Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΑΞΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΙ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΑΞΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΙ 
– ΤΟ ΛΕΕΙ ΚΑΠΟΥ Ο ΟΚΤΑΒΙΟΣ ΠΑΣ

Με νήματα ηδονής μηνύματα διαρθρώνεις
καλέσματα για νά ’ν’ στ’ αλέσματα των φύλλων
συκής, τον χτύπο σαν θα μιμηθείς των ήλων
που θ’ ανατείλουν στο κελί μιας ανεμώνης·

κι αρχέγονα άσματα γονατιστή αναρθρώνεις
για μήλα, για φτερά και για καρπίμων ξύλων
ταξίδια στων αχάτινων και απαραδήλων
ηπείρων τα νερά μιας αίθριας αλκυόνης.

Λεπτά τα δάχτυλά σου κρούουν (σαν πιανίστας)
τις θύρες των κλειδοκυμβάλων που τα φτύνει
μια ορχήστρα αμάχητη μες στον μυχό μιας πίστας

από κοράλλια, κι όλο αφρολογιέσαι, ενόσω
οι κρήνες ονειρεύονται να γίνουν κρίνοι.
El poema prepara un orden amoroso.

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΒΡΑΣΜΟΣ ΟΥΡΑΝΟΥ



UWE KOLBE


ΒΡΑΣΜΟΣ ΟΥΡΑΝΟΥ

    να χύνεται σαν βόστρυχοι
Κι εγώ να τσαλαβουτάω μέσα.
Καρακάξες στενάζουνε και ασπαίρουν
Απ’ τις ξυλιές των δέντρων.
Κανένα φως σαν τούτο το σκοτάδι
Δεν με καταπλακώνει.
Κατεβαίνω οκνός
Μες στη μάζα κλυδωνισμών κουτσουρεμένων.
(Η οκνηρία μου
Κρατάει τη μελάνη στο ποτάμι.)



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ





ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΓΟΝΣΑΛΟ ΡΟΧΑΣ!



GONZALO ROJAS


AL SILENCIO

Oh voz, única voz: todo el hueco del mar,
todo el hueco del mar no bastaría,
todo el hueco del cielo,
toda la cavidad de la hermosura
no bastaría para contenerte,
y aunque el hombre callara y este mundo se hundiera
oh majestad, tú nunca,
tú nunca cesarías de estar en todas partes,
porque te sobra el tiempo y el ser, única voz,
porque estás y no estás, y casi eres mi Dios,
y casi eres mi padre cuando estoy más oscuro.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΗΝ ΕΥΣΕΒΗ ΧΑΡΑ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


Ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΗΝ ΕΥΣΕΒΗ ΧΑΡΑ
(Ευριπίδης, «Βάκχες», σττ. 175-177 και 200-209)

Τις βακχικές στολές φορώντας, Κάδμε, πρέπει
γιορταστικούς χορούς να σέρνουμε. Στεφάνι
κισσού την κεφαλή την πολιά μας κάνει
να νεάζει, ενώ το ελαφοτόμαρο επιτρέπει

τις φάτσες μας να κρύβουμε. Η ψυχή μας ρέπει
προς την χαρμονή, το γλέντι. Και μας φτάνει
τους θύρσους, που κρατάμε, να κροτούμε. Εφάνη
σημείον αψευδές χαράς και μας προτρέπει

στον Θεό εν χορώ να φτάσουμε. Και λέγω τώρα:
σοφίσματα με τους θεούς χώρια να μένουν,
απ’ έξω. Αυτοί γνωρίζουνε, και περιμένουν

τις παραδόσεις να σεβόμαστε στη χώρα
των πατεράδων μας όλοι: όλοι – νέοι, γέροι!
Κοινές απ’ του λαού τιμές ζητούν το χέρι.