Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΧΡΩΜΑΤΑ




FEDERICO GARCIA LORCA


ΧΡΩΜΑΤΑ

Στο Παρίσι η σελήνη
έχει χρώμα από βιολέτα
κίτρινη μετά θα γίνει
στις νεκρές τις πόλεις μέσα

Μια σελήνη πράσινη είναι
μες στους μύθους μέσα όλους
μια σελήνη από αράχνη
και σπασμένες τζαμαρίες.
Κι από πάνω απ’ τις ερήμους
είν’ βαθιά και ματωμένη.

Αλλά η λευκή σελήνη
η σελήνη της αλήθειας
στα ήσυχα μονάχα λάμπει
του χωριού τα κοιμητήρια.



Μετάφραση: Γιώργος Μίχος.

ΑΛΦΕΙΟΣ




ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


ΑΛΦΕΙΟΣ

Ήταν μεσημέρι κι έπαιζε ακόμη με το ποτάμι
ο ήλιος την έδενε από τα μαλλιά
και το ρόδινο νερό γύρω στα λαγόνια της.

Έβλεπα πως ήμουν το ποτάμι
αλλά γινόμουν άλογο κατεβαίνοντας αφρισμένο
και κείνη διχάλα στη γαλάζια ράχη μου
αντιστεκότανε μαζεύοντας τη δύναμή της
καθώς εμπαίναμε στους ίσκιους
κάτω από τις ιτιές.
Κι εγώ γελούσα 
και μη γελάς μού έλεγε
μη γίνεσαι όνειρο, φοβάμαι
σε φοβάμαι .

Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια.



Από το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001, σελ. 34.

ΕΧΕΙΣ Ή ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ




 KONSTANTIN BIEBL (1898-1951)


ΕΧΕΙΣ Ή ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ

1
Έχεις
Ή δεν έχεις τα βλέφαρά σου μισόκλειστα
Όταν λεπταίνουν τα δέντρα
     έτσι όπως φεύγει το τοπίο και χάνεται
Και δεν υπάρχει έπειτα τίποτα γύρω σου

έχεις μπει σ’ αυτόν τον πίσω κόσμο
Όπου ο δίκην αβγού απιθωμένος κόσμος
Σαν μάσκα όντας πλέον δίχως όψη
Δεν τρέφει άλλο την εμφάνισή του
Με τίποτα με τίποτα

Σε πονά το κεφάλι
Σου πονάει η καρδιά
Και το γκρεμισμένο σου σπίτι
Το σπίτι σου με τους οδοντωτούς του τοίχους
Νά το αναγέρθηκε πάλι
Το ωραίο σου σπίτι το σπίτι σου το ωραίο

Το ωραίο σου σπίτι με την πράσινη ταράτσα του
Από κύματα που κυλάνε ξανά να πάνε πίσω στη θάλασσα

2
Αχ
Μες ποιόν ύμνο
Να γεφυρώσω την πληγή του στερεώματος
     όπου δεν θροΐζει καν παραπέτασμα
Μπρος απ’ το μαύρο παρασκήνιο όπου και σφραγίζεται
     της ασφαλείας σου το κληροδότημα
Με τον πανάλαφρο νόστο των λαμπτήρων

Και με ό,τι απ’ τα τόσο απόκρημνα συμβάντα
Θέτει σε παλμική κίνηση την εσωτερική σου ανησυχία
Πάνω σε ό,τι είναι ήδη ολόγυρά σου
Ρίχνοντας τούτες εδώ τις σκιές πασπαλιστά
Τις ολοδιάφανες



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΤΖΕΝΙΣ ΤΖΟΠΛΙΝ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η JANIS JOPLIN: CRY BABY

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΤ’ ΑΓΙΟΝΟΡΟΣ




ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ – ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ – ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ: ΣΤ’ ΑΓΙΟΝΟΡΟΣ

Ο ΡΟΒΙΝΣΩΝ ΣΤΗ ΜΥΚΟΝΟ




ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ – ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ


Ο ΡΟΒΙΝΣΩΝ ΣΤΗ ΜΥΚΟΝΟ

Στον εικοστό αιώνα, στη Μύκονο
είδα τον Ροβινσώνα με δίκαννο.
Με το παλιό στη πλάτη δισάκι του
μου θύμιζε γαλάτη του Τάκιτου.

Του γυρισμού κατάρτια στα πέλαγα
του θάμπωναν τα μάτια και γέλαγα.
Μα κείνος στον αγώνα, σαν ύαινα
κρατάει του Ποσειδώνα την τρίαινα.

Και δίνει και σε μένα τα κιάλια του
να βρω τα πεθαμένα τσακάλια του.
Στον εικοστό αιώνα, στη Μύκονο
είδα τον Ροβινσώνα με δίκαννο.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1901 ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ




ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΓΙΑΤΙΟΥ ΩΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
Από την πρύμη του καμιονιού με τα καλάθια
Γιομάτα φρούτα και λαχανικά για την Αθήνα
Ενώ τραγουδούσε ο μεθυσμένος κρεοπώλης ενίοτε κοπρολογών
Και τούκανε παρατηρήσεις ο σεμνός κι ευγενικός μανάβης
Σήμερα το απόγευμα νωρίς –.
Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
Ίσως να παρουσίαζε ομοιότητα με πρότυπον πίνακος του Παρθένη
Αν εκείνη τη στιγμή στεκόμουν κάπου και δεν ήμουν
Άνθρωπος κινούμενος με τα καλάθια στο καμιόνι.
Μα έτσι,
Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
Έμοιαζε μάλλον με ζωντανό τοπίο του Γουναροπούλου
Του μεγάλου μας ζωγράφου που αγαπώ πολύ
Του Γεωργίου Γουναροπούλου που είναι πάντοτε δυναμικός
Και στα πιο στατικά μοτίβα του ακόμη
Όπως και οι στίχοι μου αυτοί,
ο Γεώργιος Γουναρόπουλος εκ Σωζοπόλεως της Βουλγαρίας
Ο κατ’ εξοχήν αισθησιακός και ποιητής ζωγράφος
Στο χρώμα, στη γραμμή, στο φως
Ανεξαρτήτως θέματος (που κάλλιστα μπορεί να λείπη)
Και τούτο πάντοτε ποιοτικώς.

Το θέαμα λοιπόν του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
Με κάτι μέσα του σαν το κορμί μιας κινουμένης γυναικός
  στην αγκαλιά μου,
Μ’ έκανε να θυμηθώ καθώς ταλαντευόμουν στα καλάθια
Ηδονικά κινήματα των γυναικών εν γένει
Όταν συμπράττουν ερωτικώς
Με αγαπημένους άνδρες τους ή έστω με γυναίκες.
Και τώρα θυμάμαι, καθώς γράφω,
Εκείνες τις μαγικές σελίδες του D. H. Lawrence
Στο θαυμαστό βιβλίο του
«Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλεϋ»
Όπου τ’ απανωτά σκιρτήματα, οι παλμοί κι αναπαλμοί της
  ηδονής,
Εκτείνονται, επεκτείνονται σαν κύματα
Και προωθούνται από το πέος του ανδρός
–Εντός κι εκτός–
Και από τους κόλπους της ερωτευμένης γυναικός
–Σαρξ εκ σαρκός–
Με περιπάθεια
Με μυστικοπάθεια
Στη γη, στα δένδρα και σ’ ολόκληρη την φύση
Πανσεξουαλιστικώς.
Α! νάταν η Λαίδη Τσάτερλεϋ εδώ
Το μόνον ευαίσθητο και μετανοιωμένο μέλος της
  οικογενείας της –
Α, νάτανε η Λαίδη Τσάτερλεϋ εδώ
Ή κάποια άλλη συμπαθητική σε με γυναίκα
Που να με καταλαβαίνη σε όλα
Και νάναι έτοιμη να μοιρασθή μαζί μου
Την ηδονή, την τρυφερότητα και την ανθρώπινη
  αλληλεγγύη
Σε σύνθεση ουσιαστικής και σύντονης αγάπης.
Α, νάτανε η Λαίδη Τσάτερλεϋ εδώ
Ή κάποια άλλη συμπαθητική σε με γυναίκα
Τώρα που γύρισα πάλι στο Μπογιάτι
Τώρα που είμαι μόνος και λίγο μελαγχολικός,
Βλέποντας πως είμαι μόνος στη ζωή μου
Ενώ είμαι πιο ικανός από τον Μέλλορς.

Ω συνειρμοί και συσχετίσεις!
Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
Δρόμος κι αυτό κινούμενος του ασυνειδήτου μου
  προς την συνειδητή ζωή,
Αλληλουχία αυθόρμητη βλυσμάτων ορμεμφύτου
Οι συνειρμοί και συσχετίσεις
Ποίηση της ποίησης αυτούσια.
Και τώρα μούρχεται στο νου,
Πως το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
Έχει εντός μου κινούμενες αναλογίες
Με την θέα της αχανούς ρουμανικής πεδιάδος
Και του μεγαλοπρεπώς κινούμενου Δουνάβεως
Έτσι καθώς τ’ αντίκρυζα θυμάμαι στα μικράτα μου
Από τις γέφυρες των κινουμένων βαποριών στον ποταμό
Όταν ταξίδευα με την μητέρα μου (που κατάγεται από
  την Σεβαστούπολη)
Πριν από την επανάσταση του Οχτώβρη 1917,
Από την Ελλάδα στο μέρος της γης που τότε λέγαμε Ρωσία
Και σήμερα, με υπερηφάνεια και συγκίνηση το ονομάζουμε ΕΣΣΔ
Και μούρχεται τώρα στο νου,
Πως το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου
Καθώς και η θέα της αχανούς ρουμανικής πεδιάδος
Και του μεγαλοπρεπώς κινούμενου Δουνάβεως
(Γεννήθηκα στην Βραΐλα στα 1901 και στην Ελλάδα μ’ έφεραν
  βρέφος τριών μηνών)
Έχουν εντός μου οι κινούμενες αυτές οντότητες
Σχέσεις κινούμενες υψίστης σημασίας
Με την ένδοξη πατρίδα της πρώτης εφαρμογής του γνήσιου
  Σοσιαλισμού
Την επική μας ΕΣΣΔ
Από την οποία εκπορεύονται σήμερα το φως και οι εντολές
  της Κομιντέρν
Και από την οποία αύριο θα επεκταθή σε ολόκληρη την
  οικουμένη
Η παγκόσμια επανάσταση της Κομμουνιστικής μας Διεθνούς
Όπως σ’ εκείνες τις μαγικές σελίδες του D. H. Lawrence
Τ’ απανωτά σκιρτήματα, οι παλμοί κι αναπαλμοί της ηδονής
Εκτείνονται, επεκτείνονται σαν κύματα
Και προωθούνται από το πέος του ανδρός
(Εντός κι εκτός)
Και από τους κόλπους της ερωτευμένης γυναικός
(Σαρξ εκ σαρκός)
Με περιπάθεια
Με μυστικοπάθεια
Στη γη, στα δένδρα και σ’ ολόκληρη την φύση
Πανσεξουαλιστικώς
Παρόμοια και η παγκόσμια επανάσταση της Κομμουνιστικής
  μας Διεθνούς
Θα επεκταθή
Στη γη, στον ουρανό και σ’ ολόκληρη την πλάση
Παναθρωπιστικώς.

Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
Ύλη και πνεύμα της αμαράντου νίκης του προλεταριάτου
Ζωή μας χτυποκάρδι μας
Εγγυήτρια της αγαθής εκβάσεως της πάλης των απανταχού
  της γης
Κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων
Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ
Σήμερα το 1/6 της γης και αύριο και τα έξη
Σήμερα ΕΣΣΔ και αύριο ΠΕΣΣΔ με το Π = Παγκόσμιος
Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
Δέξου τους στίχους μου αυτούς που σου προσφέρω με την
  ίδια ευλάβεια που ακουμπάμε τα λουλούδια μας στον
  τάφο του πατέρα μας Λένιν.
Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
Δέξου την σύψυχή μου ανάταση μεσ’ απ’ τα βάθη της σημερινής
  μας δυστυχίας και τα πλοκάμια της κεφαλαιοκρατίας
Προς την αιώνια δόξα σου
Και κάμε
Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
Κάμε να έρθη γρήγορα και το δικό μας μέγα βράδυ που θάναι
  και δικό σου
Και ρύσαι ημάς από τους πονηρούς αστούς
Αμήν.


Μπογιάτι, Σεπτ. 1933.



Από την εκτός εμπορίου έκδοση: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου», επίμετρο – επιμέλεια Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2006, σελ. 4-9.