Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

ΣΤ’ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ





ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


ΣΤ’ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες, ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποιά να στοχάστη –έτσι γλυκά θρηνούσαν!–
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
       Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι’ ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι’ όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Xριστός Aνέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!»

Kαι να, ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο – και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μιά στην όψη, μιά στο πόδι,
μα να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε –μάρτυράς μου νά ’ναι ο στίχος,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος,–
απ’ το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
-(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Mάτια μου, Bαγγέλη!»

Kι ακόμα, –μάρτυράς μου νά ’ναι ο στίχος,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος,–
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή, – που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!...


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΝΝΑ ΓΚΕΡΜΑΝ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η Анна Герман: Надежда

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΕΜΙΛΙΟ ΡΕΝΤΣΙ




Ο EMILIO RENZI ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ RUGGIERO LEOCAVALLO: MATTINATA

ΕΡΙΧ ΦΡΗΤ!




ERICH FRIED


AN DICH DENKEN

An Dich denken und unglücklich sein? Wieso?
Denken können
ist doch kein Unglück
und denken können
an Dich:
an Dich
wie Du bist
an Dich
wie Du Dich bewegst
an Deine Stimme
an Deine Augen
an Dich
wie es Dich gibt –
wo bleibt da
für wirkliches Unglück
(wie ich es kenne
und wie es mich kennt)
noch der Raum
oder die Enge?

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

ALLE ZUSAMMEN.... ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ...



ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ...

ΔΙΕΘΝΕΣ





ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΔΙΕΘΝΕΣ

Δεν λέγω λόγια  σπέρνω στο χαρτί
Δεν ασχολούμαι με την μοίρα ή την λίρα
Και βλέπω πάντα στα μάτια την ζωή
Σαν νά ’ταν όμορφη παρθένα ή ζωντοχήρα.

Καμμιά φορά στον δρόμο σταματώ
Στραγάλια ν’ αγοράσω ή φουντούκια
Και λέγω καμμιά φορά έναν σκοπό
Που τραγουδιέται –δόξα τω Θεώ–
Χωρίς μπουζούκια.

Και όταν το βράδυ πέφτει η σιγαλιά
Πηγαίνω τα’ άλογά μου να ποτίσω
Και ως κατουράν ή πίνουνε νερό
Τα ραδιόφωνα τριγύρω μου σκορπούν
Πότε του Χαίντελ το «Αλληλούια»
Πότε μιαν άρια από την «Κάρμεν» ή την «Τόσκα»
Κ’ αίφνης –σε άλλες στιγμές–
Σαν ξέσπασμα μιας προσευχής
Ακούω τον ύμνο της Διεθνούς από την Μόσχα.



Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες», Άγρα, Αθήνα 1984.
Ο πίνακας είναι της Θάλειας Ξενάκη.



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΡΥΓΓΑΚΗΣ: ΔΙΕΘΝΕΣ

ΡΩΜΑΪΚΗ ΚΡΗΝΗ







RAINER MARIA RILKE


ΡΩΜΑΪΚΗ ΚΡΗΝΗ
ΜΠΟΡΓΚΕΖΕ

Δυό λεκάνες, η μιά πάνω απ’ την άλλη, σ’ ένα
παλιό, στρογγυλό μαρμάρινο αναβρυτάρι,
και, γέρνοντας αργά, από το νερό το επάνω
στο νερό που προσμένοντας  στεκόταν κάτω,

κρυφά και σιωπηλά αφηνότανε στο μίλημά της
το σιγαλό, σαν σε βαθουλωμένην απαλάμη,
δείχνοντάς του, απ’ το πράσινο και σκοτεινό πίσω,
σαν αντικείμενο άγνωστο, τον ουρανό·

η ίδια αυτή, μες στην όμορφη στέρνα
ξαπλώνοντας δίχως καν νοσταλγία, κύκλο με κύκλο, –
μόνο, καμιά φορά, ρεμβαστικά και, στάλα τη στάλα,

στων βρύων τις ράχες αφηνόταν να γλιστρήσει
ως τον στερνό καθρέπτη που απ’ τη λεκάνη της κάτω
ρίχνει το αργό χαμόγελο τής μαρμαρυγής του.


Μετάφραση: Άρης Δικταίος.
Από το βιβλίο: Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Εκλογή από το ποιητικό του έργο», μετάφραση Άρης Δικταίος, Κάδμος, Αθήνα 1957, σελ. 100.



*************


RÖMISCHE FONTANE
(VILLA BORGHESE)

Zwei Becken, eins das andere übersteigend
aus einem alten runden Marmorrand,
und aus dem oberen Wasser leis sich neigend
zum Wasser, welches unten wartend stand,

dem leise redenden entgegenschweigend
und heimlich, gleichsam in der hohlen Hand,
ihm Himmel hinter Grün und Dunkel zeigend
wie einen unbekannten Gegenstand;

sich selber ruhig in der schönen Schale
verbreitend ohne Heimweh, Kreis aus Kreis,
nur manchmal träumerisch und tropfenweis

sich niederlassend an den Moosbehängen
zum letzten Spiegel, der sein Becken leis
von unten lächeln macht mit Übergängen.

ΕΛΙΟ ΠΑΛΙΑΡΑΝΙ!




ELIO PAGLIARANI (1927-2012)


SONO MOMENTI BELLI : C’È SILENZIO

Sono momenti belli: c'è silenzio
e il ritmo d'un polmone, se guardi dai cristalli
quella gente che marcia al suo lavoro
diritta interessata necessaria
che ha tanto fiato caldo nella bocca
quando dice buongiorno

è questa che decide
e son dei loro
non c'è altro da dire.

E questo cielo contemporaneo
in alto, tira su la schiena, in alto ma non tanto
questo cielo colore di lamiera
sulla piazza a Sesto a Cinisello alla Bovisa
sopra tutti i tranvieri ai capolinea
non prolunga all'infinito
i fianchi le guglie i grattacieli i capannoni Pirelli
coperti di lamiera?

È nostro questo cielo d'acciaio che non finge
Eden e non concede smarrimenti,
è nostro ed è morale il cielo
che non promette scampo dalla terra,
proprio perché sulla terra non c'è
scampo da noi nella vita.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΖΑΝΝΑ ΜΠΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η Жанна Бичевская: Если можешь прости

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

ΠΟΛΗ






ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΠΟΛΗ

Τη νύχτα το άστυ
λες λούκι τρέχει
αλλά άμα βρέχει
θα βρει δυνάστη
να κλει την πόλη
σαν περιβόλι

Περιβαλλόταν
η λεωφόρος
ήδη απροσφόρως
με σκοτεινιά όταν
πετούσες γλάρους
σ’ ευφόρους φάρους

Χρυσά σιρίτια
στο σκότος μέσα
τα φώτα πέσα-
νε και τα σπίτια
γλαρώσαν όλα
ονειροπόλα

Και ρόπαλα όντως
με οπάλινη αύρα
χαλάγαν μαύρα
του παρελθόντος
χωριά με κλείδα
μι’ αμαρυλλίδα

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ


ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Το παιδί από την Κρήτη
που το λέγανε Κοσμά
το δικάσανε μια Τρίτη
σε ισόβια δεσμά.

Κι ήταν κρύο το φεγγάρι,
κρύο αλουμίνιο,
σαν τα βράδια του Γενάρη
πάνω από τ’ Αγρίνιο.

Στο ποτήρι το κρασί του
έμεινε ατελείωτο,
τού ’καναν τα χρόνια χιόνια
και το βίο αβίωτο.

Παραπεταμένος είσαι,
μάγκα μου, σε μια γωνιά,
γεια σου, κόσμε σιδερένιε,
γεια σου, χάλκινε ντουνιά.

Έγραφε σε κάθε τοίχο:
«Άλλο ένα τετράμηνο,
να ’σουνα, ζωή, βροχούλα,
να ’μουνα κυκλάμινο.»

Θάνατος μες στο κορμί του
έφτασε ανοιξιάτικα
και χτυπούσαν οι καμπάνες
σαν τρελές νυχτιάτικα.



Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης.
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις.

ΑΡΑΓΚΟΝ!




LOUIS ARAGON


LA BELLE JAMBE

Elle a les plus beaux yeux
Elle a les plus doux seins
Elle a les plus cruelles mains
Elle a les plus mystérieuses dents
Elle a les plus troublants regards
Elle a les plus fines jambes du monde





ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η CATHERINE SAUVAGE: LA BELLE JAMBE

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΕΔΜΟΥΝΔΟ ΡΙΒΕΡΟ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο EDMUNDO RIVERO: MI CANCIÓN DE AUSENCIA


ΖΗΓΚΦΡΗΝΤ ΣΑΣΟΥΝ!




SIEGFRIED SASSOON (1886-1967)


ALONE

I’ve listened: and all the sounds I heard
Were music,—wind, and stream, and bird.
With youth who sang from hill to hill
I’ve listened: my heart is hungry still.

I’ve looked: the morning world was green;
Bright roofs and towers of town I’ve seen;
And stars, wheeling through wingless night.
I’ve looked: and my soul yet longs for light.

I’ve thought: but in my sense survives
Only the impulse of those lives
That were my making. Hear me say
‘I’ve thought!’—and darkness hides my day.

ΕΛΙΟ ΠΕΚΟΡΑ!




ELIO PECORA


NELLE TUE PALME DISCIUSE

Nelle tue palme dischiuse
lascia ch’io posi stasera
questo mio sonno di lacrime.
Né sei più tu chi diceva
"andremo..sempre..." Tu vai
incontro ad altre parole
per strade che non conosco
ed io rimango a pensare
se tutto fu gioco.