Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΡΟΖΕ ΖΙΛΜΠΕΡ-ΛΕΚΟΝ



ROGER GILBERT-LECOMTE


TESTAMENT

Je viens de loin de beaucoup plus loin

Qu'on ne pourrait croire
Et les confins de nuit des déserts de la faim

Savent seuls mon histoire
Avec ses ongles avec ses dents celle qui est partout

M'a fait mal
Et surtout surtout son affreux regard de boue

M'a fait mal
Si maintenant je dors ancré

Au port de la misère
C'est que je n'ai jamais su dire assez

À la misère
Je suis tombé en bas du monde

Et sans flambeau
Sombré à fond d'oubli plein de pitiés immondes

Pour moi seul beau

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ


ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ

εδώ

στην Frankfurter Allgemeine Zeitung

ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ



ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ


ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ

Η διαρκής αγωνία μου
λιμνασμένος πυρετός
κάτω απ’ την παγωμένη κρούστα του χρόνου.

Εκεί κουρνιάζουν οι ασίγαστες ενοχές
οι βίαιες επαληθεύσεις που μας κούρασαν τόσο
οι ίσκιοι της παραφοράς
ενώ στο χώμα χάσκει ο τάφος τους.

Εκεί μονάχα οδύρεται
και παραληρεί η σιωπή μου
για τ’ άχρηστα και ληγμένα διαβατήρια

για το ταξίδι
που δεν πήραμε ποτέ στα σοβαρά
και μας έχει ξεκάνει.

ΘΡΥΛΟΣ ΣΤΟΝ ΒΟΥΡΚΟ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΘΡΥΛΟΣ ΣΤΟΝ ΒΟΥΡΚΟ
(Αισχύλος, «Προμηθέας Δεσμώτης», σττ. 105-110)

Του Αισχύλου είμ’ έργο γνήσιο: Προμηθεύς Δεσμώτης!
Τ’ άλλα όλα κολοκύθια είναι. Αν όχι ο Αισχύλος,
ποιός άλλος μέγας της ελευθερίας φίλος
θα εδύνατο να δει, να γράψει πώς εφώτισ’

ένας τον κόσμο των θνητών;: εγώ! – προδότης
του Ολύμπου, καθώς λεν, και θεότητα προδήλως
ανώμαλη που βασανίζεται, και θρύλος
στον βούρκο μέσα είναι, που λέγεται ανθρωπότης

Λοιπόν: πυρὸς πηγὴν κλοπαίαν – μα τί ωραία
το επύκνωσε ο γιός του Ευφορίωνος! Και πιο πάνω
και την ανάγκη και το σθένος της τονίζω

το αδήριτο! Κι ο Μαρξ κι ο Βαλερύ τα νέα
σημεία του ποιητή μου επήραν· και τους πιάνω
κι αυτούς ν’ ανάβουν φως στο μαύρο και στο γκρίζο.



ΣΕΣΑΡ ΚΑΝΤΟΝΙ



CÉSAR CANTONI


HABANERA

Mi madre nació en La Habana,
mientras Fidel preparaba
su llegada al mundo
pocos años más tarde.

(Entonces, el aire olía a tristeza
y las calles eran nicho
de putas y mendigos.)

Cuando Fidel nació,
mi madre se marchó de Cuba,
sin saber que lo hacía para siempre.

Podría haber sido –me gusta especular–
la hermana mayor del Comandante,
su aliada de sueños juveniles
o, acaso, una humilde guajira
en las filas revolucionarias,
si el Gran Libretista lo hubiera consentido.

De La Habana, mi madre
sólo recordaba un patio español,
y unas macetas con dalias y malvones,
y la carpintería donde su padre
engalanaba la madera.

(A veces, aunque parezca extraño,
le bastaba esa cuerda fina
para tirar de la nostalgia.)

Cuando Fidel entró en Santiago
como un viento nuevo,
pateándole los glúteos al imperialismo,
ya hacía dos décadas que mi madre
hollaba tierra argentina:
atrás habían quedado el mar, Galicia
y la guerra feroz entre españoles.

Varios años después,
y luego de idas y vueltas diplomáticas,
mi madre pudo probar al fin su identidad:
los papeles llegados del Caribe
la mentaban con nombre y apellido.

(Eran tiempos de encono entre la isla,
que empezaba a andar sola,
y mi patria tomada por sargentos.)

Desde entonces, mi madre no tuvo
hasta el día de su muerte,
entrado el siglo XXI,
otra ciudadanía que la cubana.

¡Pero qué bella era mi madre
cuando paseaba su porte por la casa
–del patio a la cocina,
del baño a las habitaciones–,
encerando los pisos,
ordenando la ropa en los placares,
con una habanera infaltable a flor de labios!

No, yo nunca visité La Habana.
Sin embargo, suelo pensar
que alguna vez estuve allí,
que allí empecé a cobrar vida sin saberlo,
y un aroma de dalias y malvones
me conduce hasta un patio español y una carpintería.


ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ



ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ


ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ

Α, τί ωραία που λάμπουν τώρα πια
τα φωταγωγημένα φαρμακεία
ιδίως τ’ απογεύματα ώρα που σκοτεινιάζει
και πιο πολύ τις χειμωνιάτικες βραδιές
όταν στους δρόμους δεν κυκλοφορεί κανείς
κι αρχίζει μάλιστα να πέφτει και βροχούλα.

(Μόνο κάποια πρόσωπα εξαντλημένα
με τρυπημένα σώματα και δίχως δόντια
με το ολόχρυσο φαρμάκι να τρέχει απ’ το στόμα τους
αόρατοι και με φτερά πίσω από κάδους σκουπιδιών
παραμονεύουν για να κλέψουν τη ζωή τους.)

Λάμπουν όλα εκείνα τα χρώματα στα φαρμακεία
τα γυάλινα πολύχρωμα βαζάκια με τα καλλυντικά
τα φάρμακα με τα σιρόπια που κλείνουν τις ελπίδες
σαν άστρα λάμπουν σαν φωτιές μέχρι τον Κάτω Κόσμο.



Από το βιβλίο: Μάνος Ελευθερίου, «Τρία ποιήματα», Edizioni Fratelli Sublimi, Αθήνα 2018, σ. 13.