Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΦΡΑΝΤΣ ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ FRANZ FERDINAND: LOVE ILLUMINATION

Χρόνια πολλά, Δημήτρη!

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ






JORGE ANAGNOSTOPOULOS


ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ

Ο φράχτης όριο.
Πίσω απ’ τον φράχτη το απόγευμα.
Δέντρο με φύλλα λευκά.
Η εμβληματική άνοιξη.
Η
παραστάδα από ασβεστόλιθο, η είσοδος φρέσκια.
Ψηλά κρύσταλλα τη φωτίζουν.
Ολοζώντανο το σπίτι, φιλάνθρωπο.
Ένα μάρμαρο κρατάει κεραμικά
της Αγγλίας, της Ολλανδίας, της Μαγδαληνής.
Το πάτωμα σκακιέρα, το χαλί ελληνικό,
μιά άσπρη καρέκλα, μιά πόρτα μισάνοιχτη.
Ο
ήχος του πληκτρολογίου και ένας άνδρας.
Που ανασαίνει, γράφει και παίζει.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ο ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ




JACQUES PRÉVERT


Ο ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ

Ανάμεσα απ’ τα κάγκελα των πειθαρχικών φυλακών
περνάει ένα πορτοκάλι
σαν αστραπή
και πέφτει στον καμπινέ
σαν πέτρα
Και ο φυλακισμένος
πιτσιλισμένος σκατά
φωτίζεται
και αστράφτει από χαρά
Δεν με ξέχασε
πάντα με σκέφτεται
η κοπέλα μου.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

ΘΛΙΨΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ



αφιερώνεται στην παλιά μου μαθήτρια Νικολέττα Σίμωνος


STÉPHANE MALLARMÉ


ΘΛΙΨΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ

Στην άμμο πάνω χύνεται ο ήλιος, ω αγωνίστρια κοιμωμένη·
λουτρό θερμαίνει στων μαλλιών σου τον χρυσό παραλυμένο
και στην εχθρά παρειά σου, καίγοντας θυμίαμα, επιμένει
με δάκρυα ν’ αποστάζει φίλτρο ερωτικό και μαγεμένο.

Απ’ τ’ άσπρο φέγγισμα μι’ αταραξία αμετάβλητη ξεμένει
που σ’ έκανε να πεις, θλιβή, με το φιλί μου φοβισμένο:
«Ποτέ δεν θά ’μαστε μια μούμια εμείς μαζί, βαλσαμωμένοι
σε αρχαίαν έρημο, σε φοίνικα αποκάτω ευτυχισμένο!»

Μα η κόμη σου η ένδοξη είναι ποταμός και κατεβάζει θέρμη
και την ψυχή μας –δίχως νά ’χει ρίγη– πνίγει την παντέρμη,
και βρίσκει αυτό το Τίποτα που καν εσύ δεν το γνωρίζεις.

Τη μάσκαρα θε να γευτώ των δακρυσμένων σου βλεφάρων
να δω αν κατέχει να προσφέρει στην καρδιά που βασανίζεις
την πνιγηρήν απάθεια των πετρών και των ουράνιων φάρων!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

ΒΟΛΦΓΚΑΝΚ ΜΠΟΡΧΕΡΤ!


WOLFGANG BORCHERT


GROSSSTADT

Die Göttin Großstadt hat uns ausgespuckt
in dieses wüste Meer von Stein.
Wir haben ihren Atem eingeschluckt,
dann ließ sie uns allein.

Die Hure Großstadt hat uns zugeplinkt –
an ihren weichen und verderbten Armen
sind wir durch Lust und Leid gehinkt
und wollten kein erbarmen.

Die Mutter Großstadt ist und mild und groß –
und wenn wir leer und müde sind,
nimmt sie uns in den grauen Schoß –
und ewig orgelt über uns der Wind!



Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

ΓΡΑΦΟΝΤΕΟΝ


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


ΓΡΑΦΟΝΤΕΟΝ *

Όπως ο γύφτος
με το ακκορντεόν:
έτσι πέρασα εγώ από τα γράμματα.
Όπως ο γύφτος
-στο μπαλκόνι σου από κάτω-
με το ακκορντεόν του
με το ακκορντεόν
με την καπελαδούρα του και με τις μουστάκες του
με το ακκορντεόν
με το λουλουδικό στο πέτο...

(* διαβάζεται στο σκοπό του "Sous le ciel de Paris", των "Κυμάτων του Δουνάβεως" ή κάποιας άλλης γνωστής μελωδίας).

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

ΧΑΙΛΝΤΕΡΛΙΝ!




FRIEDRICH HÖLDERLIN


HYPERIONS SCHICKSALSLIED

Ihr wandelt droben im Licht
Auf weichem Boden, seelige Genien!
Glänzende Götterlüfte
Rühren euch leicht,
Wie die Finger der Künstlerin
Heilige Saiten.

Schicksallos, wie der schlafende
Säugling, athmen die Himmlischen;
Keusch bewahrt
In bescheidener Knospe,
Blühet ewig
Ihnen der Geist,
Und die seeligen Augen
Bliken in stiller
Ewiger Klarheit.

Doch uns ist gegeben,
Auf keiner Stätte zu ruhn,
Es schwinden, es fallen
Die leidenden Menschen
Blindlings von einer
Stunde zur andern,
Wie Wasser von Klippe
Zu Klippe geworfen,
Jahr lang ins Ungewisse hinab.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

ΟΛΒΙΑ ΝΤΟΝΝΑ




ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


ΟΛΒΙΑ ΝΤΟΝΝΑ

        Στο άστρο του Α.

Πάρε μια γύρη από λαμπύρισμα παρηγοριάς
Μια θέση που ν’ αστράφτει στο άπειρο
Ψηλότερα κι από την πιο ψηλήν ελπίδα σου
Όλβια Ντόννα! Κι από την άκρη του κόσμου των αχτίδων
Κύλησε με σμαράγδι αναλυτό
Κύματα για τον ζέφυρο της μουσικής του νότου

Κύματα για τον ζέφυρο της μουσικής που παίρνει
Την παρθενιά της νύχτας μακριά
Με ταξίδια σε σπηλιές απέραντες
Με κορίτσια που αγαπούν τις αγκαλιές των κρίνων
Και μελωδούν το βάθος του ουρανού
Και νοσταλγούν τα’ αγιάζι της αιθερημίας

Πάρε μια θέση που ν’ αστράφτει στο άπειρο
Μια κόρη γαλανού ματιού απροσμέτρητου
Με στήμονες ευχής στο ανάστημά σου
Όλβια Ντόννα! Κι από μια καρδιά ομοούσια
Πέρασε για να δεις των χρόνων το βυθό
Σπαρμένο από τα βότσαλα της νηνεμίας.


Από την ποιητική συλλογή: «Προσανατολισμοί» (1941).
Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, «Ποίηση», Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2002, σελ. 62.

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

ΕΝΟΧΕΣ




ΣΤΕΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ


ΕΝΟΧΕΣ

Φταίω
και τό ’ξερα από νωρίς
Από τη μέρα
που τα πουλιά τραγούδησαν τον έρωτα
κι εγώ τα πρόσβαλα
μιμούμενη τους ήχους τους
Αλλά κι εγώ
τον έρωτα ήθελα να υμνήσω
Αυτόν το νεανία τον παράφορο αλαζόνα
που υπνωτίζει την πραγματικότητα
βυθίζοντας σε λήθαργο
κάθε εχέφρονα απόσταση
κάθε αίσθηση κινδύνου
Φταίω μάτια μου
που δεν παρέκαμψα τις εντολές του ενστίκτου
που νόμισα πως είναι παντοδύναμη
των αισθημάτων μου η δριμύτητα
να παρασύρει και τον τόπο και το χρόνο
–το αντίξοο πάνω απ’ όλα–
και να αποδημήσει μαζί με τα πουλιά
στους τροπικούς του ανέφικτου
χωρίς κανένα κόστος δίχως τραύματα
Φταίω και που περιφρόνησα
τους οιωνούς των τρωτών ημερών
τους δισταγμούς ενός σοφού σηματοδότη
που δεν μου έδινε καμιά προτεραιότητα
Αχ βιαστική που είναι η νιότη
Αχ θαρρετή που είναι η βιασύνη
Κι αγύριστο αχ κεφάλι που ’ν’ το θάρρος
Προτάσσει το γυμνό του στήθος
να προστατέψει μια νεόδμητη περιοχή ονείρων
από τη διαβρωτική συνήθεια
 Δες τώρα πού κατάντησε
Διαπραγματευτής μιας απουσίας
κι ενός έρωτα θανάσιμα τραυματισμένου
έρμαιο στην κυριαρχία του εφικτού



Από το βιβλίο: Στέλλα Γεωργιάδου, «Αμφίβια εγώ», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015, σελ. 40.

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΛΕΜΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΜΑΛΛΟΝ




JIŘÍ ORTEN (1919-1941)


ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΛΕΜΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΜΑΛΛΟΝ

Κανείς πια σήμερα δεν ξέρει, μήτε η φίλη μου,
τον ήλιο στου αλσυλλίου το τελείωμα.
Αλλά είταν καλοκαίρι με οκνό το καντήλι μου.

Κι ενώ στο δρόμο σοβαρή πηγαίνεις, άθελα,
σαν νά ’δες τί χλωμή είσαι στον καθρέφτη,
ψιθυριστά στ’ αφτάκι σου να σού ’πω θά ’θελα

αυτό που να το λέμε δεν θα πρέπει μάλλον,
αυτό που μάλλον έχει γίνει κιόλας πάγος.

Και πού να πιάσεις απ’ τα γκέμια όλα τ’ άλογα,
γλυκά όνειρα από άχυρα ξυπνώντας τους,
και ν’ απαντάς σωστά, σαν σε ρωτάει παράλογα

του πιο χλωρού σανού το σφρίγος τί θα πιάσει το
μελλοντικό απ’ το χειμωνιάτικο όνειρο
και δεν θ’ αποδειχθεί απατηλό ή παράσιτο;

Γιατί, αν θυμάμαι, ακόμα κι ένα σαμιαμίδι
Μες στ’ όνειρο ήδη θά ’θελε αλογάκι νά ’ναι.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΕΔΜΟΥΝΔΟ ΡΙΒΕΡΟ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο EDMUNDO RIVERO

LA CANTINA


Ha plateado la luna el Riachuelo
y hay un barco que vuelve del mar,
como un dulce pedazo de cielo
con un viejo puñado de sal.
Golondrina perdida en el viento,
por qué calle remota andará,
con un vaso de alcohol y de miedo
tras el vidrio empanado de un bar.

La cantina
llora siempre que te evoca
cuando toca, piano, piano,
su acordeón el italiano...
La cantina,
que es un poco de la vida
donde estabas escondida
tras el hueco de mi mano.
De mi mano
que te llama silenciosa,
mariposa que al volar,
me dejó sobre la boca, ¡sí!
su salado gusto a mar.

Se ha dormido entre jarcias la luna,
llora un tango su verso tristón,
y entre un poco de viento y espuma
llega el eco fatal de tu voz.
Tarantela del barco italiano
la cantina se ha puesto feliz,
pero siento que llora lejano
tu recuerdo vestido de gris.



Μουσική: Aníbal Troilo.
Στίχοι: Cátulo Castillo.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΔΟ




WOLFGANG BORCHERT


Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΔΟ

Μικρό, χλωμό μου ρόδο!
Ο άνεμος, σταβέντο, ήρθε αμολυτός
και σε μάδησε
λες και φόρεμα ήτανε τα πέταλά σου
γυναίκας λιμανίσιας –
τόσο άγριος ήρθε, τόσο γκρίζος, τόσο!

Αλλά μπορεί και νά ’νιωσε, ποιός ξέρει,
για μια στιγμή θολός, σαν να χνωτίστηκε
και θέλησε στις σκοτεινές πτυχές σου μέσα
να κρατήσει την ανάσα του, νά ’ν’ ευγενικός.
Μα η οσμή σου εσένα τον ξεγέλασε,
τον μέθυσε, τον νου τού πήρε –
κι όρθιος τότε εσηκώθηκε, με στήθος
φουσκωμένο απ’ τη λαγνεία του, και σε αποτέλειωσε·
κι απ’ το φιλί σου, ναι, φουσκώνει κι άλλο, κι άλλο,
καθώς των τρομαγμένων χορταριών σαρώνει τα κεφάλια.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

ΠΑΟΥΛ ΤΣΕΛΑΝ!




PAUL CELAN


BILDNIS EINES SCHATTEN

Deine Augen, Lichtspur meiner Schritte;
deine Stirn, gefurcht vom Glanz der Degen;
deine Brauen, Wegrand des Verderbens;
deine Wimpern, Boten langer Briefe;
deine Locken, Raben, Raben, Raben;
deine Wangen, Wappenfeld der Frühe;
deine Lippen, späte Gäste;
deine Schultern, Standbild des Vergessens;
deine Brüste, Freunde meiner Schlangen;
deine Arme, Erlen vor dem Schloßtor;
deine Hände, Tafeln toter Schwüre;
deine Lenden, Brot und Hoffnung;
dein Geschlecht, Gesetz des Waldbrands;
deine Schenkel, Fittiche im Abgrund;
deine Kniee, Masken deiner Hoffart;
deine Füße, Walstatt der Gedanken;
deine Sohlen, Flammengrüfte;
deine Fußspur, Auge unsres Abschieds.