PABLO
NERUDA
ΠÉΡΕΣ ΧΙΜÉΝΕΣ
Η ελευθερία με τον Μεδίνα Ανγκαρίτα
και η αξιοπρέπεια με τον Ρόμουλο Γαγιέγος
διέσχισαν τη Βενεζουέλα, επέταξαν: χάθηκαν
σαν πουλιά από άλλες χώρες, απλώς διαβατικά·
και ξαναπλάκωσαν του τρόμου τ’ άγρια θεριά
να σηκώσουν οπλές, να τινάξουν τις χαίτες τους.
Λεχώνα η νύχτα, και ήρθε η στιγμή που εγέννησε:
Πέρες Χιμένες λεγόταν ο βρικόλακας που ’βγαλε.
Είχε ολοστρόγγυλή ψυχή ο σαπιοκοιλιάς της,
ο αρχικακούργος, ο λήσταρχος, των κτηνών το κτήνος.
Σα χοντροβάρελο ήτανε η σαύρα ετούτη των βούρκων,
ήταν πίθηκος τρωκτικός, παπαγάλος ξιγκάτος,
πρόστυχος μαστρωπός, κακιά σπορά, η χειρότερη:
διασταύρωση καβουριού με βάτραχο,
μπάσταρδη γέννα του Τρουχίγιο και του Σομόσα,
απόγονος γνήσιος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ
προορισμένος για χρήση εσωτερική των μονοπωλίων:
αναδείχθηκε στο χλεμπονιάρικο ξεσκονιστήρι τους,
έγινε το αμφίβολο υποπροϊόν του πετρελαίου
και ο αδηφάγος καρχαρίας των κοπράνων,
διέπρεψε ως φρύνος που εσάλταρε μέσ’ απ’ τα τέλματα
κι αφοσιώθηκε στων προϋπολογισμών του τη μελέτη·
σωρός απ’ έξω τα μετάλλια και βουνό τα παράσημα
και από μέσα τσιφλίκια και δολάρια αμέτρητα·
ο άκαπνος αυτός καραβανάς εθρέφτηκε υπηρεσιακώς
μονάχα με παρ’ αξίαν απονομές βαθμών και διακρίσεων.
Μα σώνει ίσαμε δώ η κωμωδία που τώρα περιγράφω
για συμμετοχή στον διαγωνισμό γραφικότητας. Γιατί
ο Πέρες Χιμένες την εφυλάκισε τη Βενεζουέλα,
την εβασάνισε, και φίσκαρε με πόνο τα κελάρια της,
με τσακισμένα μέλη, με κόκαλα σπασμένα,
και τα μπουντρούμια της γι’ άλλη μια φορά
εγέμισαν απ’ τους πιο έντιμους ανθρώπους.
Έτσι ξαναγύρισε το παρελθόν στη Βενεζουέλα
να σηκώσει το ματοβαμμένο του μαστίγιο,
ώσπου μια μέρα μες στους δρόμους του Καράκας
έσμιξαν με τους ανέμους οι σάλπιγγες,
εγκρέμισαν στο χώμα τα τείχη του τύραννου,
κι απελευθέρωσε ακέραιο ο λαός το μεγαλείο του.
Τα επόμενα γίνονται ξανά όπως εγίνονταν παλιά,
η ίδια και η ίδια των θλιβερών καιρών μας ιστορία:
ώς το Μαϊάμι ελάκισε ο μεγαλοπρεπέστατος σατράπης
πηδώντας δώθε-κείθε σαν αληθινό υπνοβατικό κουνέλι·
έχει ανάκτορο εκεί, όπου και τον περιμένει
ο Ελεύθερος Κόσμος με ολάνοιχτες αγκάλες.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου