσα. Καὶ δὲν ἔκανε τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ τὸ νὰ κοιτάει τὸ μεσότοιχο, καὶ τὸν εἶχε πιάσει μιὰ τρελὴ ἐπιθυμία νὰ σηκωθεῖ νὰ πά’ νὰ δεῖ τί ’ταν ἀπὸ πίσω ἀπὸ κεῖνο κεῖ τὸ χώρισμα.

Ἡ μάνα του, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐκεῖ γύρω γέλαγαν, φώναζαν, χόρευαν, κάνανε τρελὴ φασαρία νὰ σοῦ παίρνει τὸ κεφάλι, πῆγε κοντά του, ἔσκυψε ἀπὸ πάνω του καὶ τοῦ ’πε στ’ ἀφτί: «Βρὲ Τομά μου, σταμάτα νὰ κοιτᾶς τὸ χώρισμα!»

«’Ντάξ, ρὲ μάνα, ἔγινε!» τῆς εἶπε εὐγενικὰ ὁ Τομάζο.

«Κι ἄσ’ τες τὶς φετουτσίνες… τὸ κοτόπουλο φάε!»

Ὅλοι ἐκεῖ ἦταν πολὺ εὐχαριστημένοι, πράγμα ποὺ τοῦ Τομάζο τοῦ τὴν ἔδινε ὅσο νά ’ναι κατακούτελα, ἀλλὰ δὲν ἤθελε μὲ τίποτα νὰ τὸ δείξει. Ἔπιασε μὲ τὸ χέρι ἕνα μπούτι κοτόπουλο κι ἄρχισε νὰ τρώει. Ἔτρωγε καὶ σκεφτόταν πῶς θὰ γινόταν νὰ σηκωνόταν καὶ νὰ πήγαινε νὰ δεῖ τί ’ταν πίσω ἀπ’ τὸ χώρισμα. Ὅσο κι ἂν τὸ κοτόπουλο, ὅπως καὶ οἱ φετουτσίνες, ἦταν μιὰ σκάλα παραπάνω στὴ νοστιμιὰ ἀκόμα κι ἀπὸ μάνα ἐξ οὐρανοῦ, τοῦ Τομάζο μὲ τίποτα δὲν τοῦ κατέβαιναν κάτω.

«Ρὲ δὲ γαμιέται!» εἶπε ἀπὸ μέσα του ξαφνικά· «Γιά κάτσε καλά, δηλαδή; Εἶμαι ἢ δὲν εἶμαι σπίτι μου; Ἐγὼ δὲν κοιμᾶμαι ἀπὸ κεῖ;»

«Νὰ σοῦ πῶ, ρὲ σύ μάνα», εἶπε τότε, «σαλάτα καὶ ροδάκινα τρώω μετά, ’ντάξει;» Τὸ εἶπε καὶ σηκώθηκε, πέρασε ἀπὸ πίσω ἀπ’ τὸν Καρλέτο, ποὺ συνέχιζε νὰ τραγουδάει, καὶ βρέθηκε πίσω ἀπ’ τὸν μεσότοιχο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.