Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ (ΓΙΩΡΓΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ (ΓΙΩΡΓΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

ΝΑ ΠΑΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


ΑΓΑΠΗ


Σ' όποια κι αν τύχεις θέση
νά 'σαι όλο συλλογή
και τίποτε στη γη
άλλο να μη σου αρέσει.

Να πας χωρίς να ξέρεις
για πού, να πας, να πας,
να λες πως αγαπάς
και πια δεν το υποφέρεις.

Να στέκεσαι στο δρόμο
και να σκιρτάς: - Αυτή!
γιατ' είδες μιά ριχτή
πλεξούδ' απάνω σε ώμο.

Τα χέρια σου να βάνεις
στα μάτια σα να κλαίς,
να γέρνεις και να λες
πως κάλλιο να πεθάνεις.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

ΟΛΟ ΛΕΞΕΙΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ


Τούτ’ η ζωή που ζούμε είναι γελοία,
μα δεν υπάρχει κι άλλη να διαλέξεις.
Γράφουμε, ερωτευόμαστε, όλο λέξεις·
πεθαίνουμε και μπαίνει μιά τελεία.

Τα δάχτυλα που εκράτησαν την πέννα
θά ’ν’ ίδια μ’ όποια χάιδευαν μιά κόμη,
θα φαίνονται απαράλλαχτα κι ακόμη
κι αυτά και κείνα μάταια απλωμένα.

Από την κεφαλή μας ώς τα πόδια
θα βγαίνουν άνθη, γιούλια ή χαμομήλια,
ενώ αποπάνου ατέλειωτη η γαμήλια
πομπή θα διασταυρώνεται με ξόδια.

Θά ’μαστε μόνοι χώρια κι από κείνους
που χάνουμε με μάς την οικουμένη:
η μάνα, η αδερφή η γονατισμένη
δε θα μας φτάνουν ούτε με τους θρήνους.



Από το βιβλίο: «Γιώργος Κοτζιούλας – Μια παρουσίαση από τον Σωτήρη Τριβιζά», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2009, σελ. 24

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑΡΑΧΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ (1909-1956)


ΠΟΙΗΤΙΚΗ


Οι στίχοι γράφονται με ταραχή,
δεν είναι παιξεγέλασε η ψυχή.
Μιά σκέψη για να πιάσεις ή μιά λέξη,
μπορείς να καρτερείς όσο να φέξει.

Και πριν απ’ όλα ο πόνος, πρώτη αρχή,
αυτός θα στέκει να καλοναρχεί·
πρέπει να μείνεις άλαλος πεντέξι
φορές μπρος στο είδωλό σου για να στρέξει.

Στο ποίημα θά ’ναι η ίδια σου η καρδιά
που θα ξοφλά πρωτότυπα το κρίμα
δεμένη σαν κατάδικη στη ρίμα.

Κι αφού με της εντέλειας τα κλειδιά
την ασφαλίσεις, πάρ’ τηνε και δώσ’ τη
χάρισμα σ’ όποιον όποιον αναγνώστη.



Από το βιβλίο: «Γιώργος Κοτζιούλας – Μια παρουσίαση από τον Σωτήρη Τριβιζά», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2009, σελ. 29.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008

ΜΟΝΑΧΑ ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ


Μονάχα μια βραδιά. Τί να μου κάνει, πές μου,
σε τόσους μήνες που δε σ’ είδα, μια βραδιά;
Καλύτερα να μη σε λάχαινα ποτέ μου,
δεν θά ’μουν τώρα μύγα στη σφαλαγγουδιά.

Κι όμως δεν ξέρεις πόσο γίνηκες ωραία,
μ’ απ’ άλλον κάποιον να τ’ ακούσεις καρτερείς.
Καμμιά σου λέω, καμμιά σ’ Αθήνα και Περαία
δε βρίσκεται να τη θυμάσαι ολημερίς.

Εσύ δεν πρέπει να μας δείχνεσαι όπως όπως,
πού ξανακούστηκε σ’ εμάς όμοια φωνή;
Μαγεύει αλλόκοτα το γέλιο σου κι ο τρόπος,
αχ, τέτοια χάρη έχουν μονάχα οι ζωντανοί.

Εκείνη τώρα ταξιδεύει με παπόρι
κι εγώ παιδεύομαι δεμένος στη δουλειά.
Με τό ’να πόδι απάνου στ’ άλλο, είναι στην πλώρη
κι ο αέρας όλο της μπερδεύει τα μαλλιά.


Το ποίημα μάς το ζήτησε η εικονιζόμενη κυρία που θέλει να κρατήσει την ανωνυμία της.

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

ΛΕΚΟΝΤ ΝΤΕ ΛΙΛ: "ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ"



LECONTE DE LISLE (1818-1894)


LES ROSES D’ISPAHAN


Les roses d’Ispahan dans leur gaîne de mousse,
Les jasmins de Mossoul, les fleurs de l’oranger
Ont un parfum moins frais, ont une odeur moins douce,
O blanche Leïlah ! que ton souffle léger.

Ta lèvre est de corail, et ton rire léger
Sonne mieux que l’eau vive et d’une voix plus douce,
Mieux que le vent joyeux qui berce l’oranger,
Mieux que l’oiseau qui chante au bord du nid de mousse.

Mais la subtile odeur des roses dans leur mousse,
La brise qui se joue autour de l’oranger
Et l’eau vive qui flue avec sa plainte douce
Ont un charme plus sûr que ton amour léger !

O Leïlah ! depuis que de leur vol léger
Tous les baisers ont fui de ta lèvre si douce,
Il n’est plus de parfum dans le pâle oranger,
Ni de céleste arome aux roses dans leur mousse.

L’oiseau, sur le duvet humide et sur la mousse,
Ne chante plus parmi la rose et l’oranger ;
L’eau vive des jardins n’a plus de chanson douce,
L’aube ne dore plus le ciel pur et léger.

Oh ! que ton jeune amour, ce papillon léger,
Revienne vers mon coeur d’une aile prompte et douce,
Et qu’il parfume encor les fleurs de l’oranger,
Les roses d’Ispahan dans leur gaîne de mousse !




********************************



ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ


Μέσα στη χλόινη αγκαλιά τα ρόδα του Ισπαχάν
και τ’ άνθη της πορτοκαλιάς και τ’ άγριου ναρκίσου
πολύ λιγότερη ευωδιά τριγύρω τους σκορπάν
απ’ ό,τι, ω άσπρη Λεϊλά, η ανάλαφρη πνοή σου.

Κοράλλι είναι τα χείλη σου, κι η μάγη σου λαλιά
με πιο γλυκύτερη φωνή απ’ το νερό αντηχάει,
γλυκύτερ’ από τον άνεμο μες στην πορτοκαλιά
κι απ’ το πουλί που απ’ τη φωλιά του έξω κελαηδάει.

Αλλά των ρόδων η λεπτή κι ευγενικιά ευωδιά,
η αύρα που ψιθυριστά φέρνει χαρές του δάσους
και το νερό που με γλυκύ παράπονο κυλά
κρατούν περισσότερο τη χαρά από τον έρωτά σου.

Ω Λεϊλά! Απ’ τη στιγμή π’ όλα σου τα φιλιά
από τα χείλη σου έφυγαν με τ’ αλαφριά φτερά τους,
δεν ευωδιάζει άλλη φορά η ωχρή πορτοκαλιά,
ουδέ τα ρόδα του Ισπαχάν στη χλόινη αγκαλιά τους.

Και το πουλί που εκάθονταν στη χλόη μαλακά,
έπαψε πια να τραγουδεί στα δέντρα, στα λουλούδια,
και το νερό σταμάτησε να τραγουδεί γλυκά,
κι η χαραυγή δε στέλνει πια τα χρυσαφένια χνούδια.

Ω, πώς προσμένω να δεχτώ μ’ ολάνοιχτη αγκαλιά
τα χάδια σου που έφυγαν με τ’ αλαφριά φτερά τους,
για να ευωδιάσει η ωχρή ξανά πορτοκαλιά
ως και τα ρόδα του Ισπαχάν στη χλόινη αγκαλιά τους!




Μετάφραση: Γιώργος Κοτζιούλας.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό των Αθηνών «Μπουκέτο», έτος ΣΤ΄, τεύχος 280 (15.8.1929), σελ. 941.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

ΙΠΠΟΤΙΚΑ ΗΘΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


RENDEZ-VOUS


Δεν ήτανε για τέτοια η πρώτη εκείνη
που στο χειμώνα εδιάλεξε βραδιά:
τ’ αηδόνια τρεμουλιάζαν στα κλαδιά
κι έλειπε η προστατευτική σελήνη.

Με περιέργεια είχε περιμείνει,
κι ενώ τη βρήκε ρόδο στη ροδιά,
χωρίς παλμό αισθανόταν την καρδιά
και ξέχασε ώς και τη φιλοφροσύνη.

Επήγαινε στο πλάι της σιωπηλά
φυλάγοντας για κάποια τάχατε άλλη
τα ετοιμασμένα λόγια τα πολλά.

Και μόνο όταν χωρίζονταν, εκεί
θυμήθηκε στο χέρι της να βάλει
τα χείλη του, συνήθεια ιπποτική.

Δευτέρα 16 Απριλίου 2007

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


ΜΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ ΝΑ ΒΡΩ...


Μια παπαδιά να βρω, μια παπαδίτσα, Θε μου,
κι όπως θ' ανοίξει τα φτερά απ' την απαλάμη,
τα σμάλτινα φτερά στο ρίπισμα του ανέμου,
ν' ακολουθήσω με το βλέμμα που θα κάμει.

Δεν ξέρω όμως σε ποιό σημείο νά 'ν' η Αθήνα
μήτε αν υπάρχει εκείνη που θα μελετούσα -
την είχα πρωτοβρεί σιμά σε κάτι σκοίνα
τη γλυκοθώρητη και σιγαλοπατούσα.

Θά 'ναι, είπα, τ' ουρανού η ανέλπιστη ευλογία,
το δώρο που μου στέλνει αυτό το καλοκαίρι.
Κι έμοιαζε με άσπρη, μα καθάρια Παναγία,
γραμμένο τσίνουρο και κοντυλένιο χέρι.

Μάτια μου αγαπημένα, πότε θα περάσει
τούτ' η φουρτούνα που κρατάει τους δυο μας χώρια;
Δεν ήρθαμε, καλή, για πόλεμο στην πλάση,
παρά να βγούνε κι από μας δυο-τρία αγόρια.



Η εικονιζόμενη "παπαδιά" / "παπαδίτσα" λέγεται Cardinali - Julietta Cardinali. Άρα κολλάει με το ποίημα του Κοτζιούλα. Από το επόμενο ποστ, πάντως, ξανασοβαρεύουμε!

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2007

ΣΕ ΚΥΝΗΓΟΥΣΑ ΜΕ ΤΗ ΡΙΜΑ...




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


[ΜΕ ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΜΜΑ Μ' ΕΙΧΕΣ ΚΑΚΟΜΑΘΕΙ]


Με το υστερόγραμμα μ' είχες κακομάθει
κι εγώ σε κυνηγούσα με τη ρίμα.
Πάει το παιγνίδι, σκόλασε, τι κρίμα,
κι είσαι ένα ρόδο πια χωρίς αγκάθι.

Τον άνθρωπο σαν τί να τον αλλάζει
κι η γνώμη μας αλλάζει με το χρόνο;
Ξαπλώνομαι όπου να 'ναι και στυλώνω
το βλέμμα στ' ουρανού το λείο ατλάζι.

Πολύ με παίδεψ' ο έρωτας, παρότι
θα μ' έλεγε κανείς ψυχή γαλήνια
σίδερα έκαιγαν μέσα μου, καμίνια
πέρσι και πρόπερσι, όλη μου τη νιότη.

Μα έχοντας πια ξεφύγει από τα βρόχια,
τη φύση τώρα χαίρομαι, το σπίτι,
και μυστικά ζηλεύω το ζευγίτη
που πάει να σπείρει με τα πρωτοβρόχια.


Από το "Τέλος Της Εποχής".

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2007

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΡΟΝΣΑΡ ΕΙΣ ΔΙΠΛΟΥΝ



PIERRE DE RONSARD


[QUAND VOUS SEREZ BIEN VIELLE]


Quand vous serez bien vieille, au soir, à la chandelle,
Assise aupres du feu, devidant et filant,
Direz, chantant mes vers, en vous esmerveillant :
Ronsard me celebroit du temps que j'estois belle.

Lors, vous n'aurez servante oyant telle nouvelle,
Desja sous le labeur à demy sommeillant,
Qui au bruit de mon nom ne s'aille resveillant,
Benissant vostre nom de louange immortelle.

Je seray sous la terre et fantaume sans os :
Par les ombres myrteux je prendray mon repos :
Vous serez au fouyer une vieille accroupie,

Regrettant mon amour et vostre fier desdain.
Vivez, si m'en croyez, n'attendez à demain :
Cueillez dés aujourd'huy les roses de la vie.



ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

Τα γηρατειά όταν κάποτες ερθούν χωρίς συμπόνια,
το βράδι δίπλα στη φωτιά μονάχη καθισμένη,
στης λάμπας γνέθοντας το φως θα λες ακουμπισμένη:
μου τραγουδούσεν ο Ρονσάρ στης νειότης μου τα χρόνια!...

Η αποσταμένη δούλα σου, που θ’ αγρυπνάει ακόμα,
μόλις τ’ ακούει θε να βλογά τ’ αθάνατο όνομά σου,
φάντασμα δίχως κόκκαλα θε νά ’μαι εγώ, στοχάσου,
κάτου απ’ τον ίσκιο της μυρτιάς τότε στο μαύρο χώμα.

Κι εσύ λευκόμαλλη γριά στο τζάκι μαζεμένη
θ’ αποζητάς τον έρωτα πικρά μετανιωμένη
που αρνήθηκες περήφανα σε μένα το φιλί σου.

Ζήσε και χαίρου τα λαμπρά τής νειότης σου τα κάλλη,
μην καρτερείς την αυριανή τη μέρα να προβάλει
και μάζευε από σήμερα τα ρόδα της ζωής σου.


Μετάφραση: Γιώργος Κοτζιούλας
(Από το αθηναϊκό περιοδικό «ΕΚΛΟΓΗ», τ. ΙΓ΄, τχ. 135 [Ιανουάριος] 1957, σελ. 37-8).




ΑΠΟ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

Στο τζάκι όταν θα κάθεσαι, βραδιές με το λυχνάρι,
γριούλα πια, ανεμίζοντας και κλώθοντας θα λες
ρίμες μου ψιθυρίζοντας τραγουδιστές παλιές:
«Είχε στα νιάτα μου ο Ρονσάρ την ομορφιά μου εξάρει».

Δεν θα βρεθεί δουλεύτρα σου, μισαποκοιμισμένη
από τη λάτρα του σπιτιού, να μην ξεπεταχτεί
στου ονόματός μου τ’ άκουσμα, κι εσένα ξακουστή
να μη σε πει κι ευλογητή και τρισμακαρισμένη.

Στο χώμα θ’ αναπαύομαι, που με είχαν αποθέσει,
φάντασμα δίχως κόκαλα στους ίσκιους μιας μυρτιάς
και γριά πια εσύ θ’ αναπολείς στην άκρη της εστιάς

τον έρωτά μου εκείνονε που ’χες καταφρονέσει.
Αν με πιστεύεις, τ’ αύριο μην περιμένεις, κόψε
Τα ωραία ρόδα της ζωής· χάρου τα απ’ απόψε.


Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας
(Από το βιβλίο του Αλεξάνδρου Μπάρα «Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση / Μεταφράσεις», εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1986, σελ. 16.)