Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

ΟΥΓΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ



UGO FOSCOLO


NON SON CHI FUI, PERI' DI NOI GRAN PARTE

Non son chi fui; perì di noi gran parte:
questo che avvanza è sol languore e pianto.
E secco è il mirto, e son le foglie sparte
del lauro, speme al giovenil mio canto.

Perché dal dì ch’empia licenza e Marte
vestivan me del lor sanguineo manto,
cieca è la mente e guasto il core, ed arte
la fame d’oro, arte è in me fatta, e vanto.

Che se pur sorge di morir consiglio,
a mia fiera ragion chiudon le porte
furor di gloria, e carit à di figlio.

Tal di me schiavo, e d’altri, e della sorte,
conosco il meglio ed al peggior mi appiglio,
e so invocare e non darmi la morte.



 

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2020

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ



GEORG TRAKL


ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ

Ω, ο μαύρος άγγελος που αθόρυβα έβγαινε από τα σωθικά του δέντρου,
όσα βράδια ήμασταν εμείς δυό τρυφεροί συμπαίκτες,
σε κάποιου πηγαδιού γαλαζωπού το φιλιατρό τριγύρω.
Ήσυχο το βήμα μας ήταν ήτανε,
τα ολοστρόγγυλα μάτια στη φαιόχρωμη δροσιά του φθινόπωρου,
ω, και η πορφυρή των αστέρων γλυκύτητα.

Εκείνος όμως τα πέτρινα κατέβαινε σκαλιά του Μένχσμπερκ,
μ’ ένα κυανό χαμόγελο που απάντεχα έγινε προνύμφη
στην πιο ήρεμή του ηλικία και πέθανε·
στον κήπο μέσα ξέμεινε του φίλου η ασημένια όψη,
στα φυλλώματα να παραφυλάει ή στη γέρικη πέτρα.

Ψυχή έψαλε τον θάνατο, της σάρκας την πράσινη σήψη,
και ήτανε το θρόισμα του δάσους·
του αγριμιού ο πύρινος θρήνος.
Συνέχεια χτύπαγαν απ’ τους αμφίλυκους πύργους τα γαλάζια της εσπέρας ρολόγια.

Κι ήρθε η ώρα που τους ίσκιους είδε εκείνος σε άλικο ήλιο,
τους ίσκιους της σαπίλας σ’ έν’ απογυμνωμένο σύγκλαδο·
βράδυ, και στον τοίχο που σουρούπωνε ο κότσυφας κελάηδαγε,
του πρόωρα πεθαμένου το πνεύμα
ατάραχο μες στο δωμάτιο εφάνηκε.

Ω, το αίμα που τρέχει απ’ το λαρύγγι τού τραγουδιστή,
αίμα γαλάζιο· ω τα φλογερά τα δάκρυα
που εκλάφτηκαν νύχτα.

Σύννεφο χρυσό και χρόνος. Σε κάμαρα έρημη
λες όλο και συχνότερα στον νεκρό να σού ’ρθει επίσκεψη.
Και περπατάς συνέχεια περπατάς
κάτω από τις λεύκες
και συζητάς μ’ εμπιστοσύνη
παρέα με το πράσινο ποτάμι κατεβαίνοντας.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΡΟΥΜΠΑΓΙΑΤ



JORGE LUIS BORGES


ΡΟΥΜΠΑΓΙΑΤ

Η μετρική του Πέρση στη φωνή μου, ιδού, γυρίζει·
ο χρόνος είναι αντίθετο –έρχεται και μου θυμίζει–
υφάδι απ’ ό,τι τ’ αδηφάγα όνειρά μας θέλουν
που ο μυστικός Ονειροπόλος πιάνει και σκορπίζει.

Πως η φωτιά είναι στάχτη εγύρισε να μου θυμίσει,
και η σάρκα σκόνη, ενώ μες στο ποτάμι θα κυλήσει
η εικόνα η απατηλή και της ζωής μου και της ζωής σου:
και θα μας φέρουν στ’ ανοιχτά όλ’ αυτά που ’χουμε ζήσει.

Κι εγύρισε να μου θυμίσει πως και το μνημείο
που ανέγειρε η ύβρις είναι απλώς του ανέμου προσωπείο
καθώς διαβαίνει, αλλά και πώς στην άπιαστη τη λάμψη
του Αιωνίου ο αιώνας είναι μιάς –ναι μιάς– στιγμής σημείο.

Κι εγύρισε να με διδάξει πως χρυσό τ’ αηδόνι,
μα μόνο μια φορά λαλεί, κι έπειτα κορυφώνει
την ηχοπανδαισία της νυχτός, όπου το πλήθος
των άστρων θησαυρούς φωτός στο σκότος παραχώνει.

Γυρνά η σελήνη σ’ έναν στίχο απ’ το δικό σου χέρι
γραμμένον που το πρόωρο γλαυκό τον έχει φέρει
στον κήπο σου. Είναι η ίδια σελήνη, μες στον κήπο
τον ίδιο που, για να σε βρει, στημένο έχει καρτέρι.

Σ’ εσπέρες τρυφερές, παντρύφερες, με της σελήνης
το φως, εσύ παράδειγμα τού τι είναι στέρνα δίνεις,
καθώς στον ταπεινό της τον καθρέφτη κάτι λίγες
εικόνες αιώνιες βλέπουμε της απεραντοσύνης.

Ω, ας έλθει πάλι η περσική σελήνη, και οι σβησμένοι
χρυσοί ήλιοι ερήμων δειλινών ας έλθουν αναμμένοι
ξανά! Το σήμερα είναι χτες. Κι εσύ είσαι όλοι οι άλλοι
που πρόσωπα έχουν που ’ναι σκόνη. Είσαι οι πεθαμένοι.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΕΛΙΣ



GEORG TRAKL


ΕΛΙΣ

1
Τέλεια ετούτης της χρυσής ημέρας η γαλήνη.
Και κάτω από γέρικες βελανιδιές ιδού
εσύ προβάλλεις, Έλις: μορφή ήρεμη με μάτια στρογγυλά.

Το μπλε τους καθρεφτίζει των εραστών τον ύπνο.
Στο στόμα σου
οι ροδαλοί τους στεναγμοί εβουβάθηκαν.

Τραβάει το βράδυ τα βαριά του δίχτυα ο ψαράς.
Κι ένας καλός βοσκός
πηγαίνει το κοπάδι του στου δάσους την άκρη.
Ω, πόσο σωστές είναι, Έλις, οι μέρες σου όλες!

Απόσιγα βουλιάζει στους γδαρμένους τοίχους
του λιόδεντρου η γαλάζια ηρεμία,
κάποιου γέροντα το σκοτεινό τραγούδι ξεψυχάει.

Χρυσή βαρκούλα λικνίζει
την καρδιά σου, Έλις, στον μεινεσμένο μόνο κι έρημο ουρανό.


2
Καμπάνισμα απαλό στο στήθος ηχεί του Έλις
το βράδυ, η κεφαλή του
όταν βυθίζεται σε μαύρο προσκεφάλι μέσα.

Γαλάζιο αγρίμι
αιμορραγεί αθόρυβα στα βάτα.

Δέντρο μαυρωπό είναι μόνο του, αποκομμένο εδώ·
τού ’χουνε πέσει οι γαλανοί καρποί του.

Σημεία και άστρα
στη λίμνη της εσπέρας ανάκουστα βυθίζονται.

Πίσω απ’ τον λόφο εχειμώνιασε τώρα.

Μπλε περιστέρια
πίνουν τη νύχτα τον παγωμένο ιδρώτα
που τρέχει από του Έλις το κρυστάλλινο μέτωπο.

Και πάντα ηχεί, ηχεί
στους μαύρους τοίχους του Θεού
ο παντέρημος άνεμος.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.