Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

ΑΝΥΤΗ: ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 



ΑΝΥΤΗ

 

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

1.      [ΟΙ ΟΛΟΦΥΡΜΟΙ ΤΗΣ ΚΛΕΙΝΑΣ]

 

Πόσες και πόσες δεν εδάρθηκε φορές με ολοφυρμούς σαν μάνα η Κλείνα

στης θυγατέρας της το μνήμα, της Φιλαινίδας, πάνω,… και με τί φωνές,

με τί σκουξίματα καλούσε πάντα πίσω την ψυχή της, που ανύμφευτη

τα μουντά και φουσκωμένα εδρασκέλησε νερά του Αχέροντα.

 

2.      [ΤΟΥ ΟΔΟΙΠΟΡΟΥ]

 

Κάτω από τούτη τη φτελιά να ξεκουράσεις, ξένε, έλα το κατάκοπο κορμί σου

γλυκοφυσάει τ’ αγέρι εδώ, τα φύλλα της γι’ άκου τι απαλά θροΐζουν!

Και πιές κι απ’ της πηγής το δροσερό το στόμα· γιατί όσοι οδοιπορούν

στο θερινό λιοπύρι μέσα απάγκιο πιο καλό από τούτο ’δω δεν πρόκειται να βρούνε.

 

3.      [Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΑΤΩΣ]

 

Και να τα λόγια τα στερνά που ’πε του πατέρα της του αγαπημένου η Ερατώ

στο κλάμα μέσα βουτηγμένη και σφιχταγκαλιάζοντάς τον:

«Πατέρα μου καλέ, δεν είμαι άλλο για σένα, φεύγω: ο θάνατος ο σκοτεινός,

ο Χάρος ο κατάμαυρος, τα γαλανά μου μάτια τώρα πια μου τά ’χει σκεπασμένα».

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 




ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

ΑΝΥΤΗ: ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 



ΑΝΥΤΗ

 

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

1.      [Ο ΑΓΡΟΤΗΣ ΠΑΝ]

 

Τί κάθεσαι ολομόναχος στο δάσος με τον ίσκιο τον παχύ,

Πάνα μου αγρότη, και τη φλογέρα σου γλυκά όλο τσαφαρίζεις;

Για να μου βόσκουνε πέρα εκεί στις δροσερές βουνοπλαγιές

οι γελαδίτσες μου οι καλές, των σταχυών τα άγανα μασώντας.

 

2.      [Η ΑΚΡΙΔΑ ΚΑΙ Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ]

 

Σε μι’ ακρίδα, αηδόνι των αγρών, και σ’ έναν τζίτζικα

που τον κορμό βελανιδιάς είχε κάνει στέκι, μνήμα κοινό έφτιαξε η Μυρώ

το δάκρυ το παρθενικό της χύνοντας η κόρη· και τα δυό της που ’παιζε ζωάκια

ήρθε και τής τ’ άρπαξε ο άπονος ο Χάρος, ο κακούργος, κι έφυγε για κάτω.

 

3.      [ΤΟΝ ΛΕΓΑΝΕ ΜΑΝΗ]

 

Ζωντανός ο Μάνης ήτανε σκλάβος· τώρα που πέθανε

με τον Δαρείο, τον μεγάλο βασιλιά, την ίδια έχει δύναμη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΠΑΧΙΑ ΚΗΛΙΔΑ ΑΠΟ ΜΕΛΙ

 


"Μόνο μια παχιά κηλίδα από μέλι. 202 ποιήματα ερωτικά", Εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2020.
Σε δική μου μετάφραση.





 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

ΑΝΥΤΗ: ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 



ΑΝΥΤΗ

 

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

1.      [ΤΟ ΔΟΡΥ ΤΟΥ ΕΧΕΚΡΑΤΙΔΑ]

 

Στάσου εκεί, φονικό μου δόρυ από κρανιά, και πάψε

απ’ τη μπρούντζινή σου αιχμή να στάζεις των έχθρών μας αίμα ζοφερό·

πλην όμως από της Αθηνάς τον μαρμάρινο ναό στιγμή μην πάψεις

την ανδρεία εσύ παντού να διαλαλείς του Εχεκρατίδα από την Κρήτη.

 

2.      [ΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΦΑΡΙ ΤΟΥ ΔΑΜΗ]

 

Το μνήμα τούτο ’δω έστησε ο Δάμης στο πολεμικό φαρί του,

που ο Άρης ο φονιάς του ετρύπησε τα στήθη·

το μαύρο αίμα τού ’χε από μέσα πεταχτεί απ’ το χοντρό τομάρι του

και οι πόνοι του οι βαριοί και αβάσταχτοι είχανε το χώμα γύρω βάψει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΤΑΚΙΤΟΣ: ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΡΗΤΟΡΩΝ

 


Τάκιτος, "Διάλογος περί ρητόρων" Gutenberg, Αθήνα 2017.
Οι τελευταίες σελίδες του διαλόγου, με τη συμβολή του Μάτερνου.
Σε δική μου μετάφραση.

 








ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 



ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 


PAUL VALÉRY

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

Ω θέρος, βράχε αέρα καθαρού, κυψέλη ζέουσα έχεις γίνει,

ω θάλασσα! Έχεις πια διασκορπιστεί σε χίλια δυό όμορφα σημεία

στους θύσανους επάνω μιας σαρκός κρουστής σαν δροσερό λαγήνι,

μα και ίσαμε το στόμα, όπου η γαλάζια τ’ ουρανού βομβίζει αιθρία·

 

ναι, ναι, οίκε εσύ παράφορε και χώρε αγαπητέ, ήρεμε, με ντύμα

του κόσμου όλου, όπου αχνίζουν τα δεντριά και χάνουν αίφνης τα πουλιά των

τα ολίγα, και όπου σπάζει αδιάπτωτα των νέρινων μαζών το κύμα,

της κίνησης ο φλοίσβος και των αγελών η ορμή επί των υδάτων·

 

σταμνιά με αρώματα, τεράστιοι κύκλοι ευτυχών φυλών και φύλων

στον αδηφάγο κόλπο που ώς ψηλά, στον ήλιο, επιζητεί να φτάσει·

ω αγνές φωλιές, υδατοφράχτες χόρτινοι, κυμάτων ω ίσκιοι κοίλων,

σε αυτόν τον ύπνο τον πορώδη, ω, νανουρίστε το έκλαμπρο κοράσι!

 

Οι γάμπες της (που η μια έχει ξεχωρίσει με όλες τις δροσοβολιές της

από τη ροδαλή την άλλη) και οι ώμοι της, το στήθος ντούρο, λείο,

το μπράτσο της που ενώθηκε με τους αφρούς που σκαν στις παρειές της –

αστράφτουν όλα τους παρατημένα πλάι σε σκοτεινό δοχείο,

 

που διυλίζονται οι μεγάλοι θόρυβοι με τέρατα βγαλμένα

στων φυλλωμάτων τα κλουβιά, πιασμένα στης θαλάσσης τις παγίδες

από τους ναυτικούς τούς μύλους και τις ροζ καμπίνες τραβηγμένα

στο φως της μέρας. Το δε δέρμα της χρυσώνει του αέρα τις κιγκλίδες.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.