Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Ω ΔΙΑΝΟΙΑ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΙ




MICHELANGELO BUONARROTI (1475-1564)


Ω ΔΙΑΝΟΙΑ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΙ

Ω διάνοια ευγενική που φαίνεται να καθρεφτίζει
το αγνό σου πνεύμα, το όμορφο και αγαπητό, ποιά φύση
μπορεί… ποιός ουρανός μπορεί να μας φιλοτεχνήσει
μοναδικό έργο που των άλλων τα έργα εξευτελίζει;

Χαριτωμένη ω διάνοια, όπου ο καθένας μας ελπίζει
να βρει (όπως, άλλωστε, η όψη σου μας τό ’χει μαρτυρήσει)
οίκτο, έρωτα και σπλάχνος (: ό,τι πιο ακριβό στη ζήση) –
σ’ εσέ το κάλλος όλα, και ενωμένα, σ’ τα δωρίζει!

Μ’ αιχμαλωτίζει ο έρως, το δε κάλλος σου με δένει·
το σπλάχνος και ο οίκτος, που ’χουν βλέμματα γλυκά, να πάρω
ανάσα ελπίδας στην καρδιά μού δίνουν, και στη σκέψη.

Ποιός νόμος, ποια κυβέρνηση στον κόσμο προλαβαίνει;…
ποιά βία, ποιά ισχύς θε να εμπόδιζε, αχ, τον μαύρο χάρο
τέτοιο ωραίο έργο και καλό απ’ το να το καταστρέψει;


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


********************


SPIRTO BEN NATO, IN CU’ SI SPECCHIA E VEDE

Spirto ben nato, in cu’ si specchia e vede
nelle tuo belle membra oneste e care
quante natura e ’l ciel tra no’ può fare,
quand’a null’altra suo bell’opra cede:

spirto leggiadro, in cui si spera e crede
dentro, come di fuor nel viso appare,
amor, pietà, mercé, cose sì rare,
che ma’ furn’in beltà con tanta fede:

l’amor mi prende e la beltà mi lega;
la pietà, la mercé con dolci sguardi
ferma speranz’ al cor par che ne doni.

Qual uso o qual governo al mondo niega,
qual crudeltà per tempo o qual più tardi,
c’a sì bell’opra morte non perdoni?

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΜΗ ΚΟΡΕΣΘΕΙΣΑ / SED NON SATIATA




CHARLES BAUDELAIRE


ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΜΗ ΚΟΡΕΣΘΕΙΣΑ /
SED NON SATIATA

Ιδιότροπη θεότητα, σαν νύχτα μαύρη της Ινδίας,
με αρώματα από της αβάνας και του μόσχου το χαρμάνι,
δημιούργημα στοιχειού, και Φάουστ της σαβάνας με καφτάνι,
και στρίγκλα με γλουτούς εβένινους, και κόρη της μαγείας,

απ’ τις μαλαγουζιές κι απ’ το όπιο κι από τους οίνους Βουργουνδίας
το νέκταρ προτιμώ του στόματός σου: του έρωτα το χάνι.
Και σαν σ’ εσένα οι πόθοι μου να ρθούν κινούνε καραβάνι,
τα μάτια σου είναι η στέρνα η ξεδιψάστρα της φριχτής μου ανίας.

Απ’ τα μεγάλα μαύρα μάτια, τους φεγγίτες της ψυχής σου,
πιο λίγη, ω δαίμονα, τη φλόγα χύνε πάνω μου – μα, ω, χύσου!
Δεν είμαι ο Στύγας ο αείρροος, εννιά φορές να σ’ αγκαλιάσω,

αλίμονο!, και δεν μπορώ, όχι!, Μέγαιρά μου λιμπερτίνα,
σε απελπισία να σε φέρω, αφού πριν το ηθικό σου σπάσω,
στη γέενα της κλίνης σου μετά να γίνεις Προσπερίνα!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Σ’ ΑΥΤΟ TO ΘΛΙΒΕΡΟ ΛΙΜΑΝΙ ΒΡΙΣΚΟΥΜΑΙ




ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΔΡΙΒΑΣ


[Σ’ ΑΥΤΟ TO ΘΛΙΒΕΡΟ ΛΙΜΑΝΙ ΒΡΙΣΚΟΥΜΑΙ]

Σ’ αυτό το θλιβερό λιμάνι βρίσκουμαι
ξένος ερημικό σημείο σύννεφο ασβολερό.
Κόκκινα πράσινα ξαγρυπνησμένα φώτα σιωπούν.
Αλλά στο πένθιμο μοναχικό λιθόστρωτο της προκυμαίας
ένα φωσφόρισμα μεταλλικό ψυχρό δικό σου ιριδίζει
κ’ είναι το γέλιο σου
ωπλισμένο με την αιχμή της περιφρόνησης
χαρισμένο με τα δάχτυλα τα σεραφικά της καλοσύνης.



Από το βιβλίο: Αναστάσιος Δρίβας, «Τα έργα», φιλολογική επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης & Μαίρη Μικέ, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2012, σελ. 259.


Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΑΡΚΕΙ



RENÉ DAUMAL (1908-1944)


ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΑΡΚΕΙ

Κατονόμασε αν μπορείς τον ίσκιο σου, τον φόβο σου
και του κεφαλιού σου δείξε του τον γύρο,
τον γύρο του κόσμου σου αν μπορείς
πρόφερέ τον, πες τη λέξη των καταστροφών,
αν τολμάς σπάσε τούτη τη σιωπή
που με γέλια άλαλα έχει υφανθεί – αν τολμάς
χωρίς συνεργούς να σπάσεις τη σφαίρα,
να κόψεις τον μίτο
μόνος, ολομόναχος, και φύτεψε εκεί τα μάτια σου
και τυφλός πορέψου προς τη νύχτα,
έλα στον θάνατο που δεν σε βλέπει,
μόνος σου αν τολμάς σπάσε τη νύχτα
τη λιθόστρωτη με ίριδες ματιών νεκρές,
χωρίς συνεργούς αν τολμάς
μόνος έλα γυμνός στη μάνα των νεκρών –
στης καρδιάς της την καρδιά κείται αναπαύεται η ίρις –
άκου την που σε φωνάζει: παιδί μου,
άκου την που με τ’ όνομά σου σε φωνάζει.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΜΑΛΛΙ ΤΗΣ ΚΟΜΗΣ




YVAN GOLL


ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΜΑΛΛΙ ΤΗΣ ΚΟΜΗΣ

Παράξενο μού είναι το σκουριασμένο μαλλί της κόμης
Και σχεδόν εχθρική του μυός η υπακοή στον βραχίονα

Μα πόσο οικείο πόσο αφοσιωμένο
Είναι το στρίψιμο του λαιμού σου δίπλα μου
Μου ανήκει ακόμα και
Των αποδημητικών πουλιών η υπερταχεία
Στο μάτι σου μέσα το νεφελώδες
Καθώς υπερβέβαιη εξακοντίζεται στον νού μου που εκρήγνυται
Για να μου αρπάξει δια της βίας το αίμα μου όπως επιπλέει

Πώς εφαρμόζει στα χέρια μου
Η τρυφερή καμπύλη της σπονδυλικής σου στήλης
Τα φτερά σου τα μόλις ορατά
Έχουν γίνει από νιπτήρες πουλιών ψυχικώς κλονισμένων
Και το κορμί σου από χιονονιφάδες πλασμένο είναι



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΛΕΟΠΑΡΝΤΙ!




GIACOMO LEOPARDI


A UN VINCITORE NEL PALLONE

Di gloria il viso e la gioconda voce,
Garzon bennato, apprendi,
E quanto al femminile ozio sovrasti
La sudata virtude. Attendi attendi,
Magnanimo campion (s'alla veloce
Piena degli anni il tuo valor contrasti
La spoglia di tuo nome), attendi e il core
Movi ad alto desio. Te l'echeggiante
Arena e il circo, e te fremendo appella
Ai fatti illustri il popolar favore;
Te rigoglioso dell'età novella
Oggi la patria cara
Gli antichi esempi a rinnovar prepara.

Del barbarico sangue in Maratona
Non colorò la destra
Quei che gli atleti ignudi e il campo eleo,
Che stupido mirò l'ardua palestra,
Né la palma beata e la corona
D'emula brama il punse. E nell'Alfeo
Forse le chiome polverose e i fianchi
Delle cavalle vincitrici asterse
Tal che le greche insegne e il greco acciaro
Guidò de' Medi fuggitivi e stanchi
Nelle pallide torme; onde sonaro
Di sconsolato grido
L'alto sen dell'Eufrate e il servo lido.

Vano dirai quel che disserra e scote
Della virtù nativa
Le riposte faville? e che del fioco
Spirto vital negli egri petti avviva
Il caduco fervor? Le meste rote
Da poi che Febo instiga, altro che gioco
Son l'opre de' mortali? ed è men vano
Della menzogna il vero? A noi di lieti
Inganni e di felici ombre soccorse
Natura stessa: e là dove l'insano
Costume ai forti errori esca non porse,
Negli ozi oscuri e nudi
Mutò la gente i gloriosi studi.

Tempo forse verrà ch'alle ruine
Delle italiche moli
Insultino gli armenti, e che l'aratro
Sentano i sette colli; e pochi Soli
Forse fien volti, e le città latine
Abiterà la cauta volpe, e l'atro
Bosco mormorerà fra le alte mura;
Se la funesta delle patrie cose
Obblivion dalle perverse menti
Non isgombrano i fati, e la matura
Clade non torce dalle abbiette genti
Il ciel fatto cortese
Dal rimembrar delle passate imprese.

Alla patria infelice, o buon garzone,
Sopravviver ti doglia.
Chiaro per lei stato saresti allora
Che del serto fulgea, di ch'ella è spoglia,
Nostra colpa e fatal. Passò stagione;
Che nullo di tal madre oggi s'onora:
Ma per te stesso al polo ergi la mente.
Nostra vita a che val? solo a spregiarla:
Beata allor che ne' perigli avvolta,
Se stessa obblia, nè delle putri e lente
Ore il danno misura e il flutto ascolta;
Beata allor che il piede
Spinto al varco leteo, più grata riede.


Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ




JOAQUÍN GIANNUZZI


ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ

Τί θα την κάνουμε αυτή τη συμπτωματική σκηνή –
φύλλα να γίνονται σωρός απ’ τον σιρόκο μπρος στην πόρτα,
αλλά απομονώνοντάς την λες και η γνώση της μας απατάει;
Ό,τι κινείται κινείται κυκλικά
στη γωνία του τοίχου, εκεί
όπου μαζεύονται τα φύλλα
και περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους
μες στο ουρλιαχτό μιας έκρηξης ψυχρής και ασυνεχούς.
Τόποι κοινοί χειμέριας ύλης.
Να μην τους αναγνωρίσουμε άραγε
την πρόθεση του κάλλους και της ανάστασης,
όταν βλέπουμε πως ξεκινούν
από της εποχικής τους σκόνης το ανακάτεμα;
Ώς εκεί αντέχει όμως η γνώση μας: να είναι λαχτάρα
που θροΐζει μέσα στα ξερά τα φύλλα, να είναι θλίψη
τρομερή σε κάποια των δικών μας ημερών εσπέρα.
Και στη γωνία του τοίχου να είναι η βεβαιότητα και
ό,τι απομένει από τη διάλυση του σύμπαντος κόσμου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

ΣΚΥΘΡΩΠΟ




ZBYNĚK HEJDA (1930-2013)


ΣΚΥΘΡΩΠΟ

Σκυθρωπή μια πτήση πουλιών
μετακινείται αργά κατά τον ουρανό.
Στο δρόμο κάτω
κυκλοφορεί η σκόνη.
Κανείς ωστόσο
δεν πάει πουθενά.
Το σμάρι των πουλιών
αφανίζεται κι αυτό σαν έκλειψη,
η ανάσα του οποίου έχει κοπεί
στου κυριακάτικου πρωινού τον καύσωνα.
Στο χωριό κοιμούνται
οι πάντες και τα πάντα.
Στις άκρες των δρόμων
κάτι σκυλιά.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.