Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ


ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ
ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΙΚΑ
ΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΡΤ

εδώ και εδώ

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΝΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΗ ΙΣΑΒΕΛΙΝΟ ΓΡΑΝΔΙΝ





JUAN PARRA DEL RIEGO


POLIRRITMO DINÁMICO A GRANDÍN, JUGADOR DE FÚTBOL

Palpitante y jubiloso
como el grito que se lanza de repente a un aviador,
todo así claro y nervioso,
yo te canto, ¡oh jugador maravilloso!
que hoy has puesto el pecho mío como un trémulo tambor.

Ágil,
fino,
alado,
eléctrico,
repentino,
delicado,
fulminante,
yo te vi en la tarde olímpica jugar.
Mi alma estaba oscura y torpe de un secreto sollozante,
pero cuando rasgó el pito emocionante
y te vi correr…saltar…
Y fue el ¡hurra! Y la explosión de camisetas,
tras el loco volatín de la pelota,
y las oes y las zetas
del primer fugaz encaje
de la aguja de colores de tu cuerpo en el paisaje,
otro nuevo corazón de proa ardiente,
cada vez menos despacio
se me puso a dar mil vueltas en el pecho de repente.

Y te vi, Gradín
bronce vivo de la múltiple actitud,
zigzagueante espadachín
del golkeeper cazador,
de ese pájaro violento
que le silba a la pelota por el viento
y se va, regresa y cruza con su eléctrico temblor.
¡Flecha, víbora, campana, banderola!
¡Gradín, bala azul y verde! ¡Gradín, globo que se va!
Billarista de esa súbita y vibrante carambola
que se rompe en las cabezas y se enfila más allá…

Y discóbolo volante,
pasas uno…
dos…
tres…cuatro…
siete jugadores…

La pelota hierve en ruido seco y sordo de metralla,
se revuelca una epilepsia de colores
y ya estás frente a la valla
con el pecho…el alma…el pie…
y es el tiro que en la tarde azul estalla
como un cálido balazo que se lleva la pelota hasta la red.
¡Palomares! ¡Palomares!
de los clásicos aplausos populares…
¡Gradín, trompo, émbolo, música, bisturí, tirabuzón!
(¡Yo vi tres mujeres de esas con caderas como altares
palpitar estremecidas de emoción!)
¡Gradín! róbale al relámpago de tu cuerpo incandescente,
que hoy me ha roto en mil cometas de una loca elevación,
otra azul velocidad para mi frente
y otra mecha de colores que me vuele el corazón

Tú que cuando vas llevando la pelota
nadie cree que así juegas:
todos creen que patinas,
y en tu baile vas haciendo líneas griegas
que te siguen dando vueltas con sus vagas serpentinas.

¡Pez acróbata que al ímpetu del ataque más violento
se escabulle, arquea, flota
no lo ve nadie un momento,
pero como un submarino sale allá con la pelota…!
Y es entonces cuando suena la tribuna como el mar:
todos grítanle: ¡Gradín! ¡Gradín! ¡Gradín!

Y en el ronco oleaje negro que se quiere desbordar,
saltan pechos, vuelan brazos y hasta el fin
todos se hacen los coheteros
de una salva luminosa de sombreros
que se van hasta la luna a gritarle allá:
¡Gradín!
¡Gradín! ¡Gradín!

ΦΑΣΗ



GIUSEPPE UNGARETTI


ΦΑΣΗ

Περπάτα-περπάτα
ξαναβρήκα
των ερώτων το φρέαρ

Στο βλέμμα επάνω
μιας χιλιοστής πρώτης νύχτας
να ξαποστάσω ξάπλωσα

Στους ρημαγμένους κήπους
ήρθε εκείνη μετά και κάθησε
σαν νά ’ταν περιστέρι

Στον αέρα
του μεσημεριού
μια διάχυτη λιγοθυμιά
και της εμάζεψα
γιασεμιά και πορτοκάλια



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ



LUIS CERNUDA


ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ

Σαν τον άνεμο όλη νύχτα,
Έρωτας, βάσανο ή κορμί μονάχο
Μάταια κουτουλάει στις βιτρίνες,
Με αναφιλητά στρίβει στις γωνιές του δρόμου·

Ή και καμιά φορά βαδίζει μες στην καταιγίδα
Ουρλιάζοντας τρελά
Και με τον φόβο της ξαγρύπνιας, όταν
Ξαναγυρνάει η λυγερόκορμη βροχή.

Ναι, όπως ο άνεμος, του ξυπνάει κάποιο ξημέρωμα
Τη θλίψη του που χαμένη πλανιότανε στη γη,
Τη θλίψη του την αδιάκριτη,
Τη φυγή του την άσκοπη·

Σαν νά ’μαι εγώ στον εαυτό μου ξένος
Και σαν τον άνεμο τρέχω, φεύγω μακριά,
Κι ωστόσο, ναι, έχω έλθει, έχω φτάσει –
Σαν το φως έχω γύρω ολόγυρα χυθεί.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΟΛΕΜΟΣ



Θ. Δ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ


ΠΟΛΕΜΟΣ

Στην αδιασάλευτη βασκανία
μιας στοιχειοθετούμενης
πυρκαγιάς που κοχλάζει
δαιμόνια αφής
καθώς πεοθηλάζει η μήτρα
των χαμένων ωρών
τον κερδισμένο χρόνο
το σ’ αγαπώ
μιας χειροβομβίδας του ίμερου
η σχάση του ατόμου
καθώς
διασπάται
μέσα σε σελίδες
τρεμάμενου πόνου
ενώ οι στάχτες
του Κρονίου [αφ]ορισμού
στέκουν μπροστά στο τετράγωνο
μιας απέλπιδος
τιτανομαχίας
η ωραία κοιμωμένη
μετά από χρήση μορφίνης




Από το βιβλίο: Θ. Δ. Τυπάλδος, «Η ατέρμονη πύλη», Provocateur, Σαντάνσκι Βουλγαρίας 2018, σ. 26.

JAMES JOYCE



JORGE LUIS BORGES


JAMES JOYCE

Σε μια του ανθρώπου μέρα βρίσκονται του χρόνου
οι μέρες όλες: απ’ την άπιαστη στον νού μας
του αιώνος πρώτη ημέρα του άσπλαχνου θεού, που μας
σημάδεψε με μέρες αγωνίας και πόνου,
ίσαμε εκείνη οπού το αείρροο ποτάμι
του επίγειου χρόνου επιστρέφει στην πηγή του
( : στο Αιώνιο), σβήνοντας στην τρομερή ροή του
και χτες και σήμερα και αύριο – και ό,τι μ’ έχει κάμει.
Απ’ την αυγή ώς το σούρουπο διαρκεί η ιστορία
του κόσμου: μες στη νύχτα βλέπω Ιουδαίους
περιπλανώμενους στη γη, και τους μοιραίους
Καρχηδονίους, μια ενδοξότατη πορεία
στον Άδη. Κύριε, δώσ’ μου κουράγιο ώς το πέρας
να σκαρφαλώσω στην ακρώρεια αυτής της μέρας.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.