Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

ADAGIO




ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ


ADAGIO

Ο κόσμος όλος χωράει σε μια λέξη.
Σ’ ένα ρήμα που δεν έχει ακόμα ειπωθεί
Σαν μια γυναίκα που δεν λέει να γδυθεί
κι έχει φέξει.

Όμως φυσάει ξαφνικά και σφυρίζει
ένας άνεμος που επιβάλλει τη σιωπή.
Ό,τι κανείς και να σου πει
Γυρίζει

με ορμή στο στόμα του και το ματώνει.
Κι είμαστε ακόμα σε άλλη εποχή.
Σε λίγο τίποτα δεν θα ηχεί
κάτω απ’ το χιόνι.


Από το βιβλίο: Νάσος Βαγενάς, «Βιογραφία – Ποιήματα 1974-2014», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015, σελ. 212. 


ΧΕΡΜΑΝ ΧΕΣΕ!




HERMANN HESSE


ICH LIEBE FRAUEN

Ich liebe Frauen, die vor tausend Jahren
Geliebt von Dichtern und besungen waren.

Ich liebe Städte, deren leere Mauern
Königsgeschlechter alter Zeit betrauern.

Ich liebe Städte, die erstehen werden,
Wenn niemand mehr von heute lebt auf Erden.

Ich liebe Frauen—schlanke, wunderbare,
Die ungeboren ruhn im Schoss der Jahre.

Sie werden einst mit ihrer sternebleichen
Schönheit der Schönheit meiner Träume gleichen.



Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΡΕΜΑΣΑΜΕ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΛΑΧΝΟΣ 43]

Κρεμάσαμε στους τοίχους
νεανικές φωτογραφίες
των σκοτωμένων
εξοφλημένο χρέος -
κοιμηθείτε πια
να κοιμηθούμε.


Από την ποιητική συλλογή "Λαχνοί" (1977).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, "Ποιήματα, τ. ΙΓ΄", Κέδρος, Αθήνα 1999, σ. 281.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ




CÉSAR CANTONI


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ο λόγος είναι
αμφίσημος.

Η ύπαρξη
αντιφατική.

Η πραγματικότητα
ανεξιχνίαστη.

Η αλήθεια
ανέφικτη.

Οι ερμηνείες όλες
πλάνες.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Τίτλος πρωτοτύπου: Notas para una posible arte poética.



ΟΜΙΛΕΙ ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΚΜΑΣΜΕΝΟΣ ΝΕΟΣ




ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ


ΟΜΙΛΕΙ ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΚΜΑΣΜΕΝΟΣ ΝΕΟΣ

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη
σ' ενός λατινικού ναού τα βάθη.
Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά 'τανε,
για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει...

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά 'τανε
που τους ξανθούς εφήβους θ' αγαπούσε·
μιαν ώρα πυρετού θε να σχεδιάστηκε,
για τούτο ηδονική είναι η έκφρασή της·

το πρόσωπο λευκό, γλυκό ως το πρόσωπο
παθητικού ερωμένου με φεγγάρι·
τα μάτια έχουν μια μέθη ως να τα λίγωσε
το άρωμα ενός μπουκέτου από βιολέτες.

Τα χείλη, ατόφια λάκα, ως να μαρτύρησαν
σκληρά απ' τη βία φιλιών ευωδιασμένων.
Η κόμη –θημωνιά σε δύση ολόχρυση–
σαν από χάδια εράσμια ταραγμένη.

Τώρα είναι χρόνια πια που λησμονήθηκε
και πέφτει της το χρώμα λέπια-λέπια,
τα μάτια όμως ακόμα που απομένουνε
δείχνουνε τη χρυσή, σβησμένη ακμή της·

κι εκεί που τα θωρείς, γλυκά κι ασάλευτα,
μέσα στη σιωπηλή εγκατάλειψή τους,
ωραία, για τη μοιραία φθορά τους, άξαφνα,
μαντεύεις μια βροχή μενεξεδένια...

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη
σ' ενός λατινικού ναού τα βάθη.
Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά 'τανε,
για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει...



Από το βιβλίο: Καίσαρ Εμμανουήλ, «Ποιήματα», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1980, σελ. 58.

ΚΑΜΜΙΝΓΞ




E.E. CUMMINGS


SOMEWHERE I HAVE NEVER TRAVELLED, GLADLY BEYOND

somewhere i have never travelled, gladly beyond
any experience, your eyes have their silence:
in your most frail gesture are things which enclose me,
or which i cannot touch because they are too near

your slightest look easily will unclose me
though i have closed myself as fingers,
you open always petal by petal myself as Spring opens
(touching skilfully, mysteriously) her first rose

or if your wish be to close me, i and
my life will shut very beautifully, suddenly,
as when the heart of this flower imagines
the snow carefully everywhere descending;

nothing which we are to perceive in this world equals
the power of your intense fragility: whose texture
compels me with the colour of its countries,
rendering death and forever with each breathing

(i do not know what it is about you that closes
and opens; only something in me understands
the voice of your eyes is deeper than all roses)
nobody, not even the rain, has such small hands