Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

E.J. Hobsbawm, "Labouring men: Studies in the history of labour", Weidenfeld & Nicolson 1978 (1964).

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Κώστας Παρορίτης, "Ο κόκκινος τράγος", εισαγωγή Μ.Μ. Παπαϊωάννου, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1978.

ΜΠΟΡΧΕΣ!




JORGE LUIS BORGES


A LUIS DE CAMOENS

Sin lástima y sin ira el tiempo mella
Las heroicas espadas. Pobre y triste
A tu patria nostálgica volviste,
Oh capitán, para morir en ella

Y con ella. En el mágico desierto
La flor de Portugal se había perdido
Y el áspero español, antes vencido,
Amenazaba su costado abierto.

Quiero saber si aquende la ribera
Última comprendiste humildemente
Que todo lo perdido, el Occidente

Y el Oriente, el acero y la bandera,
Perduraría (ajeno a toda humana
Mutación) en tu Eneida lusitana.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΟΥ ΓΙΑ "ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ"

στη Χαριτίνη Μαλισσόβα για το "Διάστιχο" εδώ
 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Ernst Bloch, "Erbschaft dieser Zeit", Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main 1985 (1962).

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Ανδρέας Κάλβος, "Ωδαί", επιμέλεια Filippo Maria Pontani, Ίκαρος, Αθήνα 1970.

ΓΟΥΙΛΛΙΑΜ ΚΑΡΛΟΣ ΓΟΥΙΛΛΙΑΜΣ!



WILLIAM CARLOS WILLIAMS


THE CORN HARVEST

Summer !
the painting is organized
about a young

reaper enjoying his
noonday rest
completely

relaxed
from his morning labors
sprawled

in fact sleeping
unbuttoned
on his back

the women
have brought him his lunch
perhaps

a spot of wine
they gather gossiping
under a tree

whose shade
carelessly
he does not share the

resting
center of
their workaday world


Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Claude Lévi-Strauss, "Anthropologie structurale", Plon, Paris 1958.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΣΕΪΜΟΥΣ ΧΗΝΥ!



SEAMUS HEANEY


THE FIRST WORDS

The first words got polluted
Like river water in the morning
Flowing with the dirt
Of blurbs and the front pages.
My only drink is meaning from the deep brain,
What the birds and the grass and the stones drink.
Let everything flow
Up to the four elements,
Up to water and earth and fire and air.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΚΗΤΣ




JORGE LUIS BORGES


ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΚΗΤΣ

Απ’ την αρχή ώσπου ο θάνατος να σε πετύχει
νωρίς-νωρίς, το κάλλος καιροφυλακτούσε
για σε το τρομερό, όπως γι’ άλλους κάνει η τύχη –
καλή ή όχι. Και χαράματα σε καρτερούσε

μες στο Λονδίνο, στις σελίδες τις τυχαίες
ενός περί μυθολογίας λεξικού ή
στα δώρα της ημέρας που η καρδιά σου ακούει
σαν όψεις, σα φωνές και σαν θνητές και ωραίες

της Φάνης Μπράουν ομιλίες. Ω Κητς, ω Γιάννη
παράφορε, για δες ο χρόνος πώς τυφλώνει
και πώς μια υδρία ελληνική ή ένα φίνο αηδόνι

είναι ό,τι αθάνατον για πάντα θα σε κάνει –
κι ας φεύγεις. Ήσουν η φωτιά. Και μες στη λόξα
της μνήμης πια δεν είσαι στάχτη, όχι! Είσαι η δόξα!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ



INGEBORG BACHMANN


ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ

Σχεδόν ακόμη δεν είχα πατήσει το χώμα σου,
σιωπηλή χώρα, δική σου πέτρα καν δεν είχα ακόμη αγγίξει,
και μ' είχε ο ουρανός σου τόσο ψηλά ανεβάσει
στα σύννεφα, σε μιαν αχλή ή ακόμα πιο πέρα,
που σαν έριχνα άγκυρα,
λες και σε είχα πίσω μου κιόλας αφήσει.  

Τα μάτια μού έκλεισες
με μια αύρα απαλή και μιας βαλανιδιάς το φύλλο,
με νερό απ΄τα δάκρυα μου
κρατούσες το χώμα σου πράσινο. 
Από τα όνειρα μου δραπέτες
είχαν τολμήσει να ξεπροβάλουν οι ήλιοι, 
μα όλα χάθηκαν πάλι,
μόλις χάραξε η μέρα σου. 
Όλα μείναν ανείπωτα.

Στους δρόμους σου φτερούγιζαν μεγάλα γκρίζα πουλιά
που μου παράγγελναν να φύγω.
Υπήρξα αλήθεια ποτέ μου εδώ;

Δεν ήθελα κανείς να με δει.

Τα μάτια μου είναι ανοικτά.
Αύρα θαλασσινή, φύλλο βαλανιδιάς;
Κάτω απ΄τις σπείρες της θάλασσας,
στη θέση σου, βλέπω
τη χώρα της καρδιάς μου να πεθαίνει. 

Το χώμα της ποτέ μου δεν πάτησα.



Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης.


****************************************

ABSCHIED VON ENGLAND

Ich habe deinen Boden kaum betreten,
schweigsames Land, kaum einen Stein berührt,
ich war von deinem Himmel so hoch gehoben,
so in Wolken, Dunst und in noch Ferneres gestellt,
daß ich dich schon verließ,
als ich vor Anker ging.

Du hast meine Augen geschlossen
mit Meerhauch und Eichenblatt,
von meinen Tränen begossen,
hieltst du die Gräser satt;
aus meinen Träumen gelöst,
wagten sich Sonnen heran,
doch alles war wieder fort,
wenn dein Tag begann.
Alles blieb ungesagt.

Durch die Straßen flatterten die großen grauen Vögel
und wiesen mich aus.
War ich je hier?

Ich wollte nicht gesehen werden.

Meine Augen sind offen.
Meerhauch und Eichenblatt?
Unter den Schlangen des Meers
seh ich, an deiner Statt,
das Land meiner Seele erliegen.

Ich habe seinen Boden nie betreten.