Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ



ATTILIO BERTOLUCCI


ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Κάποτε στο σκοτάδι της κάμαρας μέσα
βλέπεις φως υπομονετικό να βάφει
του περβαζιού τα χείλη με κόκκινο.
Ήτανε το καλοκαίρι της χρονιάς εκείνης.
Ζεστός ο αέρας μιας μέρας
χαμένης που ο έρωτας
για σένα συγκινούσε όλον τον κάμπο πέρα
και τον μακρύ ίσκιο των δέντρων.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ;



AYLA CINAROĞLU


ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ;

Μόλις τα δέντρα βρίσκουν το θάνατο
μπροστά στις θερμoσόμπές μας θρηνούμε,
μα τότε τα δέντρα ξαναπεθαίνουν.

Όμως πεθαίνουν τα αντικείμενα
μέχρις ότου να πείτε σεις κύμινο;
Η τραπεζαρία ή το ντουλάπι;
Στη σούπά μας το ξύλινο κουτάλι;
Ή αυτό το ξύλινο αλογάκι;
Πεθαίνουν;

Τόσα και τόσα βιβλία πεθαίνουν;



Μετάφραση: Χρήστος Γιαννούτσος.

Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ



AYTÜL AKAL


Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ         

Αν είχα την ευκαιρία ν’ ακούσω
το ένα κυβάκι μετά το άλλο
της ζάχαρης που πέφτει μες στο τσάι
θα ήταν της μανούλας  μου η φωνή.

Αν είχα την ευκαιρία ν’ ακούσω
το ένα σύννεφο μετά το άλλο
της ομίχλης που πέφτει κάτω στη γη
θα ήταν του μπαμπούλη μου η φωνή.

Τότε και οι νιφάδες απ’ το χιόνι
που χαϊδολογούν  το πρόσωπο μου
θα ήταν η φωνή του αδερφού μου.

Και αν υπήρχε πόρτα στη φωνή μου
θα επερνούσα μέσα σε αυτήνα,
και αν παρατηρούσα τριγύρω μου
το εξής συμπέρασμα θα έβγαζα,
πως η μέγιστή ανησυχία μου
θα ήταν η φωνή του εαυτού μου…



Μετάφραση: Χρήστος Γιαννούτσος.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ







ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Πάνος Δ. Αποστολίδης, "Επιστήμη και θρησκεία - Στοχασμοί ενός γιατρού", GUTENBERG, Αθήνα 2018.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ





 
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, "Η κωμωδία των παρεξηγήσεων", Εισαγωγή-μετάφραση Διονύσης Καψάλης, Βιβλιοπωλείο Gutenberg, Αθήνα 2018.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ






ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Paul Valéry, “Opere poetiche”, Ugo Guanda Editore, Parma 1989.

ΑΝΤΟΝΙΟ ΑΛΙΒΕΡΤΙ!



ANTONIO ALIBERTI


SALUDO AL AMIGO

                                                            A Roberto Santoro

No es que a veces me olvide,
sólo que hoy te recuerdo más,
y no resisto a la vieja costumbre de saludarte;
decirte por ejemplo que aquí estoy,
con mis castillos de arena intactos
(cuando sopla fuerte el viento, uno sopla más);
con dos hijos que crecen como el abrazo
que guardo en el pecho desde aquel día;
que nadie ha borrado tu nombre
y sigue habiendo una silla
con las formas de tu cuerpo y tu calor.
(Si alguien dijera que no estás, ¿qué probaría?
Puede más tu voz, como una herida que no tiene cura).
        Para cuando vuelvas
-en un cuarto del mundo-
se encenderá otra vez la mesa
para reanudar la charla que dejamos inconclusa:
ambos nos miraremos desde ventanas abiertas.
No falta mucho: al irte, no dijiste adios.

Serenidad

Amo la serenidad de ciertas horas,
polvo de eternidad,
taciturna belleza que hay en ciertas tardes
que duermen como niño en su cuna.

No hay símbolos,
sólo voces que suben a la ventana
y comentan su oficio de orfebrería,
de tierra removida bajo la semilla del cielo.
Bebo a pequeños sorbos la reiteración de la brisa
y siento pasar por mis dedos el tiempo,
como cuentas de un rosario.
          Hasta que la noche
cae a mis pies como pájaro ciego.