PABLO NERUDA
Ο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» ΤΥΠΟΣ
Με διαπερνά ένα φευγαλέο ρίγος και θέλω να ιστορήσω
—χωρίς κακία, μάλλον με διάθεση χαρούμενη—
πως μια φορά η Αστυνομία στο Μπουένος Άιρες
με σήκωσε απ’
το κρεβάτι και μ’ έσυρε στη φυλακή.
Είχε βραδιάσει· είχαμε μόλις φτάσει απ’ τη Χιλή,
και, δίχως να μας πούνε λέξη,
βουτήξαν τα χαρτιά του φίλου μου,
βεβήλωσαν το σπίτι που κοιμόμουν.
Πετώντας η γυναίκα μου σπίθες απ’ τα μάτια
τους έδειξε την περιφρόνησή της,
αλλά οι εντολές ήταν εντολές
και να τις εκτελέσουν όφειλαν ·
στην κλούβα μέσα διασχίσαμε
της τυραννίας όλη τη μαύρη νύχτα.
Δεν ήταν τότε ο Περόν, ήτανε κάποιος άλλος,
ένας νέος αργεντινός ηγεμονίσκος,
που είχε δώσει εντολή κι άνοιξαν πόρτες,
κλειδαριές και κόντρα κλειδαριές
για να με καταπιούν ολόκληρον.
Περάσαμε από κάτι μεσαυλές,
από σαράντα κάγκελα κι απ’ το νοσοκομείο,
κι έπειτα με χώσανε σ’ ένα κελί — δεν υπήρχε
κελί πιο απροσπέλαστο και πιο καλοκρυμμένο:
μόνο εκεί επίστευαν πως θα ήτανε προστατευμένοι
απ’ τους ατμούς της ποίησής μου.
Αυτή την τσακισμένη νύχτα έμαθα
ότι είχαν τρεις χιλιάδες μπαγλαρώσει
εκείνη μόνο την ημέρα: τους ρίξανε
στις φυλακές, στο κάτεργο,
και σαν να μην έφτανε αυτό, τους φόρτωσαν
σε πλοία που θα πήγαιναν σε άγνωστη κατεύθυνση,
— και άνδρες και γυναίκες,
τον ανθό και το καμάρι της αργεντίνικης ψυχής.
Και ίσαμ’ εδώ κάτι λέει η ιστορία μου,
και εδώ θα έπρεπε να τελειώσει:
τα υπόλοιπα είναι ιστορία συλλογική.
Θέλησα να τη
διαβάσω στην εφημερίδα
«Ο Τύπος» (την τόσο ενημερωμένη και κατατοπιστική),
αλλά ο κύριος Γαΐνσα Πας δεν ξέρει
αν της Αργεντινής οι φυλακές είναι γεμάτες.
Είναι μεν της «ελευθεροτυπίας» υπέρμαχος, αλλά,
αν τις κομμουνιστικές εφημερίδες τις κλείνουνε,
η εξοχότητά του το αγνοεί
και ούτε γράφει επ’ αυτού μια λέξη.
Ούτε παπούτσια έχει να τρέξει ούτε μάτια για να δει.
Το αν οι εργάτες πάνε φυλακή,
το ξέρει ο κόσμος όλος, εκτός από τον Γαΐνσα·
οι πάντες αγοράζουν εφημερίδες για να μάθουν,
μα τα «μεγάλα» φύλλα δεν δημοσιεύουν τίποτα
για τούτες και για τις παρόμοιες ανόητες ιστορίες.
Ο «Τύπος» ήταν τρομερά θορυβημένος και ανήσυχος
για το πρόσφατο διαζύγιο που βγήκε στο Χόλιγουντ,
και χώρισαν δυο διάσημοι σταρ του σινεμά·
κι ενώ στα συνδικάτα μπήκε χτες λουκέτο,
ο «Τύπος» και το «Έθνος» καταπιάνονται με θέματα
μεταφυσικά.
Αχ, βοά η σιωπή τούτου του παχύδερμου τύπου,
όποτε σαπίζουν τον λαό στο ξύλο!
Όταν όμως πέσει καμιά τουφεκιά στην Κούβα
και τήνε φάει κανά τσακάλι του Μπατίστα,
τα εκδοτικά τραστ της φτωχής Αμερικής μας
στρώνουν τα κατεβατά και τις ιερεμιάδες τους,
σηκώνουν με απελπισία τα χέρια τους ως στους
κροτάφους,
και τότε, ξαφνικά, ναι, ναι, τότε ξέρουν
τι έγινε, πώς έγινε και το δημοσιεύουν.
Συνέρχονται αυθωρεί το ΣΙΠ, το ΣΟΠ, το ΣΕΠ,
συνέρχονται για να σώσουν τα όσια και ιερά που
κινδυνεύουν
και, σπεύδοντας στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης,
ζητούν να θεσπισθούν κατεπειγόντως
ουσιαστικά και ακράδαντα κίνητρα
υπέρ της «ελευθερίας» που σθεναρώς υποστηρίζουν.
Τούτα τα αδιάντροπα πλατύποδα πλάσματα
βρίθουν σ’ όλη
τη Λατινική Αμερική:
φιλάνε τον Τσαμούδες στο Σαντιάγο,
και στη Λίμα τα καρτεράει να πάνε ο Ιούδας Ραβίνες·
πλούσια έπειτα και κατενθουσιασμένα
για την υπέροχη ελευθερία τους,
ακούνε ροκ εν ρολ απ’ την Ουάσινγκτον,
και χορεύουν όλο χάρη και χαρά
παρέα με τον Γαΐνσα και με τους διαφόρους Ντιμπουάδες.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου