Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2020

ΨΑΛΜΟΣ



GEORG TRAKL


ΨΑΛΜΟΣ

Γαλήνη: σαν να βούλιαζαν τυφλοί σε φθινοπωριάτικο έναν τοίχο,
με σαθρούς αγροικώντας κροτάφους των κοράκων το πέταγμα·
του φθινόπωρου χρυσή γαλήνη: του πατέρα ή όψη σε ήλιο πού όλο τρεμοσβήνει
μες στην ειρήνη των βελανιδόδεντρων και η εσπέρα ρημάζει το παλιό χωριό,
το κόκκινο σφυροκόπημα των σιδεράδων, καρδιά που χτυπάει.
Γαλήνη· με αργοσάλευτα χέρια χώνει η παρακόρη το υακύνθινο μέτωπο
κάτω από λιοτρόπια που χτυπούν τα φτερά τους. Αγωνία και σιωπή
σπασμένων ματιών γεμίζει το άραχλο δωμάτιο, τα διστακτικά βήματα
των γηραιών γυναικών, τη φυγή του άλικου στόματος
έτσι όπως σβήνει σιγά-σιγά μες στο σκοτάδι.

Αμίλητο βράδυ με κρασί. Από τα χαμηλά δοκάρια της στέγης
έπεσε μια νυχτοπεταλούδα, νύμφη ενταφιασμένη σε ύπνο μπλε, γαλαζωπό.
Στην αυλή σφάζει ο δούλος έν’ αρνί, του αίματος η γλυκιά μυρωδιά
σαν σύννεφο τα μέτωπά μας στεφανώνει, η σκοτεινή δροσιά του πηγαδιού.
Των αστρολούλουδων που πεθαίνουν θρηνεί η μελαγχολία,
ολόχρυσες φωνές στον άνεμο. Όταν νυχτώσει θα με βλέπεις με μάτια σάπια,
τα μάγουλά σου στην κυανόχρωμη γαλήνη εγίναν σκόνη.

Πόσο απόσιγα σβήνει η φωτιά στα ξερόχορτα,
και βουβαίνεται στο βάθος το μαύρο χωριουδάκι
λες και κατηφόρισε ο σταυρός όλον τον γαλάζιο Γολγοθά,
λες και φτυάριζε το αμίλητο χώμα και πέταγε έξω τους νεκρούς του.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2020

ΕΠΤΑΨΑΛΜΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ



GEORG TRAKL


ΕΠΤΑΨΑΛΜΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Γαλαζωπή σουρουπώνει η άνοιξη· κάτω από δέντρα που όλο ρουφάνε
κάτι σκοτεινό τα βράδια οδοιπορεί μετά το βασίλεμα,
τον απαλό τού κότσυφα αγροικώντας θρήνο.
Σιωπηλή προβάλλει η νύχτα, αγρίμι αιμόφυρτο,
και σιγανά κατηφορίζει από το λόφο.
Κλαδί ανθισμένο μηλιάς μες στον υγρό σειέται αέρα,
και λύνεται ασημένιο ό,τι ήταν πιο μπροστά μπλεγμένο,
για να πεθάνει έτσι όπως χύνεται μέσ’ απ’ της νύχτας μάτια·
πεφτάστερα· των παιδικών χρόνων τραγούδι γλυκύτατο.
Ορατότερος ο κοιμώμενος κατέβαινε στο μαύρο δάσος
και μια πηγή γαλάζια στο βάθος κελάρυζε –
εκείνος τότε τα χλομά του βλέφαρα εσήκωσε αργά
πάνω απ’ τη χιονάτη του όψη·
και η σελήνη κόκκινο κυνήγαγε ζώο
να βγει απ’ το άντρο του·
και πέθανε με στεναγμούς των γυναικών ο θρήνος ο άραχλος.
Αστράφτοντας περισσότερο σήκωσε τα χέρια του στ’ αστέρι του
ο άσπρος ξένος·
και αμίλητο φεύγει απ’ το ερειπωμένο σπίτι κάτι νεκρό.
Ω η σαπισμένη του ανθρώπου μορφή: αρμοσμένη με μέταλλα ψυχρά,
νύχτα και τρόμος δασών βουλιαγμένων
και της έντρομης των ζώων αγριότητας·
της ψυχής νηνεμία.
Με μαυρωπή βαρκούλα κατέβαινε εκείνος ιριδίζοντα ρεύματα,
γεμάτα αστέρια καταπόρφυρα, κι έπεσαν έπειτα
ειρηνικά επάνω του τα πρασινισμένα κλαριά,
αφιόνι από σύννεφο γεμάτο ασήμια.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ


ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ



JORGE LUIS BORGES


ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ

Ο Θεός που έπιασε ένας (και στο γένος του έχει έναν ο Ατρέας)
σ’ έν’ ακρογιάλι, που το αντιμάμαλο όλο καταπίνει,
έγινε λέων, πάνθηρας και δράκος, και ύστερα εγίνη
και δέντρο, εγίνηκε νερό. Το δε νερό είναι ο Πρωτέας.

Είναι η νεφέλη η αξέχαστη· είναι η δόξα που τη συναντάμε
το δειλινό στις γειτονιές, που πέφτει και τις κοκκινίζει·
το μέλστρομ είναι που τους πάγους πλέκει και τους στροβιλίζει·
αλλά είναι και το δάκρυ μου το ανώφελο, σαν σε θυμάμαι.

Υπήρξε στην κοσμογονία η μυστική αρχή: μια ρίζα ν’
αρδεύει τη γη που μας τρέφει, τη φωτιά που καταστρέφει,
και τους θεούς που διοικούν αυγή και δύση, αιθρίες, νέφη.
(Έτσι ο Σενέκας και ο Θαλής από τη Μίλητο το ορίζαν.)

Η θάλασσα, ω νερό, και τα κινούμενα όρη, που θα έβγει
το πλοίο, για να τσακιστεί, οι μόνες είναι αναφορές σου·
και ο χρόνος ο αμετάκλητος, που μας πληγώνει και όλο φεύγει,
δεν είναι τίποτ’ άλλο πάρεξ μία από τις μεταφορές σου.

Μες στους ολέθριους άνεμους λαβύρινθος υπήρξες: δίχως
καν τοίχους και παράθυρα· και στους διαδρόμους του το κόστος
σε μόχθο και αγωνία ήταν μέγα. Και ήταν του Οδυσσέα ο νόστος
και του βεβαίου Θάνατου και της αβέβαιης Τύχης ήχος

που μας μπερδεύει. Λάμψη από στυγνού σπαθιού λεπίδα εισπράττεις·
στεγάζεις, σάμπως μέσα σε όνειρο, τέρατα και βραχνάδες·
οι γλώσσες των ανθρώπων σού αποδίδουν θαύματα, ικμάδες
μοναδικές· και η ροή σου ονομάζεται Γάγγης ή Ευφράτης.

(Του πρώτου τα νερά είναι –λέγεται– ιερά. Πλην είναι ανάγκη
να πούμε πως, όπως και οι θάλασσες, μυστήριους έχουν δρόμους
εναλλασσόμενους, και η γη έχει πόρους, κι έτσι, με τους νόμους
της φύσης, όλοι μας στα ύδατα έχουμε λουστεί του Γάγγη.)

Είδε ο Ντε Κουίνσυ μέσα στων ονείρων τα βοώντα σμήνη
να λιθοστρώνονται με καύκαλα απ’ τα έθνη όλα οι ωκεανοί σου·
κατεύνασες λαχτάρες γενεών και γενεών· κι εξ ίσου
καλά την όψη του πατέρα μου και του Χριστού έχεις πλύνει.

Νερό, σε ικετεύω για ένα: κόμπο κάμε, σαν θα σκύψεις
να δέσεις με όνειρα τις λέξεις τις πολλές μου. Και θυμήσου –
του Μπόρχες μνήσθητι: του φίλου σου και του κολυμβητή σου.
Την ύστατη στιγμή, παρακαλώ, απ’ τα χείλη μου ας μη λείψεις.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.





ΕΞ ΟΝΥΧΟΣ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΑ






ΕΞ ΟΝΥΧΟΣ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΑ
Ο Γιάννης Δάλλας μεταφράζει Καλλίμαχο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ...
Αντίο, Δάσκαλε!

ΨΑΛΜΟΣ



GEORG TRAKL


ΨΑΛΜΟΣ

           Αφιερώνεται στον Καρλ Κράους

Φως που ο ήλιος τό ’σβησε.
Καπηλειό απ’ όπου βγήκε το απόγευμα κάποιος μεθυσμένος.
Αμπέλι καμένο και μαύρο και με τρύπες όλο αράχνες.
Χώρος που τον άσπρισαν με γάλα.
Πέθανε ο τρελός. Νησί είναι τώρα στις θάλασσες του Νότου
και τον θεό θα υποδεχτεί Ήλιο. Βαράνε τα τύμπανα.
Χορούς πολεμικούς χορεύουν οι άντρες.
Οι γυναίκες λικνίζουν τους γοφούς με περιπλοκάδες και
   πυράκανθους,
όποτε τραγουδάει η θάλασσα. Ω παράδεισέ μας χαμένε!

Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσά τους δάση.
Τον ξένο θάβει ο κόσμος. Κι ύστερα σηκώνεται και πέφτει
   μια βροχή που μαρμαίρει.
Του Πάνα ο γιός εμφανίζεται με μορφή χωματεργάτη –
στην πυρωμένη άσφαλτο τα μεσημέρια πάντοτε κοιμάται.
Κοριτσάκια σε αυλή με φουστανάκια να σου σπαράζεται
   η καρδιά απ’ τη φτώχεια τους!
Κάμαρες γεμάτες συγχορδίες και σονάτες.
Ίσκιοι που αγκαλιάζονται μπροστά σε καθρέφτη τυφλωμένο.
Στου νοσοκομείου τα παράθυρα μαζεύουν ήλιο όσοι αναρρώνουν.
Ατμόπλοιο λευκό στο κανάλι μεταφέρει επιδημίες ματωμένες.

Η ξένη αδελφή προβάλλει ξανά στους εφιάλτες κάποιου.
Κι αυτός παίζει ήρεμος στη φουντουκιά με τ’ αστέρια του.
Ο σπουδαστής, σωσίας του ίσως, ώρα την κοιτάζει απ’ το παράθυρο.
Πίσω του έχει τον νεκρό αδελφό του ή κατεβαίνει την παλιά
   περιστρεφόμενη σκάλα.
Στο σκοτάδι με τα καστανόδεντρα χλομιάζει η μορφή του νεαρού
   δοκίμου μοναχού.
Ο κήπος πνίγεται στο βράδυ. Στο περιστύλιο νυχτερίδες χτυπάνε
   τα φτερά τους.
Σταματάνε τα παιδιά του επιστάτη το παιχνίδι, το χρυσάφι γυρεύουν
   τ’ ουρανού.
Τελευταίες συγχορδίες κάποιου κουαρτέτου. Η μικρή τυφλή τρέχει
   τρέμοντας στην αλέα,
κι έπειτα συνέχεια ψηλαφεί τον ίσκιο της επάνω στα κρύα τείχη, που
   παραμύθια τα τυλίγουνε και άγιοι θρύλοι.

Άδεια βάρκα, και κατεβαίνει με το σούρουπο στο μαύρο κανάλι.
Στη μελαγχολία του παλιού ασύλου ανθρώπινα ερείπια καταρρέουν.
Τα νεκρά ορφανά στου κήπου κείτονται τον τοίχο.
Από κάτι γκρίζες κάμαρες βγαίνουν άγγελοι με φτερά κοπρισμένα.
Από τα μαραμένα τους βλέφαρα στάζουν σκουλήκια.
Σκοτεινό και αμίλητο της εκκλησίας το προαύλιο – έτσι ήταν
   και στων παιδικών χρόνων τις μέρες.
Με ασημένιες σόλες διαβαίνουνε και χάνονται ζωές
   προηγούμενες
και των καταραμένων οι σκιές κατεβαίνουν στα νερά που
   αναστενάζουν.
Στον τάφο του ο λευκός μάγος παίζει με τα φίδια του.

Πάνω από τον Κρανίου Τόπο αμίλητα του Θεού ανοίγουνε
   τα ολόχρυσα μάτια.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.