Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

ΤΩΝ ΘΝΗΤΩΝ ΟΙ ΠΛΟΕΣ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΩΝ ΘΝΗΤΩΝ ΟΙ ΠΛΟΕΣ
(Ευριπίδης, «Τρωάδες», σττ. 101-121 και 145)

Κατάντια, τί κατάντια, συμφορές να κλαίω
και να θρηνώ, που σε άνασσα αληθώς δεν πάνε,…
απάδουν. Μακάρι ψέματα –είπα– νά ’ναι,
αλλά όχι, είναι αλήθεια, και με πόνο λέω

αυτό που ζω, που βλέπω: το Ίλιον, άστυ ωραίο,
πεθαίνει στην πυρά, και οι φλόγες θαν το φάνε.
Ποιοί καταχθόνιοι κυνηγοί με κυνηγάνε
να μ’ αφανίσουν; Μα εσύ. Εκάβη, τον μοιραίο

τοῦ μεταβαλλομένου δαίμονος ἀνέχου
χρησμό! Την πλώρη της ζωής σου μη γυρίσεις
στης τύχης σου το κύμα. Μείνε να σε βρέχου-

νε οι συμφορές δια βίου, για όσο ακόμα ζήσεις.
έξω απ’ τη ρότα των θεών, ω, μην κινείσαι,
και πάρ’ το απόφαση: ένα τίποτααυτό είσαι!

Γι’ αυτό, την άτη αχόρευτη άσ’ τη να ολολύζει:
στρατιώτης ή άνακτας – κανένας δεν κερδίζει.



Αφιερώνεται στην Έλλη Τρίπου και στον Ερρίκο Σκάσση.





ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ



NUNO JÚDICE


ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ

Τελικά το έχω βρει το μυστικό,
το κρυστάλλινο κλειδί που ό,τι γράφω το ανοίγει,
κι έχω έναν φόβο γι’ αυτό όσο νά ’ναι.
Μπορεί στο αχανές των πεδιάδων
εκεί, στ’ ακροπόταμα, όπου ανθίζει ο κρίνος
νά ’χω δει τα χνάρια που ’χες αφημένα,
έτσι ακριβώς όπως κι εσύ
–σε κάποιαν του χρόνου αντανάκλαση–
να μ’ έχεις δει σ’ εκείνου του γκρεμού τον ίσκιο.
Αν το στόμα σου, τοσοδά μονάχα ανοιχτό,
μ’ έχει με παραλήρημα ροδιάς
αγγίξει μόλις λίγο δίπλα στ’ όνειρο,
εγώ δεν το θυμάμαι.
Αυτό αντίθετα που μού ’χει μείνει εμένα
στων νυχτερινών αναμνήσεων την άτακτη ροή
είναι ο ζήλος ο πυρίκαυστος
μιας σκέψης απόλυτα ερωτικής.
Μι’ αμιγής, ολοκάθαρη και απλή υπόθεση
συναρτήσει του έρωτος.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΣΤΗ ΜΙΑ Η ΩΡΑ Η ΤΥΧΗ ΜΟΥ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΣΟΥ



ÓSCAR HAHN


ΣΤΗ ΜΙΑ Η ΩΡΑ Η ΤΥΧΗ ΜΟΥ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΣΟΥ

Έμεινα όλη νύχτα ορθός μπροστά απ’ την πόρτα σου
Περιμένοντας να βγουν έξω να με βρουν τα όνειρά σου

Στη μία η ώρα βγήκε μια κορνίζα για καθρέφτες
Στις δύο βγήκε μια κρεβατοκάμαρα γεμάτη νερά
Στις τρεις βγήκε ένα ξενοδοχείο πυρπολημένο,
Στις τέσσερις βγήκαμε εσύ κι εγώ κάνοντας έρωτα
Στις πέντε βγήκε ένας άντρας με πιστόλι
Στις έξι ακούστηκε ένας πυροβολισμός και ξύπνησες

Στις εφτά βγήκες εξαντλημένη από το σπίτι σου
Στις οχτώ συναντηθήκαμε στο Οτέλ Βαλδιβία
Στις εννιά γίναμε πολλοί μες στους καθρέφτες
Στις δέκα ξαπλώσαμε σ’ εκείνο εκεί το νεροκρέβατο
Στις έντεκα κάναμε έρωτα έως εξαντλήσεως

Η ώρα τώρα είναι δώδεκα το μεσημέρι
Κι έχω πια στην αγκαλιά μου όλων των εγκλημάτων μου το σώμα



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΔΕΡΙΓΝΥ



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ


ΔΕΡΙΓΝΥ

Βράδυ, κοντά μεσάνυχτα,     καλοκαίρι
κατέβαινε τη Δεριγνύ             με συνοδό,
πιθανώς τον αδελφό του.      Και φανερά,
σκληρή ανάγκη τον φέρνει    στην Αθήνα.
Λεπτός από την άσκηση,      το ράσο του
έπλεε πάνω στο σώμα.          Η σιωπή τους
απέπνεε την πορεία               και το δεσμό.

Αριστερά ο συνοδός              τον ασκητή
κρατούσε από τον καρπό      πολύ απαλά
ακουμπώντας την παλάμη     στο στήθος του
ανοιχτή. Οδηγεί μαζί              και οδηγείται.
Με ορθάνοιχτα τα μάτια         προχωρούσε
ο άλλος. Σα φοβισμένο          ζώο και σαν
υπνωτισμένος. Γύρω τους     ξένοι παντού
χαμηλόφωνοι στα ρείθρα       και τα σκαλιά.
Οι νεραντζιές επέτειναν         το σκοτάδι.
Διακρίνονταν τα φώτα           των πορνείων
και του χασίς η μυρωδιά,      η θέρμη της φτώχειας.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ


ΝΙΚΟΣ ΣΦΑΜΕΝΟΣ


Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ

ισχυριζόταν πως
μπορούσε να προβλέψει
τη πορεία του καθενός
και πως
είχε πέσει σπάνια
έξω
μιλήσαμε αρκετά
άλλος ένας βαρετός τύπος
καταπονημένος απ' τη ζωή

εγώ του είπα μερικά από τα
ανόητα αστεία μου και έτσι μοιραία
έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού
-δύο βαρετοί τύποι-

«άκου», μου είπε
καθώς έφευγα
«εσύ μάγκα μου θα πας χαμένος.
Συγνώμη ε;»
«Είναι εντάξει.»

Του έδωσα ένα φιλικό χτύπημα
στη πλάτη και
έφυγα.

Αύγουστος.Ο έρημος δρόμος
έβραζε.Ένα αμάξι με προσπέρασε
ουρλιάζοντας.

Άλλη μια περίπτωση που σπάνια θα
έπεφτε έξω, σκέφτηκα και
ξεκίνησα.

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ



JULIO CORTÁZAR


UNA CARTA DE AMOR                 

Todo lo que de vos quisiera
es tan poco en el fondo
porque en el fondo es todo,

como un perro que pasa, una colina,
esas cosas de nada, cotidianas,
espiga y cabellera y dos terrones,
el olor de tu cuerpo,

lo que decís de cualquier cosa,
conmigo o contra mía,

todo eso es tan poco
yo lo que quiero de vos porque te quiero.

Que mires más allá de mí,
que me ames con violenta prescindencia

del mañana, que el grito
de tu entrega se estrelle
en la cara de un jefe de oficina,

y que el placer que juntos inventamos
sea otro signo de libertad.