Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

ΣΑΤΥΡΙΚΟΝ



ΦΕΝΙΑ ΑΔΑΜΙΔΗ


ΣΑΤΥΡΙΚΟΝ

  τοιαῦτα καὶ ὀνόματα καὶ ῥήματα ἔξωθεν
  περιαμπέχονται, σατύρου δή τινα ὑβριστοῦ δοράν.
        Πλάτων, Συμπόσιον, 221e

Είναι κάτι κουτιά με Σάτυρους
ωραία χαραγμένους
Μέσα τους άγαλμα
τάμα ολόιδιο με τον θεό

Είναι κάτι λέξεις ντυμένες
με δορά Σατύρου
Κάτω απ´ τη δορά σπασμένο άγαλμα
τάμα ανώφελο των Μουσών

Είναι κάτι λέξεις γυμνές
με εκδορές θηρίου
Μες σε κουτιά στην άκρη ξεχασμένα
Της αρετής ακέραια αγάλματα του λόγου

Μα πού θεός να προσφερθούν
Και ποιος να τα προσφέρει

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ



GEORG TRAKL


ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Καρπούς η κουφοξυλιά γεμάτη· ήρεμα ζούσε η παιδική ηλικία
στη μπλε μέσα σπηλιά. Σε μονοπάτι αρχαίο,
όπου αγέλαστα τ’ αγριόχορτα τώρα πια βρυάζουν,
το ήρεμο σύγκλαδο στοχάζεται· το θρόισμα των φύλλων

το ίδιο, όποτε μελωδούν τα γαλανά νερά στο βράχο.
Απαλός του κοτσυφιού ο θρήνος είναι. Κάποιος βοσκός
άναυδος ακολουθεί τον ήλιο, που κατρακυλάει στον
  φθινοπωριάτικο λόφο.

Μόνο μια στιγμή γαλάζια είναι τώρα πλέον ψυχή.
Στις παρυφές του δάσους σκιαγμένο ξεμυτάει αγρίμι
  και ειρηνικά
αναπαύονται στο χώμα οι παλιές καμπάνες και τα χωριουδάκια
  τα δύσθυμα.

Με μεγαλύτερη γνωρίζεις ευλάβεια των σκοτεινών χρόνων
  το νόημα,
ψύχος και φθινόπωρο σ κάμαρες μέσα μόνες κι έρημες·
και με πανίερη κυανότητα ακούγονται συνέχεια βήματα
  ολόφωτα που όλο ξεμακραίνουν.

Απόσιγα τρίζει κάποιο παράθυρο ανοιχτό· συγκίνηση
  και δάκρυα
σου φέρνει η θέα του ερειπωμένου νεκροταφείου στο λόφο,
εξιστορημένων θρύλων ανάμνηση· μα κάποτε φωτίζεται η ψυχή,
ανθρώπους σαν συλλογιέται χαρούμενους, μέρες της άνοιξης
  αμαυρόχρυσες.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ



GÜNTER EICH


ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Ειδήσεις που απευθύνονται σε μένα,
τυμπάνων κρότοι από βροχή σ’ άλλη βροχή
πάνω στις πλάκες της σκεπής, στα κεραμίδια,
που εισέβαλαν εδώ σαν μια αρρώστια,
λαθραίο εμπόρευμα φερμένο
σ’ αυτόν που δεν το θέλει –
Αντιλαλούν οι λαμαρίνες στα παράθυρα,
γράμματα κροταλίζουν, ρέουν, σμίγουν
και η βροχή μιλάει στη γλώσσα
που έξω από μένα είχα πιστέψει
ότι δεν ξέρει άλλος κανείς –
Με τρόμο ακούω
τα μηνύματα της απόγνωσης,
τα μηνύματα της φτώχειας,
τα μηνύματα της μομφής.
Και μ’ αρρωσταίνει που απευθύνονται σε μένα
γιατί εγώ νιώθω αθώος.
Θα το φωνάξω δυνατά
πως τη βροχή και τις μομφές της δεν φοβάμαι
ούτε αυτόν που μου ’στειλε να με εγκαλέσει,
την πρέπουσα ώρα έξω θα βγω
και θ’ απαντήσω.



Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης.

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ






ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΛΗΔΡΑΣ, ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ


ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΛΗΔΡΑΣ, ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΤΟ ΦΙΛΙΚΟ ΔΑΣΟΣ



PAUL VALÉRY


ΤΟ ΦΙΛΙΚΟ ΔΑΣΟΣ

Σκεφτήκαμε καθάρια πράγματα και αγνά
στο πλάι ο ένας του αλλουνού στου δρόμου όλο το μάκρος,
πιασμένοι χέρι-χέρι περπατούσαμε άκρως
αμίλητοι… κι ολόγυρα άνθη σκοτεινά·

και, ναι, είχαμε βηματισμό αρραβωνιασμένων
στη νύχτα την πρασινωπή των λιβαδιών·
και τρώγαμε από τον καρπό των ξωτικών:
απ’ τη σελήνη, την καλή των σαλεμένων.

Μετά πεθάναμε κι οι δυό στη χλόη – μακριά
πολύ, ολομόναχοι, στη σκιερή αγκαλιά
αυτού του φιλικού μας δάσους μ’ αίσιους θρόους·

κι εκεί ψηλά, στ’ απέραντο το φως, στητοί
βρεθήκαμε να κλαίμε με τρομώδεις γόους,
ω της σιωπής μου συνοδεία αγαπητή!




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ



GEORG TRAKL


Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Όρη άγρια εσείς, κι ο αετός
ύπατο πένθος, υπέροχο.
Χρυσαφωμένα νέφη
καπνίζουν πάνω από τη λίθινη ερημιά.
Καρτερική αποπνέουν γαλήνη τα πεύκα,
τα μαύρα πρόβατα στην άβυσσο,
όπου ξάφνου το γαλάζιο
βουβαίνεται παράξενα,
ο ήπιος του μπάμπουρα βόμβος.
Ω πράσινο άνθος –
ω σιωπή.

Σαν όνειρο ταράσσουν την καρδιά
του αγριεμένου ρυακιού τα ερεβώδη πνεύματα,
σκοτάδι ανατέλλει
πάνω από τα χαρακώματα!
Άσπρες φωνές
πλανημένες σε προαύλια φριχτά,
σε τσακισμένες ταράτσες,
των πατεράδων η βίαιη οργή, ο θρήνος
των μανάδων,
του αγοριού η χρυσή πολεμική κραυγή
και αγέννητα πράγματα
όλο στενάζουν βγαίνοντας από μάτια τυφλά.

Ω πόνε, της μεγάλης ψυχής
το διάπυρο εσύ κοίταγμα!
Απ’ των αλόγων και των αμαξών
τον μαύρο συρφετό
ασπαίρει ήδη
αναρριγώντας μι’ αστραπή
μες στα ηχερά ελάτια.
Ψύχος μαγνητικό
αιωρείται γύρω από τούτο το περήφανο κεφάλι,
πυρέσσουσα μελαγχολία
Θεού οργίλου.

Αγωνία, φίδι εσύ ιοβόλο,
φίδι μαύρο, άντε πέθανε στην πέτρα!
Των δακρύων γκρεμίζονται
ανήμερα ρέματα,
καταιγίδα-ίλεως,
κι αντιλαλούνε μέσ’ από απειλητικές βροντές
οι χιονισμένες κορυφές ολόγυρα.
Φωτιά
εξαγνίζει νύχτα καταρρακωμένη.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.