Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ


 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ
 
 
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ, Γ΄
 
Οι άλλες πνευματικότητες που πέσανε, πέφτουνε γιατί κάτι τους λείπει. Κάποιος κακός υπολογισμός γίνεται. Εγώ ετοιμάζω να στήσω μια καινούρια και είμαι αισιόδοξος. Μα κι αν πέσει θα κάνω μιαν άλλη, ακόμα πιο τέλεια. Ξέρω καλά την τέχνη μου.

1935

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΑΡΛΕΝΕ ΟΤΕΡΟ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MARLENE OTERO: QUIEN SABE DE AMOR

ΑΛΦΟΝΣΟ ΓΚΑΤΤΟ!




ALFONSO GATTO


SERA DI ROMA

O grande prateria del cielo, o rosa
decrepita, alle cupole sbandate
del temporale la città furiosa
delle speranze brucia l'estate.

L'odor di Villa Sciarra è autunnale,
piove dal verde muschio dei suoi marmi
sulla spoglia dell'aria con l'uguale
lentezza delle foglie, quasi a darmi

il ricordo dei secoli e dell'ora
vana che splende ai simulacri e all'erme.
Scesa al sepolcro già la terra odora
al suo buio gradito nelle ferme
chiese dove s'annuvola la notte.

E' come un sogno s'io ricordi il nome
scritto sui marmi scritto sull'oblio,
dimenticato sulle fresche chiome
dei morti che ci dicono addio.


Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ





Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ


ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω
Που από καιρό μέσα μου
Έγιναν φωλιές
Με αυγά πουλιών
Ερπετών
Νυχτών

Είναι το χέρι μου
Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου
Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι

Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή
Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια
Κεντάει στα πόδια σου
Σκηνές ιστορικών μαχών

Οι ρίζες του είναι
Αυτοκτονίες νέων
Όχι γι’ αστείες υποθέσεις
Αλλά γιατί
Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους

Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου
Είναι όπως τα ξέρουν όλοι
Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι
Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.



Από το βιβλίο: Δ.Π. Παπαδίτσας, «Ποίηση», Μέγας Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 1997, σελ. 101.

ΠΩΛ ΚΛΩΝΤΕΛ!




PAUL CLAUDEL


CHANSON D’AUTOMNE

Dans la lumière éclatante d'automne
Nous partîmes le matin.
La magnificence de l'automne
Tonne dans le ciel lointain.

Le matin qui fut toute la journée,
Toute la journée d'argent pur,
Et l'air de l'or jusqu'à l'heure où Dionée
Montre sa corne dans l'azur.

Toute la journée qui était d'argent vierge,
Et la forêt comme un grand ange en or,
Et comme un ange bordé de rouge avec arbre
   comme un cierge clair.
Brûlant feu sur flamme, or sur or !

O l'odeur de la forêt qui meurt, la sentir !
O l'odeur de la fumée, la sentir ! et de sang vif
  à la mort mêlée
O l'immense suspens sec de l'or par la rose du
  jour clair en fleur !
O couleur de la giroflée !

Et qui s'est tu, et qui éclate, et qui s'étouffe et
  reprend corps,
J'entends au cœur de la forêt finie,
Et qui reprend, et qui s'enroue, et qui se prolonge,
  plus sombre,
L'appel inaccessible du cor.

L'appel sombre du cor inconsolable
A cause du temps qui n'est plus,
Qui n'est plus à cause de ce seul jour admirable
Par qui la chose n'est plus.

Qui fut une fois, hélas !
Une fois et qui ne sera plus :
A cause de l'or que voici,
A cause de tout l'or irréparable,
A cause du soir que voici !
A cause de la nuit que voici !
A cause de la lune et de la Grande-Ourse que voici.


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΒΕΡΤΟ ΓΚΟΓΕΝΕΤΣΕ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO GOYENECHE: EL CANTOR DE BUENOS AIRES