Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΡΩΞΑΝΗ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΡΩΞΑΝΗ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΚΛΑΔΙΩΝ




ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ


Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΚΛΑΔΙΩΝ

Εκλάμψεις νομισμάτων φίλησαν τις ανεμώνες.
Φίλησαν τον κύκλο των κυπαρισσιών. 

Ένα σκυλί συνόδεψε τη σκόνη του φορτηγού. 

Στα μαλλιά μου στάζει μελαγχολία κλαδιών
η προτελευταία ανάσα των φύλλων. 

Ανοίγει το νερό της διάτρησης ο κλειδούχος των χωμάτων
κάνει τα χέρια του χωνί, φωνάζει τα παιδιά.
Στις φούχτες τους εναποθέτει τις ύστατες φωλιές. 

Καλπάζει με τ’ άλογό του προς τους γκρεμούς.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

ΛΑΘΡΑΙΑ ΣΚΙΑ




ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ


ΛΑΘΡΑΙΑ ΣΚΙΑ

Από τις παλαιές γυναίκες κλέβω
καθώς τον δρόμο τους τυλίγουν
και ξετυλίγουν όταν νυχτώνει.
Πίσω από τ’ αγκαλιασμένα τους βλέφαρα
λαμπηδόνες λιγοστεύουν το σκοτάδι

πεθαμένοι περπατούν
αίμα φωνής γυρεύουν.

Ο θόρυβος της λαθραίας μου σκιάς
διασπά την αγκαλιά του βλέμματος
στα νερά του αντανακλάται
το απλωμένο χέρι μου.

Κάποτε όταν η νύχτα γίνεται
στενό μικρόψυχο δωμάτιο
ζητώ απ' τις λέξεις
τη φωνή μου.

Μα όσο μιλώ τόσο βουβαίνει η σιωπή.

Λεύκα γερμένη στον ώμο του φωτός
Σπηλιά της Χαϊδελβέργης

με θυμάστε με είδατε ποτέ;

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟΝ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΟΥΡΑΝΟ




ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ


ΣΤΟΝ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΟΥΡΑΝΟ

το φεγγάρι με τις εκατό μαύρες γωνίες
και τα εκατό αργυρά σκοινιά
ξεροβήχει.

Κρυμμένοι καλά ο υποβολέας
κι ο τεχνικός
ρίχνει ομίχλη ο δεύτερος και λωρίδες κίτρινο
ο πρώτος τού λέει τα λόγια που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά
το τυφλό φεγγάρι

που κάποτε συνέφαγαν
ο λύκος
το παιδί
κι η μάγισσα

στο δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.

Το ουρλιαχτό του άντρα
χτυπά στο στέρνο του
γλύφει το στέρνο του τρώει
ό,τι ξέμεινε από τη νυχτερινή ζωή της μέρας
και περνάει στο συσσίτιο της επομένης.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΩΝΗ




ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ


ΦΩΝΗ

ανασηκώνει τη σκόνη από τους οφθαλμούς
των παραθύρων. Ραγίζει τη νάρκη τους
σχηματίζοντας αραχνοειδείς αντίλαλους.

Με την πιρόγα της 
χαράζει πολλά ποτάμια.
Σώζει εκείνα που κοιμούνται
με βάρδιες στις όχθες.

Είναι μια νύχτα
που οι κορυφές των δολοφονικών τοτέμ
γονατίζουν
κι από την κοιλιά τους εξέρχονται
οι αθώοι.

Σπέρνει αναπνοές στην ακοή μου
μεγεθύνει τις σκιές
περνάει με λάδι τις μορφές.

(Βρε α παρατάτε με. Κατασκεύασα αυτό εδώ το
ερημητήριο κι ίσαμε εδώ φθάνουν οι μαϊμουδισμοί σας
επιδειξιομανείς αντίλαλοι.

Φωνή του κόσμου
δική μου
μη
μ’ εγκαταλείπεις.
Εγώ δεν είμαι αυτοί που στερήθηκαν
τα φωνήεντα και τα σύμφωνα της σκέψης σου
κι ας αποκαλούνται σοφοί.)

Τα ποιήματά μου είναι τα έκπτωτα άστρα σου.