Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 351-487)

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Γυναίκα, γνωστικὰ μιλᾶς, σὰν ἄντρας φρόνιμος.

Ἐγώ, ποὺ μόλις ἄκουσα τὶς πειστικές σου ἀποδείξεις,

ἕτοιμος εἶμαι κιόλας τοὺς θεοὺς νὰ ὑμνήσω·

ἀντάξια ἀνταμοιβὴ μᾶς δώσανε

γιὰ τοὺς μεγάλους μας τοὺς κόπους.

 

Ὦ Δία βασιλιὰ καὶ ὦ Νύχτα ἀγαπημένη,

τὸν κόσμο τὸν μεγάλο τ’ οὐρανοῦ μᾶς χάρισες.

Τῆς Τροίας τὸ κάστρο ἐτύλιξες

μὲ δίχτυ ἄσπαστο, πυκνό. Κανένας ἄντρας,

οὔτε μικρὸς οὔτε μεγάλος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ περάσει,

ἀπ’ τὴν πελώρια ἀπόχη τῆς δουλείας νὰ ξεφύγει —

μι’ ἀπόχη ποὺ ὅλα πάντα τὰ τσακώνει.

Τὸ μέγα ξένιο Δία σέβομαι ποὺ ἔκανε τὰ πάντα,

καὶ στὸν Πάρη ἐνάντια

ἀπὸ καιρὸ πολὺ

τὸ τόξο του σωστὰ ἐτάνυζε,

γιὰ νὰ μὴν πάει τὸ βέλος του χαμένο:

οὔτε ριγμένο πρόωρα

οὔτε ψηλὰ πρὸς τ’ ἄστρα.

 

Τοῦ Δία —λέν— τὸ χτύπημα καὶ τὴν πληγὴ

πολὺ εὔκολα τὰ βλέπεις.

Καὶ ὅπως ὅρισε, ἔπραξε.

Καὶ ὅποιος εἶπε πὼς οἱ θεοὶ γιὰ τοὺς θνητοὺς δὲν νοιάζονται,

ὅταν οἱ θεοὶ τοὺς βλέπουν ν’ ἀσεβοῦν

μπροστὰ σ’ αὐτὰ ποὺ ὀφείλουν σέβας,

αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος ἀσεβὴς ἀπ’ ὅλους.

Οἱ ἀπόγονοι καλὰ τὸ ξέρουν

πὼς φέρνει συμφορὲς

ὅποιος μοχθηρός, μὲ θράσος ὁπλισμένος,

πόλεμο ἄδικο κι ἀνώφελο ζητᾶ νὰ κάνει,

κι ἂς εἶν’ τὸ σπίτι του γεμάτο μ’ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ

τοῦ φτάνουν καὶ τοῦ περισσεύουν.

Ὁ φρόνιμος ποὺ ἔχει λίγα, μὰ τοῦ φτάνουνε,

μακάρι στὴ ζωὴ κακὸ καὶ συμφορὰ νὰ μὴ γνωρίσει.

Ὅποιος γιὰ πλούτη πλεονεκτεῖ καὶ δὲν χορταίνει,

ὅποιος κλοτσάει καὶ γκρεμίζει

τῆς Δίκης τὸν βωμὸ τὸν σεβαστὸ

ν’ ἀφανιστεῖ τοῦ ’ναι γραμμένο.

 

Ἡ πανάθλια Πειθώ, ἡ θυγατέρα ἡ φριχτὴ τῆς Ἄτης,

ποὺ σκέφτεται πρὶν ἀπ’ αὐτόν,

τὸν χαμό του ἔχει προγράψει·

κι ὅλα τὰ γιατρικὰ εἶναι μάταια, γιατὶ

τὸ κακὸ πιὰ νὰ κρυφτεῖ δὲν γίνεται·

ἡ συμφορά του λάμπει μ’ ἕνα φῶς τρομαχτικό·

καὶ ὅπως ὁ χαλκὸς τοῦ κίβδηλου νομίσματος

ἀπ’ τὰ πολλὰ τὰ χέρια ποὺ τὸ πιάνουνε

μαυρίζει, καὶ μαυρίζει ὁλοένα πιὸ πολύ,

ἔτσι κι αὐτός —ποὺ σὰν παιδάκι

πουλιὰ νὰ πιάνει στὸν ἀέρα ἐγύρευε—

κίβδηλος ἀποδείχνεται καὶ σκάρτος·

τὴν πόλη του σὲ ὄνειδος βαρὺ τὴ ρίχνει… ἀβάσταχτο.

Κανεὶς θεὸς δὲν ἀκούει τότε ἱκεσίες·

τὸν ἄδικο τὸν ἄντρα, τὸν θνητό,

ποὺ μόνο ἀδικίες στὸν νοῦ του ἔχει νὰ τελεῖ,

τὸν τελειώνει.

Ἔτσι ἄδικος ἤτανε κι ο Πάρης:

σὰν ἦρθε στῶν Ἀτρειδῶν τ’ ἀνάκτορα,

ἐμπῆκε καὶ ἀτίμασε τὸ φιλόξενο τραπέζι, ποὺ στρωμένο τοῦ ’χαν,

τὴ γυναίκα τοῦ σπιτιοῦ ἁρπάζοντας.

 

Κι ἐκείνη, φεύγοντας, στῆς πόλης τοὺς κατοίκους ἄφησε…

πίσω της ἄφησε μόνο τῶν ἀσπίδων κρότους,

τοὺς λόχους καὶ τὰ ὅπλα τῶν ναυτῶν· καὶ στὸ Ἴλιο…

στὸ Ἴλιο, ἀντί τὴν προίκα της, τὸν ὄλεθρο ἐκουβάλησε·

κι ἀφοῦ μὲ πόδι γρήγορο δρασκέλισε τίς πόλεις,

τολμώντας ὅ,τι ἀτόλμητο,

τῶν ἀνακτόρων οἱ προφῆτες βαριανάστεξαν καὶ εἶπαν:

«Ἂχ παλάτια… ἂχ παλάτια ἐσεῖς καὶ ἄρχοντες,

ἂχ κλίνες τοῦ ἔρωτα μὲ χνάρια τῆς γυναίκας πού, ἄχ, ἐπάνω σας ἔγειρε,

τοὺς ἄντρες ποθώντας καὶ ἀγαπώντας σφόδρα.

Θὰ δεῖτε… τὸν ἄντρα θὰ δεῖτε,

βουτηγμένον στὴ σιωπὴ καὶ στὴ ντροπή,

νὰ μἠ μιλάει…

πικρὸ στὰ χείλη λόγο νὰ μὴν ἔχει·

καὶ τὴ γυναίκα, ποὺ ἔφυγε καὶ θάλασσες πολλὲς ἐπέρασε,

θὰ τόνε δεῖτε βαριὰ νὰ λαχταρᾶ, καὶ νὰ θαρρεῖ

πὼς τὸ παλάτι τώρα τὸ φάντασμά της διοικεῖ.

Τ’ ἀγάλματά της τὰ ὑπέροχα, μ’ ὅλη τὴ χάρη τους,

χαρὰ καμία τώρα πλέον δὲν τοῦ δίνουν·

ἀφοῦ δὲν τήνε βλέπουν πιὰ τὰ μάτια του,

ὁ ὅποιος πόθος γιὰ ἐρωτικὴ συνεύρεση τοῦ ἔχει φύγει.

 

Στὸν ὕπνο του ὁ ἄντρας πένθιμα ὄνειρα ὅλο βλέπει·

χαρὲς χαραμισμένες ἔρχονται

νὰ τοῦ θυμίζουν — μάταια ὅλα,

γιατὶ καὶ ὄνειρα εὐχάριστα ἂν τύχει νά ’χει δεῖ,

ἀπὸ τὰ χέρια του μεμιᾶς τοῦ φεύγει ἡ χαρά, τὴ χάνει,

στοὺς δρόμους χάνεται τοῦ ὕπνου — ἀλλάζει ἡ εἰκόνα».

Τέτοια… τέτοια θλίψη

ἔχει πέσει μέσα στὸ παλάτι… τέτοια… —

ὑπάρχει ὡστόσο καὶ βαρύτερή της.

Σὲ ὅσους ἀπ’ τὴ χώρα τὴν ἑλληνικὴ

ἐκίνησαν μαζὶ ν’ ἁλώσουνε τὴν Τροία

πένθος ἔπεσε βαρὺ

καὶ σ’ ὅλων τους τὰ σπίτια βασιλεύει·

πολλὰ τὰ βάσανα ποὺ σφίγγουνε καὶ πνίγουν τὴν καρδιά τους.

Καθένας ξέρει, ναί, ποιούς ἔστειλε στὴν Τροία·

μὰ ἀντὶ γι’ ἀνθρώπους

στοῦ καθενὸς τὸ σπίτι

ὑδρίες τώρα ἔρχονται —

νεκρικὲς ὑδρίες γεμάτες τέφρα.

 

Ὁ Ἄρης, ποὺ κουφάρια ἀλλάζει μὲ χρυσάφι,

καὶ νίκη ἢ ἣττα δίνει στὰ δόρατα τῆς μάχης,

ἀπὸ τὴν Τροία τώρα

στοὺς συγγενεῖς τῶν μαχητῶν

δὲν στέλνει πίσω ἄντρες,

μὰ στάχτη ἀπὸ τὴ ταφικὴ πυρά, ναί, στάχτη,

στάχτη πικρή, στάχτη πικρὰ κλαμένη —

γεμάτες στάχτη ἔρχονται οἱ νεκρικὲς ὑδρίες,

οἱ σὰν φτερὰ ἐλαφρές, οἱ τόσο μὰ τόσο ἀνάλαφρες.

Θρῆνοι κι ἐγκώμια ἀκούγονται γιὰ τοὺς χαμένους —

γιὰ τὸν ἕνανε λὲν πὼς ἦταν λέοντας στὴ μάχη,

καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ὅτι ἔπεσε ἡρωικῶς μαχόμενος

«γιὰ μιὰ γυναίκα ξένη».

Λόγια τέτοια μουρμουρίζουν ὅλοι —

καὶ ἄφατη… ἄφατη εἶναι ἡ θλίψη τους,

καὶ μέσα τους ὁ φθόνος τὴν καρδιά τους καίει γιὰ τοὺς Ἀτρεῖδες

ποὺ ἐκδίκηση στὸ Ἴλιο νὰ πάρουν πῆγαν.

Καὶ γύρω ἀπὸ τὰ τρωικὰ τὰ τείχη

ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ τὰ πτώματά τους

—ποὺ ἦταν κάποτε ὄμορφα κορμιά—

ἡ γῆς ἡ ἐχθρικὴ τὰ σκέπασε καὶ τά ’κανε δικά της.

 

Βαριὰ εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ὀργή·

τῆς δικιᾶς του κατάρας τὸ χρέος πληρώνεται.

Μὲς στὸ σκοτάδι βρίσκομαι τώρα

καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία λειώνω

μαντάτο μὴν ἀκούσω μαῦρο.

Τοὺς φοβεροὺς φονιάδες οἱ θεοί… —

ποτέ… τὸ μάτι τῶν θεῶν καθόλου δὲν ξεχνάει·

θὲ νά ’ρθει ὥρα ποὺ οἱ ζοφερὲς οἱ Ἐρινύες

ὅποιον εὐτύχησε ἄδικα ἀπὸ τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων

στὴ δυστυχία θὰ τὸν ρίξουν·

καὶ ὅποιον ἐπέταξαν ἐκεῖ

κανεὶς καὶ τίποτα κατόπιν δὲν τὸν σώζει.

Φιλοδοξία ὑπέρμετρη βάρος εἶναι μέγα, ἀσήκωτο.

Μὲς στὸ παλάτι

πέφτει τοῦ Δία ὁ κεραυνός.

Τὴν εὐτυχία προτιμῶ ποὺ δὲν γεννάει φθόνο·

οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἁλώσω πόλεις,

μὰ οὔτε καὶ τὴ ζωή μου νὰν τὴ δῶ

σκλάβα νά ’ναι σ’ ἄλλους θὰ ἤθελα.

 

Ἡ φλόγα μὲ τὴ χαρμόσυνη εἴδηση γυρνάει γοργοπόδαρη

σ’ ὅλους τῆς πόλης μας τοὺς δρόμους·

ἀλήθεια νά ’ναι ἢ τάχα κάποιου θεοῦ τὸ ψέμα;

Καὶ ποιός νὰ ξέρει;… ποιός νὰ ξέρει;

Ποιός ἔχει ὅμως τὸ μυαλὸ παιδιοῦ ἢ κουνημένες φρένες

κι ἀφήνει τὴν καρδιά του ν’ ἀνάβει ἀπ’ τὴν ἐλπίδα

καὶ ὕστερα… ὕστερα ν’ ἀλλάζουν τὰ σημάδια

καὶ νὰ τὸν τρώει ἡ θλίψη; Μόνο οἱ γυναῖκες!...

Μόνο αὐτὲς πιστεύουν ὅ,τι τοὺς ἀρέσει,

ἀκόμα καὶ προτοῦ φανεῖ ἂν εἶναι ἀλήθεια.

Πολὺ εὐκολόπιστες εἶναι οἱ γυναῖκες — πολύ·

ὁ νοῦς τους τρέχει γρήγορα. Μὰ ἡ φήμη,

ποὺ γρήγορα ἀπ’ τὸ στόμα τους πετιέται,

ἀκόμα γρηγορότερα χάνεται καὶ σβήνει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΤΟΝ ΧΟΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ



ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 281-316)

Η ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΤΟΝ

ΧΟΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ

 

Ὁ Ἥφαιστος — ἀπ’ τὴν Ἴδη τὸ λαμπρὸ ἔστειλε φῶς,

καὶ οἱ πυρσοί,

ἀνάβοντας ὁ ἕνας ἀπ’ τὸν ἄλλον,

τὸ φέραν τὸ μαντάτο ἐδῶ.

Ἀπὸ τὴν Ἴδη πάει στὴ Λῆμνο, στοῦ Ἑρμῆ τὸν βράχο,

κι ἀπὸ ἐκεῖ τὸν μεγάλο τοῦ νησιοῦ πυρσὸ

ὁ Ἄθως τρίτος τὸν ἐδέχτηκε: βουνὸ ποὺ τοῦ Διὸς εἶναι ταμένο.

Μετὰ ἀπὸ κεῖ,

ψηλὰ πετώντας καὶ πηδώντας, γιὰ

νὰ μὴ βραχεῖ καθόλου, μὲ

χαρὰ πολλὴ τὴ θάλασσα ἐπέρασε, τὴ

χαρὰ ἐδῶ νὰ φέρει.

<……………………………………………….>

Ἥλιος ὁ πυρσὸς λαμπρός, τὸ

χρυσὸ ἔφερε τὸ φῶς στοῦ

Μακίστου τὶς σκοπιές.

Ἀπὸ κεῖ ὁ φρουρός, ποὺ εἶχε… ποὺ εἶχε

στὸν ὕπνο ἀντισταθεῖ, χωρὶς στιγμὴ καθόλου νὰ βραδύνει,

μακριὰ θὰ στείλει τοῦ πυρσοῦ τὸ φῶς μὲ τὴ σειρά του —

τὴν εἴδηση στοῦ Εὔριπου τὸ ρεῦμα

καὶ στοῦ Μεσάπιου τοὺς φρουροὺς τὴ στέλνει.

Τοῦ λόγου τους μιὰ στοίβα ρείκια ἐπιάσανε κι ἀνάψανε…

μιὰ στοίβα ρείκια ἔπιασαν ξερά, κατάξερα…

τὴ λάμψη τοῦ μηνύματος νὰ στείλουνε πολὺ πιὸ παραπέρα·

ἡ φλόγα γιγαντώνεται συνέχεια καὶ συνέχεια

καὶ τοῦ Ἀσωποῦ τὴν πεδιάδα δρασκελίζει, ναί, σὰν γελαστὸ φεγγάρι,

κι ἔπειτα ἄλλη φλόγα στοῦ Κιθαιρώνα τὸν ἀπότομο ἀνάβει βράχο —

τὸ μήνυμα μακρύτερα νὰ στείλει.

Τὴ λάμψη τὴ σταλμένη ἀπὸ μακριὰ ἡ φρουρὰ δὲν τὴν ἀρνεῖται

κι ἀκόμα πιὸ μακριὰ τὴ στέλνει μὲ φωτιὰ δική της.

Τοῦ πυρσοῦ τὸ φῶς τὴ λίμνη ἐφώτισε Γοργώπη,

στὸ Αίγίπλαγκτο ὄρος ἔφτασε καὶ τοὺς φρουροὺς παρότρυνε

τὴν τάξη τῆς φωτιᾶς μ’ εὐλάβεια νὰ τηρήσουν.

Μὲ ζῆλο ἀπαράμιλλο ἐκεῖνοι ἀνάψαν τὶς φωτιὲς

καὶ γλῶσσες πύρινες ψηλά, πολὺ ψηλὰ σηκώθηκαν·

ἡ λάμψη τους ἐπήδηξε τοῦ Σάρωνα τὸ ἀκρωτήριο

ποὺ ἀπὸ παντοῦ, ὅπου σταθεῖς, τὸ βλέπεις.

Οἱ λάμψεις ἔπεσαν μετὰ στὸ Ἀραχναῖο ὄρος

μὲ τὶς πολλὲς σκοπιὲς πολὺ κοντὰ στὴν πόλη.

Κατόπιν ἐφωτίστηκε ἀπ’ τὸ φῶς τῶν Ἀτρειδῶν ἡ στέγη —

ἀπὸ τὸ φῶς αὐτὸ ποὺ ἡ πρώτη-πρώτη λάμψη του

μακριά… μακριά, στὴν Ἴδη, εἶχε ἀνάψει.

Τὶς διαταγὲς αὐτὲς εἶχα στοὺς λαμπαδηφόρους δώσει ἐγώ —

ἅπασες ἐτηρήθηκαν… καὶ ἀκριβῶς!:

αὐτὸς ποὺ παίρνει τὴ φωτιὰ στὸν ἄλλον νὰ τὴ δίνει. Κι ἔτσι

καὶ ὁ πρῶτος νίκησε καὶ αὐτὸς ποὺ ἦρθε τελευταῖος.

Νά τη ἡ ἀπόδειξη ποὺ θέλεις καὶ σ’ τὴν εἶπα… καὶ σ’ τὴ λέω πάλι.

Ὁ ἄντρας μου σημάδι ἀπὸ τὴν Τροία μοῦ ’στειλε.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 192-247)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Ὅταν ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ Στρυμώνα φυσήξανε ἄνεμοι,

οἱ ἄντρες ράθυμοι ἐγινῆκαν ὅλοι… ἁπαξάπαντες…

καὶ πιάσαν νὰ χασομεροῦν — τοὺς τσάκιζε ἡ πείνα·

δὲν μπόραγαν νὰ φύγουν τὰ καράβια, τὰ σκοινιὰ κοβόντουσαν,

χανόταν χρόνος, τὸ ἄνθος τῆς νεολαίας τῶν Ἀργείων μαραινόταν·

κι ἐκτὸς ἀπ’ τὴν πικρὴ κακοκαιρία

στοὺς νέους φάρμακο-φαρμάκι ὁ μάντης πρόσφερε

τῆς Ἄρτεμης τὸ ὄνομα προφέροντας.

Μετὰ οἱ ἀρχηγοὶ πετάξανε τὰ σκῆπτρα τους στὸ χῶμα·

τῶν Ἀτρειδῶν τὰ μάτια μὲς στὰ δάκρυα ἐκολυμποῦσαν.

 

Τότε ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία βασιλιὰς τὸ λόγο πῆρε καὶ εἶπε:

«Συμφορὰ θὰ μ’ εὕρει μαύρη, ἐὰν δὲν ὑπακούσω·

μὰ μαύρη θά ’ν’ κι ἡ συμφορά, ὀιμέ,

καὶ τὸ παιδί μου ἂν σφάξω — τοῦ σπιτιοῦ μου τὸ στολίδι·

τὰ χέρια μου τὰ πατρικὰ θὰ βάψω… θὰν τὰ μολύνω

μὲ τὸ παρθενικό της αἷμα τὸ χυμένο δίπλα στὸν βωμό.

Καὶ ποιά ἀπ’ τὶς δύο τους δὲν εἶναι τάχα μαύρη συμφορά;

Καὶ πῶς τὰ πλοῖα μου μπορῶ ἐγὼ νὰ ἐγκαταλείψω;

Καὶ τοὺς συμμάχουν πῶς μπορῶ ἐγὼ νὰ τοὺς προδώσω;

Ὄχι, καθόλου ἀθέμιτο δὲν εἶναι νὰ ποθεῖς πολὺ

τοὺς ἄνεμους, ὅταν λυσσομανοῦν, νὰ σταματήσεις…

μὲ μιὰ θυσία νὰ τοὺς κάνεις πιὰ νὰ μὴ φυσᾶνε —

μ’ αἷμα ποὺ θὰ χυθεῖ παρθενικό…

Μακάρι νά ’βγει τοῦτο σὲ καλό, μακάρι».

 

Κι ἀφοῦ ἐμπῆκε στῆς ἀνάγκης τὸν ζυγό,

ἄνεμος δυσεβὴς ἐφύσηξε καὶ ἀνίερος,

καὶ τὰ μυαλὰ τοῦ πῆρε.

Τὴ γνώμη τότε ἀλλάζοντας,

μεμιᾶς ὁ νοῦς του κατεβάζει

ὅ,τι πιὸ τολμηρό… ὅ,τι πιὸ ἀπόκοτο

μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ… —

ἀποθρασύνονται οἱ ἄνθρωποι, ὅποτε σκέπτονται αἰσχρά:

παραφρονοῦν καὶ δυστυχοῦν,

τῶν συμφορῶν αὐτή ’ναι ἡ πρώτη-πρώτη αἰτία.

Κι ἔτσι ἐτόλμησε…

τῆς κόρης του νὰ γίνει ὁ θύτης ἀποτόλμησε

καὶ τοῦ πολέμου ἀρωγός:

νὰ τιμωρήσει τὴν ἀπαγωγὴ κάποιας γυναίκας θέλησε…

μὲ τὴ θυσία τῆς κοπέλας ζήτησε

ἄνεμο νὰ ἔχουνε τὰ πλοῖα τοῦ στρατοῦ του οὔριο.

 

Ἐκεῖ οἱ φιλόμαχοι  ἀρχηγοὶ δὲν ἄκουσαν καθόλου

τὶς ἱκεσίες, τὶς φωνὲς τῆς κόρης στὸν πατέρα της,

οὔτε λογάριασαν τὰ τρυφερά της νιάτα.

Μετὰ ἀπὸ τὶς εὐχὲς τοὺς δούλους διέταξε ὁ πατέρας της,

χωρὶς στιγμὴ κὰν νὰ διστάσει, νὰν τήνε πιάσουν

καὶ τυλιγμένη ὅπως ἤτανε στὰ πέπλα της

νὰν τήνε πᾶνε τὴν κοπέλα σηκωτὴ μπρὸς στὸν βωμὸ

καὶ σὰ σφαχτὸ νὰν τήνε ρίξουν μπρούμυτα

καὶ νὰ τῆς ἔχουν τ’ ὄμορφό της στόμα φιμωμένο.

Δὲν ἔπρεπε κατάρα τὸ παιδὶ νὰ ξεστομίσει

ἐνάντια στοὺς δικούς του — γι’ αὐτὸ τὸ φίμωσαν.

 

Μὲ στόμα φιμωμένο ἀδύνατο εἶναι τώρα νὰ μιλήσει.

Τὸ πέπλο της, κροκάτο, πέφτει ὕστερα στὸ χῶμα.

Μὲ βλέμμα, ποὺ τὸν οἶκτο ἐγεννοῦσε,

τοὺς δήμιους ἕναν-ἕνανε τοξεύει.

Ἔμοιαζε ἐκείνη τὴ στιγμὴ σὰν ζωγραφιὰ

ποὺ ἔδειχνε χείλη ἕτοιμα ν’ ἀρχίσουν νᾶ μιλοῦν γλυκά… —

δὲν ἦταν δὰ καὶ λίγες οἱ φορὲς

ποὺ τὸ κορίτσι ἐτραγουδοῦσε στὸ παλάτι,

ὅταν τοὺς φίλους του ὁ πατέρας της καλοῦσε.

Μὲ τὴν ἁγνὴ παρθενικὴ φωνή της πάντα

τὴν τρίτη τοῦ καλότυχου παιάνα τὴ σπονδὴ

ποὺ ἔκανε ὁ πατέρας της ὑοπέροχα τιμοῦσε —

καὶ τὴν τιμοῦσε μὲ ὅλη τὴν καρδιά της πάντα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 140-191)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

«Ἡ θεὰ ἡ καλὴ ἡ πονόψυχη

μὲ τοὺς ἀδύναμους τοὺς σκύμνους τῶν ἄγριων λεόντων

καὶ μ’ ὅλα ἐκεῖ τὰ βυζανιάρικα τῶν ἀγριμιῶν τοῦ λόγγου,

ζητάει σημάδια ν’ ἀληθέψουν τῶν πουλιῶν, ποὺ

τὴ μιάνε δείχνονται καλὰ κι εὐνοϊκὰ καὶ ποὺ

τὴν ἄλλη πάλι μαῦρα προμηνοῦν μαντάτα.

Ἀπ’ τὸν Ἀπόλλωνα, τῆς Ἄρτεμης τὸν ἀδελφό,

ποὺ τὸν καλῶ βοηθό μου,

ζητάω νὰ μὴ στείλει ἡ θεὰ στοὺς Δαναοὺς ἀντίθετους ἀνέμους,

ποὺ θὰ κρατοῦσουν τὰ καράβια

καιρὸ πολύ δεμένα στὸ λιμάνι

κι οὔτε ν’ ἀπαιτήσει κι ἄλληνε θυσία ἄνομη κι ἐνάντια στὰ ἤθη,

ποὺ αἰτία συμφορῶν θὰ γίνει στὸν οἶκο τοῦ Ἀτρέα,

ὅταν τοῦ ἄντρα ὁ φόβος θά ’χει πιὰ ἐκλείψει.

Γιατὶ κεῖ μέσα μένει ἡ τεκνόποινη Ὀργὴ καὶ κυβερνάει,

ἡ φοβερὴ καὶ δόλια, ποὺ ὅλα τὰ θυμᾶται,

καὶ γιὰ τοῦ παιδιοῦ τὸν φόνο ἐκδίκηση θὰ λάβει».

Τῆς μοίρας τὰ γραμμένα τοῦτα

καθὼς καὶ κάποια ἄλλα αἴσια μαντάτα

γιὰ τὸν βασιλικὸ τὸν οἶκο μας

ὁ Κάλχας τὰ διαλάλησε, κι ἐξήγησε τοὺς οἰωνοὺς

γιὰ τὸ ταξίδι ποὺ ἦταν ν’ ἀρχινήσει.

Μὲ τρόπο ταιριαστὸ τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

Ὁ Δίας, ὅποιος κι ἂν εἶναι, ἢ

ἂν Δία τοῦ ἐρέσει νὰ τὸν λένε,

ἔτσι —Δία— ἐγὼ τὸν κράζω…

Καὶ ὅσο κι ἂν ἔψαξα ἢ καὶ ὅπου δὲν ἔψαξα

κι ἀφοῦ τὰ πάντα πολὺ καλὰ τὰ ἐζύγιασα,

ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Δία

ἐγὼ δὲν βρῆκα ἄλλον γιὰ βοηθό  μου

τὸ μάταιο τῆς θλίψης βάρος ἀπ’ τὸ στῆθος μου νὰ βγάλω,.

 

Οὔτε γι’ αὐτὸν ποὺ πρῶτα ἤτανε μεγάλος καὶ τρανὸς

κι ὅλο ἐφούσκωνε ἀπ’ τὸ ἀλαζονικό του θράσος

θὰ ποῦνε αὐτὸς

πὼς ἔζησε ποτέ·

κι αὐτὸς ποὺ τὸν διαδέχτηκε

κι ἔπειτα νικημένος ἔφυγε

ἀπ’ τὸν καλύτερό του ἀντίπαλο,

μὰ κι ὅποιος ψάλει τωραδὰ μὲ τὴν καρδιά του

τοῦ Δία τὴ μεγάλη νίκη

μὲ φρόνηση πολλὴ θὰ ἐνεργεῖ.

 

Τῆς φρόνησης τὸν δρόμο γιὰ τὸν ἄνθρωπο

ὁ ἴδιος ὁ Δίας τὸν ἐχάραξε

καὶ νόμο ἀπαρασάλευτον ἐθέσπισε: ὁ παθὸς μαθός!

Καὶ στὸν ὕπνο τους ἀκόμα τῶν ἀνθρώπων

σταλιὰ-σταλιὰ μὲς στὴν καρδιά τους πέφτει ὁ πόνος… —

ὁ πόνος πέφτει γιὰ νὰν τοὺς θυμίζει τὰ παλιὰ παθήματά τους,

κι ἔτσι, ἀθέλητα ἐντελῶς, τὴ φρόνησή τους βρίσκουν.

Σὲ ποιόν θεὸ οἱ θνητοί, λοιπόν,

ἐτούτη τὴ σκληρὴ χρωστᾶνε χάρη;

Σὲ ποιόν σεμνὸ θεό,

ποὺ κάθεται σὲ θρόνο σεβαστό,

ἀλήθεια τὴ χρωστᾶνε;

 

Καὶ τότε ὁ ἡγεμόνας ὁ πρεσβύτερος τοῦ στόλου τοῦ ἀχαϊκοῦ

δὲν ἔψεξε κανέναν μάντη·

στῆς τύχης τὶς ἀναποδιὲς ἔσκυψε τὸ κεφάλι,

ὅταν ἐνάντιοι ἄνεμοι τὰ πλοῖα ἐμπόδισαν νὰ φύγουν.

Τὸ στράτευμα τῶν Ἀχαιῶν τὸ ἔτρωγε ἡ πείνα

Στὸν τόπο πού ’χε μείνει: στὴ Χαλκίδα ἀπέναντι

καὶ στ’ ἀκρογιάλια τῆς Αὐλίδας τὰ πολύφλοισβα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 


Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ


 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 84-139)

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Μὰ ἐσὺ τοῦ Τυνδάρεω κόρη, βασίλισσά μας Κλυταιμήστρα,

λέγε τί συμβαίνει; Τί νέα;… Ποιό μήνυμα σοῦ ’ρθε;

Τί ἄκουσες καὶ στέλνεις παντοῦ νὰ κάνουνε θυσίες;

Τῶν θεῶν τῶν πολιούχων ὅλων οἱ βωμοί

—καὶ τῶν ὕψιστων, καὶ τῶν χθόνιων,

καὶ τῶν οὐράνιων, καὶ τῶν διοικούντων τὴν ἀγορά—…

ὅλοι τους καῖνε μὲ τῶν θυσιῶν τὰ δῶρα.

Παντοῦ ἐλάμπανε φωτιές, παντοῦ,…

καὶ ἀνεβαίνουνε οἱ φωτιὲς στοὺς οὐρανοὺς

φουντωμένες ἀπὸ εὐωδιὲς ἁγνές, ἀπὸ μύρα ἁπαλά,

κι ἀπὸ τὸ λάδι ποὺ ἀπ’ τῶν ἀνακτόρων βγαίνει τὰ ὑπόγεια.

Σ’ αὐτὰ ποὺ εἶπα καὶ σὲ ρώτησα

ἀπάντηση παρακαλῶ νὰ δώσεις —

πές… πὲς ὅσα μπορεῖς,…

καὶ ὅ,τι ἐπιτρέπεται νὰ πεῖς σ’ ἐμένα πές το.

Τὴν ἄγνοια τώρα γιάτρεψέ μου, τὴν ἄγνοια

ποὺ τὴ μιὰ κακὰ μοῦ προμηνάει

καὶ τὴν ἄλλη μ’ ἐλπίδες, ἀπ’ τὶς θυσίες ποὺ ὅρισες, μὲ τρέφει —

ἐλπίδες ποὺ διώχνουνε μακριά, στοὺς πέντε ἀνέμους,

τὶς ἄπληστές μου μέριμνες καὶ τὴ βαθιὰ τὴ λύπη…

τὴ λύπη ποὺ μοῦ τρώει, μοῦ μασάει τὰ φυλλοκάρδια.

 

Καὶ ξέρω καὶ μπορῶ τὸν αἴσιο οἰωνὸ νὰ ψάλω τώρα·

τὸν εἶδαν, γιὰ πόλεμο ὅταν ἐκινήσανε, οἱ γενναῖοι ἄντρες·

γέρος ἐγὼ ξεγέρος, τὴν ἔχω ἀκόμα τὴ θεϊκὴ τὴν τέχνη

νὰ τραγουδῶ τραγούδια… νὰ τὰ λέω, καὶ νὰ πείθω.

Γι’ αὐτὸ θὰ ψάλω ἐδῶ τὸ τραγούδι αὐτὸ ποὺ λέει

ὅτι τὸ διπλόθρονο τῶν Ἀχαιῶν τὸ κράτος,

τοὺς δύο ἀχαιοὺς βασιλεῖς, ποὺ κυβερνοῦν τὰ νιάτα τῆς Ἑλλάδας,

τοὺς στέλνει τὸ ὄρνιο τοῦ πολέμου

στὴ γῆ νὰ πᾶν τῆς Τροίας καὶ νὰ πολεμήσουν

στὰ χἐρι τους κρατώντας ἀκόντια δυνατά —

νὰ πολεμήσουνε στὴν Τροία κι ἐκδίκηση νὰ πάρουν.

Στοὺς δύο βασιλεῖς τῶν πλοίων

δύο βασιλεῖς πουλιῶν ἔδωσαν τὸ μήνυμα…

στὸ παλάτι δίπλα, ἀπ’ τὴ δεξιὰ μεριά, σὲ μέρος ἀνοιχτό…

ἕνα μελανὸ ἤτανε πουλί, μαῦρο, καταμέλανο,

καὶ τ’ ἄλλο ἤτανε μὲ τὴν οὐρά του ὁλόλευκη…

Ἐφάνηκαν καὶ κατασπάραξαν λαγίνα γκαστρωμένη,

καὶ τὰ παιδιά της δὲν προλάβανε νὰ φτάσουν ὣς στὴ γέννα.

Τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

Ὁ πάνσοφος ὁ μάντης τοῦ στρατοῦ,

τοὺς δύο λαγοφόνους ἀετοὺς σὰν εἶδε,

κατάλαβε πὼς εἶν’ οἱ δυὸ πολέμαρχοι Ἀτρεῖδες,

καὶ τὰ σημεῖα ἐξηγώντας εἶπε:

«Μὲ τὰ χρόνια ὁ στρατὸς ποὺ φεύγει τώρα

τοῦ Πρίαμου τὴν πόλη θὲ ν’ ἁλώσει·

τὰ πλούτη της τ’ ἀμύθητα, τὰ συναγμένα μὲς στοὺς πύργους,

ἡ Μοίρα μὲ τὴ βία θὰν τ’ ἁρπάξει. Φτάνει…

φτάνει μόνο μὴν καὶ κάποιος φθονερὸς θεὸς

τυλίξει μὲ σκοτάδια κι ἀφανίσει, πρὶν τὴν ὥρα ἐκείνη,

τὸν ἑλληνικὸ στρατό, καθὼς θὰ σφίγγει σὰν χαλκὰς τὴν Τροία…

Γιατὶ ἀπὸ οἶκτο ἐξάπτεται ἡ Ἄρτεμη, ἡ θεὰ ἡ παρθένα·

τὸ μίσος της ἐνάντια στρέφει στὰ πουλιά,

τὰ φτερωτὰ σκυλιὰ τοῦ Δία, τοῦ πατέρα της,

ποὺ κατασπάραξαν τὴ δύστυχη λαγίνα μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της,

πρὶν καλὰ-καλὰ ἀκόμα τὰ γεννήσει —

τῶν ἀετῶν μισεῖ ἡ θεὰ τ’ ἀπαίσια δεῖπνα».

Τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.