Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΕΓΩ - ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΠΑΣΙΑΚΟΥ


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


ΕΓΩ
 
Έχω δύο καρδιές:
μία στο ένα χέρι μία στο άλλο χέρι.
Ως εκ τούτου αγαπώ πώς αλλιώς με τα χέρια.
Στο στήθος
(στη θέση της καρδιάς) έχω ένα γραμμόφωνο.

Ένας κοινός θνητός είμαι κι’ εγώ όπως όλοι
(Τί με κυττάς έτσι περίεργα;)
Αν βάλεις στο στήθος μου τ’ αφτί σου
θ’ ακούσεις μουσική:
Κατά πάσα πιθανότητα τσιγγάνικα βιολιά, που μ’ αρέσουν πολύ.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΖΑΜΠΑΤΤΙΣΤΑ ΒΙΚΟ










Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΙ ΤΗ "ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ" ΤΟΥ ΤΖΙΑΜΠΑΤΤΙΣΤΑ ΒΙΚΟ 


Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




PAUL VALÉRY


ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ακόμα και το νόημα του πολύ ωραίου στίχου αλλοιώνεται από τη μετάφραση σε πεζό λόγο. Και εδώ ακριβώς έγκειται η ιδιαιτερότητα του στίχου. Το νόημα δεν είναι πια το ίδιο και είναι σαν να μην έγινε αντιληπτό.
Ο στίχος πρέπει να έχει χαρακτήρα μαγικό ή να μην είναι στίχος. Είναι η καθαρή κατάσταση, που ανακαλείται επιλεκτικά, που καλλιεργείται χωρίς προσμίξεις λαθών, μιας ιδιότητας της γλώσσας, που άλλοτε ήταν αφιερωμένη σε δεισιδαιμονίες.


Από το βιβλίο: Πωλ Βαλερύ, «Στοχασμοί – επιλογή από το έργο του», μετάφραση Χαρά Μπανάκου-Καραγκούνη, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2007, σελ. 79.



Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝ ΑΠΡΑΞΙΑ




ΑΝΝΑ-ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΠΑΔΙΟΝΥΣΙΟΥ


ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝ ΑΠΡΑΞΙΑ

Οι ποιητές δεν είναι οι εργάτες του λόγου.
Και στ’ αλήθεια
δεν ήταν ποτέ.
Γιατί θά ’πρεπε;
Δεν το κατανοώ.
Σκηνοθετώντας αινίγματα, βεβηλώνουν το μόνο υπαρκτό.

Το ανεξήγητο. Με πλήρη επίγνωση κεχαριτωμένοι/α.
Και το πληρώνει η έρμη η λεξικολογική καταγραφή ανά τους αιώνας.
Συμπαθάτε με, μα εργάτης του ανεξήγητου δεν υπάρχει.Θα σ’ το εξηγούσε σαφέστερα κι ο πιο αργόστροφος φυσικός. Κι όποιος πίστεψε ότι για λίγο σκηνοθέτησε κάτι,
τα πράγματα είναι πιο απλά.
Στήνω το αίνιγμα για να με θελήσεις εσύ ναι.
Για να βεβηλώσουμε μαζί τον έρωτα, επίσης.
Υποδυομενοι κάτι που δεν θα γίνουμε ποτέ μα ήμασταν και ήδη ναι.
Αλλά σκηνοθετώ το αίνιγμα από καταβολής κόσμου, μονάχα η εποχή του μύθου
άλεσε το λόγο.
Εμείς μονάχα το παράλογο γεννάμε κι
ό,τι έχουν να πουν οι λοιποί ποιητές
έχει ήδη ειπωθεί στη σάρκα και στα πάθη της.
Στο δίπλα κενοτάφιο
στο χορτάρι που σήπεται πριν έρθει το άνθος.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

ΤΙΜΗΜΕΝΟ ΡΑΣΟ




ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΗΔΩΝΗΣ


[ΤΙΜΗΜΕΝΟ ΡΑΣΟ]


    Στον Μητροπολίτη Σιατίστης κ. Αντώνιον

Τιμημένο ράσο ανεμίζει στις βουνοκορφάδες της Σιάτιστας
και στα υπέρθυρα βυζαντινών ναών
και διαλαλεί στις υψιπέτειες  αυτού του κόσμου,
πραγμάτειες αγάπης κι αξόδευτης σοφίας.
Οσιακή μορφή, λαξευμένη και ριζωμένη στα έγκατα της γης,
ωσάν πανύψηλο κυπαρίσσι.
Αντώνιος, Επίσκοπος της αντοχής και της ανάστασης.
Μέσα από τους κλώνους της νοερής προσευχής
και της προσμονής του
γεννιούνται αγέρωχα, πάνσοφα, μαρμάρινα περιστέρια.
Σύμβολα κι αυτά ειρήνης.
Θεόρατες πολιτείες αγκαλιάζουν πλάνητες και πλανημένους.
Αλαλαγμοί σαν κύμβαλα αλλαλάζοντα
συντρίβουν ανυπότακτες Άνοιξες.
Μικροί σγουροί βασιλικοί, σκορπισμένοι
στους αυλόγυρους της καρδιάς του
αναμέλπουν δοξαστικούς ύμνους.
Κι οι μακεδονίτικες καμπάνες,
σοφέ κι ασκητικέ Επίσκοπε,
βάφουν γενέθλιους ουρανούς.
Κι απ΄ τους τρούλους μοναστηριών πετούν ελεύθερα
κυματιστές στρατιές χελιδονιών.
Εσέ προσμένουν, τον ανδρειωμένο Επίσκοπο.
Και μ' ένα καλωσόρισμα υποτάσσουν χαρμολύπες του κόσμου.
Κι εν μέσω Χερουβείμ και λιπόσαρκων Αγίων
σκορπά νάματα αθανασίας.
Απαύγασμα παντοτινής δόξας.


Κέρκυρα 28 Μαρτίου 2005

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΩΝΙΤΗ


Απεβίωσε σήμερα ο Δημήτρης Μαρωνίτης, σπουδαίος δάσκαλος και αγωνιστής της Δημοκρατίας.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

ΤΖΟΒΑΝΝΙ ΤΖΟΥΝΤΙΤΣΙ




GIOVANNI GIUDICI


UNA SERA COME TANTE

Una sera come tante, e nuovamente
noi qui, chissà per quanto ancora, al nostro
settimo piano, dopo i soliti urli
i bambini si sono addormentati,
e dorme anche il cucciolo i cui escrementi
un’altra volta nello studio abbiamo trovati.
Lo batti col giornale, i suoi guaiti commenti.

Una sera come tante, e i miei proponimenti
intatti, in apparenza, come anni
or sono, anzi più chiari, più concreti:
scrivere versi cristiani in cui si mostri
che mi distrusse ragazzo l’educazione dei preti;
due ore almeno ogni giorno per me;
basta con la bontà, qualche volta mentire.

Una sera come tante (quante ne resta a morire
di sere come questa?) e non tentato da nulla,
dico dal sonno, dalla voglia di bere,
o dall’angoscia futile che mi prendeva alle spalle,
né dalle mie impiegatizie frustrazioni:
mi ridomando, vorrei sapere,
se un giorno sarò meno stanco, se illusioni

siano le antiche speranze della salvezza;
o se nel mio corpo vile io soffra naturalmente
la sorte di ogni altro, non volgare
letteratura ma vita che si piega nel suo vertice,
senza né più virtù né giovinezza.
Potremmo avere domani una vita più semplice?
Ha un fine il nostro subire il presente?

Ma che si viva o si muoia è indifferente,
se private persone senza storia
siamo, lettori di giornali, spettatori
televisivi, utenti di servizi:
dovremmo essere in molti, sbagliare in molti,
in compagnia di molti sommare i nostri vizi,
non questa grigia innocenza che inermi ci tiene

qui, dove il male è facile e inarrivabile il bene.
È nostalgia di un futuro che mi estenua,
ma poi d’un sorriso si appaga o di un come-se-fosse!
Da quanti anni non vedo un fiume in piena?
Da quanto in questa viltà ci assicura
la nostra disciplina senza percosse?
Da quanto ha nome bontà la paura?

Una sera come tante, ed è la mia vecchia impostura
che dice: domani, domani… pur sapendo
che il nostro domani era già ieri da sempre.
La verità chiedeva assai più semplici tempre.
Ride il tranquillo despota che lo sa:
mi numera fra i suoi lungo la strada che scendo.
C’è più onore in tradire che in essere fedeli a metà.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

ΠΑΟΥΛ ΤΣΕΛΑΝ!




PAUL CELAN


DEM DAS GEHÖRTE QUILLT AUS DEM OHR

Dem das Gehörte quillt aus dem Ohr
und die Nächte durchströmt:
ihm
erzähl, was du abgelauscht hast
deinen Händen.

Deinen Wanderhänden.
Griffen sie nicht
nach dem Schnee, dem die Berge
entgegenwuchsen ?
Stiegen sie nicht
in das herzendurchpochte Schweigen des Abgrunds?
Deine Hände, die Wandrer.
Deine Wanderhände.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

ΑΝΝΑ


ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΙΩΡΑΣ


ΑΝΝΑ

Σε τρένο μισοσκότεινο, σ' ένα ψυχρό βαγόνι
ταξίδευα και κοίταγα το χρόνο να τελειώνει:
ο ωροδείκτης έλεγε πως δεν υπάρχει ελπίδα,
ο λεπτοδείκτης έφερε μαζί του ηλιαχτίδα.
Η ώρα όμως πλησίαζε, σε λίγο κατεβαίνω,
θα ήτανε πια μάταιο κι άλλο να περιμένω.
Να περιμένω τη στιγμή που κάποια θα γνωρίσω
να κάνω μία νέα αρχή, τα πάθη μου ν' αφήσω.
Να ταξιδεύουμε μαζί, με πλοία, αεροπλάνα.
Που να την έλεγαν Ζωή, που να τη λέγαν Άννα.
Ίσως να είμαι ξυπνητός, μπορεί και να κοιμάμαι,
μπορεί να ονειρεύομαι, το τέλος να φοβάμαι.
Όμως τη μοναξιά μου σπα μια θέση παγωμένη,
όταν εμπρός μου κάθισε μια «φεγγαροντυμένη».
Είχε μορφή αγγελική, σαν «Όνειρο στο Κύμα»,
σαν να 'χε βγει από καμβά ή από κάποιο ποίημα.
Τα μάτια τα 'χε καστανά και τα μαλλιά της μαύρα,
τα χείλη κατακόκκινα κι η δροσερή της αύρα
το χώρο αιχμαλώτιζε, τον έκανε δικό της.
Αχ να 'μουν κόσμημα χρυσό γύρω απ' το λαιμό της!
Θέλω να της μιλήσω, μα χάνω τα λογικά μου,
δεν δύναμαι να θυμηθώ ούτε το όνομα μου.
Πόσα θα είχα να της πω και πόσα να της δώσω,
μακάρι να 'μουν ικανός το χρόνο να παγώσω.
Όμως αυτός δεν βοηθά, εγώ φέρω ευθύνη.
Την κοίταξα διστακτικά, με κοίταξε κι εκείνη,
της μίλησα για τον καιρό, τη ρώτησα πού πάει.
Μου 'πε πως πήγαινε να βρει εκείνους π' αγαπάει.
Το όνομά της ζήτησα κι απάντηση δεν πήρα.
Ίσως να ήταν Καλυψώ, μπορεί και να 'ταν Ήρα.
Το τρένο τότε σταματά - μαζί και η καρδιά μου
κι εκείνη χάνεται, σκορπά, φεύγει από κοντά μου.
Τρέχω φρενίτης να τη βρω, μα πουθενά εκείνη
κι εγκαταλείπω το σταθμό με πόνο, με οδύνη.
Το ίδιο βράδυ, λίγο αργά, προτού ο ήλιος δύσει,
για μια κοπέλα άκουσα που είχε αυτοκτονήσει.
Που είχε μαύρα τα μαλλιά και άλικα τα χείλη
και στο λαιμό της πέρασε θηλειά ένα μαντήλι...
Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν ξαναπήρα τρένο,
όσο για το ρολόι μου, συνέχεια παγωμένο:
ο ωροδείκτης του μυαλού σημαίνει την καμπάνα,
μα ο λεπτοδείκτης της καρδιάς. Και τ' όνομά της;
Άννα.

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

ΕΡΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΕΡΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ]

Έριξε το παράθυρο
μες στο ποτήρι του
ήπιε το νερό
βλέπει μέσα του
ένα σκυλί στον κήπο
να κοιτάει την αγχόνη.



Από την ποιητική συλλογή "Ο εξαδάχτυλος" (1976).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, "Ποιήματα", τ. ΙΓ΄, Κέδρος, Αθήνα 1999, σελ. 19.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ΕΣΚΙΣΕ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΕΣΚΙΣΕ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ]

Έσκισε την εφημερίδα
πριν τη διαβάσει
έφτιαξε ένα πουλί
μιαν άρπα
ένα παιδί στην κλινική
τον τυφλό στον καπνοπδόχο.



Από την ποιητική συλλογή "Ο εξαδάχτυλος" (1976).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, "Ποιήματα", τ. ΙΓ΄, Κέδρος, Αθήνα 1999, σελ. 38.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

ΣΤΗΝ ΙΣΛΑΝΔΙΑ

JORGE LUIS BORGES


ΣΤΗΝ ΙΣΛΑΝΔΙΑ

Από τους τόπους της ωραίας γης
που εξάντλησαν η σάρκα μου κι η σκιά της
είναι η πιο απόμακρη και η πιο οικεία,
Εσχάτη Θούλη, των πλοίων Ισλανδία,
με το πεισματάρικο αλέτρι και το σταθερό κουπί,
με τ' απλωμένα δίχτυα της θαλάσσης,
με το παράξενο αυτό φως του ακίνητου δειλινού
που συγχωνεύει τον θολό ουρανό με τα χαράματα
και με τον άνεμο που ψάχνει τα χαμένα
καραβόπανα του βίκινγκ. Χώμα ιερό
ήσουνα η μνήμη της Αλαμανίας
και ξαναβρήκες τη μυθολογία σου
για κάποιο σιδερένιο δάσος και το λύκο του
και για το πλοίο που φοβούνται οι θεοί,
από τα νύχια των νεκρών φτιαγμένο.
Ισλανδία, σε ονειρεύτηκα πολλές φορές
από εκείνο το πρωινό που ο πατέρας μου
έδωσε στο παιδί που ήμουν και είμαι ακόμα ζωντανό
μια απόδοση της Völsunga Saga
που τώρα αποκρυπτογραφήθηκε στη σκοτεινιά μου
με του αργόσυρτου λεξικού τη συμπαράσταση.
Όταν το σώμα πια κουράζεται απ' τον άνθρωπό του,
όταν σβήνει η φωτιά κι έχει απομείνει στάχτη,
είναι να ξαναρχίζεις τη θητεία
σ' ένα απέραντο εγχείρημα· εγώ
διάλεξα το εγχείρημα της γλώσσας σου,
αυτά τα βόρεια λατινικά που αγκαλιάσαν
τις στέπες και τις θάλασσες
ενός ολόκληρου ημισφαίριου κι αντήχησαν στο Βυζάντιο
και τις παρθένες όχθες της Αμερικής.
Ξέρω, δε θα τη μάθω, με περιμένουν όμως
τα δώρα που μου υπόσχεται η αναζήτηση,
κι όχι ο σοφά απρόσιτος καρπός.
Το ίδιο θα αιστανθούν κι όσοι εξερευνούν
τα άστρα ή των αριθμών την ακολουθία...
Μόνο η αγάπη, η ανήξερη αγάπη, Ισλανδία.

Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.
Από το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Ποιήματα", μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σσ. 175-176.

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

T.S. ELIOT
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Με δυό λόγια, αυτό που έχει σημασία είναι ολόκληρο το ποίημα· και αν το όλο ποίημα δεν χρειάζεται να είναι, και συχνά δεν πρέπει να είναι, εξ ολοκλήρου μελωδικό, έπεται ότι ένα ποίημα δεν φτιάχνεται μόνο από "όμορφες λέξεις". Αμφιβάλλω αν, από την άποψη του ήχου και μόνο, υπάρχει λέξη που είναι περισσότερο ή λιγότερο όμορφη από μια άλλη - μέσα στην ίδια γλώσσα, διότι το ερώτημα αν μερικές γλώσσες είναι πιο όμορφες από τις άλλες είναι εντελώς άλλο ζήτημα. Άσχημες λέξεις είναι εκείνες που δεν ταιριάζουν στην παρέα που βρέθηκαν· υπάρχουν λέξεις που είναι άσχημες επειδή είναι άψητες ή απηρχαιωμένες· υπάρχουν λέξεις που είναι άσχημες λόγω ξενικότητας ή κακής αγωγής (π.χ. η λέξη television)· αλλά δεν πιστεύω ότι μιά λέξη που έχει βρει τη θέση της στη δική της γλώσσα μπορεί να είναι είτε όμορφη είτε άσχημη. Θα έλεγα ότι η μουσική μιάς λέξης βρίσκεται σε ένα σημείο τομής: προκύπτει πρώτα από τη σχέση της με τις λέξεις που προηγούνται άμεσα ή ακολουθούν, αλλά και με τα ευρύτερα συμφραζόμενα· και δεύτερον, από μια άλλη σχέση, εκείνη του άμεσου νοήματός της σε αυτά τα συμφραζόμενα με όλα τα άλλα νοήματά της σε άλλα συμφραζόμενα, με τον μεγαλύτερο ή μικρότερο πλούτο των συσχετίσεών της. Προφανώς, δεν είναι όλες οι λέξεις εξίσου πλούσιες και καλώς συσχετισμένες· μέλημα του ποιητή είναι εκτός των άλλων να διατάξει τις πιο πλούσιες λέξεις ανάμεσα στις πιο φτωχές, στα κατάλληλα σημεία, και δεν μπορούμε να παραφορτώσουμε ένα ποίημα με πλούσιες λέξεις, διότι μόνο σε συγκεκριμένες στιγμές μιά λέξη μπορεί να υπαινιχθεί ολόκληρη την ιστορία μιάς γλώσσας και ενός πολιτισμού. Αυτή η "υπαινικτικότητα" δεν είναι ο τρόπος ή η εκκεντρικότητα ενός ιδιαίτερου είδους ποίησης· είναι στη φύση των λέξεων και αφορά κάθε είδος ποιητή. Πρόθεσή μου εδώ είναι να τονίσω ότι "μουσικό ποίημα" είναι το ποίημα που έχει ένα μουσικό σχέδιο ήχου και ένα μουσικό σχέδιο δευτερευόντων νοημάτων των λέξεων που το συνθέτουν, και ότι αυτά τα δύο σχέδια είναι αξεχώριστα.

Από το βιβλίο: Τ.Σ. Έλιοτ, "Οι φωνές της ποίησης", μετάφραση Άρης Μπερλής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013, σσ. 138-139.